Μένης Κουμανταρέας: «Ο ωραίος Λοχαγός»

Κριτική για το βιβλίο «Ο ωραίος λοχαγός» του Μένη Κουμανταρέα στο diastixo.gr

Νομικός και πολιτικός άξονας

Το «αίσθημα επιείκειας ποτέ –ούτε στις χειρότερες περιπτώσεις− δεν αποχωρίζεται από το Δίκαιο». Πριν από τη χρονική περίοδο στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία του Ωραίου Λοχαγού, το Συμβούλιο της Επικρατείας συνομολογεί πλήρως την ανωτέρω θέση του Μένη Κουμανταρέα. Με τη νομολογία του θέλει ν’ αποτραβήξει επιτέλους από τους ώμους των αδικαίωτων πολιτών έναν καφκικό μανδύα: την άρνηση της Δημόσιας Διοίκησης να συμμορφωθεί προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επικαλούμενη πανομοιότυπες σαθρές αιτιολογίες. Στην Ελλάδα όμως οι δικαστικές αποφάσεις ενίοτε έχουν τη μοίρα που συχνά επιφυλάσσουμε στους νόμους και δεν εφαρμόζονται. Έτσι, στο βιβλίο, παρότι οι τρεις πρώτες αιτήσεις ακυρώσεως του Λοχαγού κρίνονται ευνοϊκά –ακυρώθηκαν αρχικά δύο στασιμότητες και εν συνεχεία η αποστρατεία του−, ο στρατός, το 1967, αγνοεί για τέταρτη φορά την απόφαση του ΣτΕ κι εμμένει στην απομάκρυνση του αξιωματικού από τους κόλπους του.

Τα εκτροχιασμένα πολιτικά γεγονότα από το 1959 έως το 1968 −Ανένδοτος, δολοφονία Λαμπράκη, Ιουλιανά, δολοφονία Πέτρουλα, δίκη του ΑΣΠΙΔΑ, Χούντα− συνυφαίνονται αριστοτεχνικά και ανάερα με την υπόθεση. Ο συγγραφέας τα παραθέτει όπως ο υποβολέας τα λόγια στους ηθοποιούς. Ίσα για να μη σπάσει ο κυματισμός του λόγου. Διότι κρίσιμο μέγεθος στο μυθιστόρημα δεν είναι βεβαίως η πολιτική τοιχογραφία, αλλά: H εικονοποιία της φθοράς −προσώπων και θεσμών− και οι αναπότρεπτες διαψεύσεις. Η υποδήλωση πως οι αξίες, χωρίς ατομικές θυσίες, είναι και αυτές ετοιμόρροπες. Η εκτύλιξη των αθέατων μηχανισμών της εσωτερικής μας δουλείας. Οι πολιτικές εξελίξεις επιγράφουν αβίαστα το βαθύτερο φόντο της αφήγησης, ώστε να υποβάλλουν υποδόρια και διαχρονικά στον αναγνώστη την απόλυτη βεβαιότητα: κάθε εποχή έχει τον δικό της Ανένδοτο και στην Ιστορία δεν υπάρχει καμιά γενιά χωρίς θύματα.

