ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

«Είμαι Υπηρέτης δύο αφεντάδων».
Έτσι νομίζει και βλέπει τους συμπαίκτες
ανώτερους, όχι γυμνούς.
Ένα είδος θεραπείας και όχι τυραννίας.
Μπερδεύει τη ζωή με την τέχνη.
Μην ακούς.

Τελείως ατυχής ο τίτλος του Γκολντόνι.
Όσο κι αν δε φαίνεται ακόμη
ψυχόδραμα παίζεται εδώ.
Με υπηρέτη το μυαλό, ποιο σώμα.

Κριτική του Γιώργου Βέη για την ποιητική συλλογή «Πρώτο Φως»

του Γιώργου Βέη
Η Αυγή, 11.10.2009