Τα δύο πρόσωπα

Ποιος είναι επιτέλους ο ωραίος Λοχαγός και πώς η παρέλευση οκτώ ετών τον απογυμνώνει από την πνευματική του ρώμη και την αίγλη που εκπέμπει το παρουσιαστικό του; Οκτώ χρόνια, όσα ακριβώς ο Οδυσσέας έψαυε μάταια τις στιλπνές υποσχέσεις στο νησί της Κίρκης και της Καλυψώς. Τι σύμπτωση, στο ίδιο χρονικό διάστημα ο νεαρός αξιωματικός βιώνει μια επαγγελματική, ερωτική και κοινωνική οδύσσεια και αδόκητα το σφρίγος του «να νικήσει στη ζωή» εξατμίζεται σαν ψεύτικη υπόσχεση. Όταν ήταν νεότερος, ονειρευόταν να σπουδάσει νομικά, φιλοδοξία που χωρίς την οικογενειακή υποστήριξη απολιθώθηκε. Έρχεται στην Αθήνα από την επαρχία, όπου μεγάλωσε, κι επιλέγει, αποκλειστικά για επαγγελματική αποκατάσταση, τη Σχολή Ευελπίδων. Όμως λόγω του χαρακτήρα του παραμένει ξένο σώμα στο στράτευμα. Απροσδόκητα η Μαρία, η αρραβωνιαστικιά του −όταν ο δικαστικός κυκεώνας στον οποίο εμπλέκεται και η εχθρική στάση των συναδέλφων του βραχυκυκλώνουν την ψυχική του υγεία−, τον εγκαταλείπει για κάποιον Ταγματάρχη ή Συνταγματάρχη. «Αυτό το κορίτσι από ενωρίς είχε κλίση για τον στρατό», του λέει ο Σύμβουλος μόλις το μαθαίνει. «Μόνο που δεν υπολόγισε σωστά· μέτρησε λάθος άστρα», απάντησε ο Λοχαγός. Αίφνης καταβυθίζεται «στα ύψη μιας θριαμβευτικής απελπισίας. […] Τόσο πένθιμο και αργό ήταν το βάδισμά του, ώστε άθελά μου σηκώθηκα να τον προϋπαντήσω. […] Χωρίς να το θέλω, θυμήθηκα την ιταλική παροιμία: A morire c’è sempre tempo: Για να πεθάνει κανείς, υπάρχει πάντα καιρός. “Λοιπόν, μη βιάζεσαι!” ήταν σαν να του υπαγόρευε η μοίρα».

Θα άρμοζε ενδεχομένως να θεαθεί ως σύγχρονος Οιδίποδας, χαρακτήρας σημερινός και ταυτόχρονα διαιώνιος που αναζητεί τι έφταιξε και χάθηκε αναίτια το δίκιο του σε κάθε πεδίο. Θα μπορούσε κάλλιστα να απευθύνει στη Σφίγγα του προσωπικού του εφιάλτη την απόφανση που βγάζει ο Οιδίποδας του Παζολίνι: «Η άβυσσος που θέλεις να με ρίξεις βρίσκεται μέσα σου». Και τι μυστήριο, με τις επιλογές του ο ωραίος Λοχαγός είναι σαν να διαχέει ετούτη τη φράση στις πτυχές όσων σκέφτεται, πράττει, νιώθει.

Στο άλλο σκέλος, ο συνταξιούχος πια Σύμβουλος. Αφηγείται την παλιά, ατυχή νομική περιπέτεια του ωραίου Λοχαγού σε έναν άλλο Λοχαγό, ο οποίος τον επισκέπτεται στο σπίτι του επ’ ευκαιρία μιας δικής του επίδικης υπόθεσης. Δεν έχουμε παρά δύο πρόσωπα αντικριστά σε δύο πολυθρόνες, τον αφηγητή και τον ακροατή. Ο Μένης Κουμανταρέας, εμβαθύνοντας στο νομικο-στρατιωτικό σύμπλεγμα και στην ιδιωτική σφαίρα, αναπαράγει μια πρωτότυπη μουσική δωματίου. Ο αναγνώστης υπεισέρχεται αυτόματα στη θέση του ακροατή και η αφήγηση τον συνεπαίρνει κατά τον ίδιο τρόπο που ο ηλικιωμένος δικαστής εξυψώνεται με την ακρόαση έργων του Μπαχ ή του Μότσαρτ. Το ουσιώδες όμως είναι πως ο αναγνώστης, καθώς γίνεται μάρτυρας σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών, συναισθάνεται ότι δεν αποκλείεται και ο ίδιος κάποτε να θεωρηθεί περιττό εξάρτημα για την εξουσία. Αντίθετα, στο τέλος ο αξιωματικός στον οποίον ο Σύμβουλος εξιστορεί την περίπτωση του ωραίου Λοχαγού, γειωμένος στα νιάτα και στην πεποίθησή του ότι εκείνος μπορεί να κερδίσει κάθε μάχη στη ζωή −δύο χαρακτηριστικά που επίσης διέθετε ο ωραίος Λοχαγός και απερίφραστα θαύμαζε ο δικαστής−, κρίνει ότι όσα άκουσε αφορούν ένα αμετάκλητα ξεπερασμένο παρελθόν. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; «Έφυγα με βήμα ταχύ, χτυπώντας τα τακούνια μου» είναι η τελευταία φράση στο μυθιστόρημα. Αυτός είναι ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας για ν’ απομακρυνθεί ο ακροατής Λοχαγός από το σπίτι του Συμβούλου. Ίσως διότι οι αφηγήσεις και οι φαντασιώσεις του Άλλου μάς καταδιώκουν παντοτινά.

Τι κρύβει ο άψογος Σύμβουλος; Και στο δικό του σύμπαν, ιδιωτικό κι εργασιακό, παραμονεύει η «θριαμβευτική απελπισία». Ζει επιλεκτικά μόνος, με τη φροντίδα μιας γηραιάς οικονόμου, της Σοφίας − τι ταιριαστό όνομα για κάποιον που διευθετεί τις ημέρες σου. «Κάθε άνθρωπος χρειάζεται σκλάβους και καθαρό αέρα. Το να εξουσιάζεις σου επιτρέπει ν’ αναπνέεις, δε συμφωνείτε;» Το ερώτημα του Καμί από την Πτώση μοιάζει ολωσδιόλου απαντημένο, λίγο προτού ο ωραίος Λοχαγός και ο Σύμβουλος αντικρίσουν τη δική τους κατάπτωση.

Όταν ένα βράδυ η Σοφία απορεί «τι είναι πάλι αυτό το “Ένα-ένα-τέσσερα”» που φωνάζουν οι διαδηλωτές στον δρόμο, ο δικαστής τής εξηγεί ότι είναι το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος. «“Και τι λέει αυτό το άρθρο;” επέμεινε η Σοφία. “Ότι η τήρησις του Συντάγματος επαφίεται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων”. Οπότε, η αγράμματη μεν αλλά παντογνώστης Σοφία μού απεκρίθη: “Μα αν δεν το ξέρουν και περιμένουν από το Σύνταγμα για να το μάθουν, τότε χαιρέτα μας τον πλάτανο!”». Λόγια που ανυψώνουν τη γριά οικονόμο σε κορυφαία Χορού και αποτυπώνουν το χάρισμα του Μένη Κουμανταρέα να εδραιώνει πρόσωπα κι αισθήσεις, να αναβαπτίζει το τετριμμένο. Ο Σύμβουλος στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει ποίηση, παίζει στο πικάπ δίσκους συμφωνικής μουσικής και ανταποκρίνεται σε κοσμικές εξόδους, συνήθως με τη συνοδεία μιας εξίσου μοναχικής και διακριτικής φίλης. Η κοινωνική θέση του ως ανώτατου δικαστή και η εξέχουσα φυσιογνωμία του ξεδιπλώνουν πάντως ένα μετέωρο νήμα στην ευρύχωρη καθημερινότητά του, που δε θα αργήσει κι αυτή να ξεφτίσει. Καταλήγει πρόωρα συνταξιούχος, ένα σάψαλο που αχνοφέγγει όπως τα περασμένα και που στα χέρια του δεν κρατά πλέον τα ηνία, αλλά τους φευγαλέους κόκκους από τη δίνη των γεγονότων.

Η υφέρπουσα έλξη

Το ξεθώριασμα της εκτυφλωτικής παρουσίας και σαγηνευτικής προσωπικότητας του Λοχαγού, καθώς και η σταδιακή αποσάθρωση των ιδανικών και της αθωότητας, δε συνιστούν φυσικά ένα είδος παθητικής, άβουλης κατάληξης. Πρόκειται, αντιθέτως, για ζωηρή γνώση. Το κάλλος, είτε αφορά το πρόσωπο είτε το απείκασμα της ψυχής σε αυτό, δεν είναι παρά «ένα ποίημα που η φύση χαρίζει προσωρινά στον άνθρωπο». Πρόκειται για «ποίημα» ολόιδιο με σπάραγμα της Σαπφούς για τον ωραίο Άδωνι, που ξεψυχάει, για δωρεά που μπορείς να την ερμηνεύσεις μόνο με την ακεραιότητα του χαρακτήρα σου.

Η ανομολόγητη, μονοδιάστατη ερωτική έλξη του Συμβούλου προς τον νεαρό αξιωματικό ξεκινά σαν adagio που δε φτάνει ποτέ σε Allegro molto vivace. Δεν εκδηλώνει το παραμικρό. Υποθάλπει τα αισθήματά του μέσα στο κέλυφος της δημόσιας εικόνας του. Λες και τον θερμαίνει αρκούντως η πολυδιάστατη πνευματική ηδονή και θεωρεί ιδεώδες στήριγμα τη στιχομυθία από τον Χαρμίδη: «Αυτός ο νέος, εάν γδυθεί, θα σου φανεί πως είναι απρόσωπος», λέει στον Σωκράτη ο Χαιρεφών. «Τόσο πανέμορφο σώμα έχει». «Ακαταμάχητο μου τον παρουσιάζεις», σχολιάζει ο είρων δάσκαλος, «εάν τυχαίνει να έχει ένα τόσο δα μικρό προσόν». «Ποιο;» ρώτησε ο Κριτίας. «Αν γεννήθηκε με καλή ψυχή».

Διά ταύτα

Ο ωραίος Λοχαγός, μυθιστόρημα-ορόσημο στην πεζογραφία του Μένη Κουμανταρέα, καταδύεται στην προσωρινότητα, στο φευγαλέο, στο μερίδιο πλήρωσης που μονίμως διαφεύγει μέσ’ από τα χέρια μας – γεγονός που οφείλει κανείς να το επωμιστεί. Προς το επικείμενο τέλος καθετί εναρμονίζεται σε ονειρική τροχιά: «Εκείνο το βράδυ είδα πως ήταν Καθαρά Δευτέρα. […] Είχε ήλιο πολύ και γέλια καμπάνιζαν στον αέρα, όταν κάποια στιγμή ο αετός μου μπλέχτηκε σ’ ένα καλώδιο του ηλεκτρικού. Προσπαθούσα να τον ξεμπλέξω, όταν κάποιος νέος προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Ήταν νέος πολύ και όμορφος μου φάνηκε μέσα στα γιορτινά του, κάτι ανέμελο ξεχείλιζε από το γέλιο του και πιάσαμε μαζί τον σπάγκο να ξεμπλέξουμε τον αετό. Μα τότε απότομα, σαν από κάποιο βραχυκύκλωμα, ο ήλιος έσβησε, ο νέος χάθηκε, χάθηκαν τα γέλια, η μέρα βούλιαξε οριστικά».

Ο Κουμανταρέας ανιχνεύει και μεγεθύνει όσα ίχνη καταλείπονται συνειδητά και ασυνείδητα κατά τη νομοτελειακή τροχιά μας γύρω από το ανέφικτο. Σμικρύνει στοργικά το άλγος για τις απώλειες που ποιος, αλήθεια, δεν κουβαλά. Το ήθος, ο ερωτικός παλμός, η ψηλάφηση του αγνώστου και η δίψα για δικαίωση τόσο από την πλευρά του δικαστή όσο και του αξιωματικού προεκτείνουν θεμελιώδεις άξονες: την ελεύθερη επιλογή του στρατοπέδου στο οποίο θα ενταχθείς και τη σταθερή περιέλιξη της ατομικής σου διαδρομής σε απαράβατες αρχές. Διόλου τυχαία στον επίλογο της αφήγησης προβάλλει ο στίχος του Κάλβου: «Ο γέρων φθονερός και των έργων εχθρός». Πράγματι, στον Ωραίο Λοχαγό ο Μένης Κουμανταρέας χαρτογραφεί τη φθορά προκειμένου να της προσδώσει αναλαμπές, όχι ασφαλώς για να κοσμήσει, αλλά για να δικαιώσει εντέλει το στερέωμα του ανθρώπινου βίου.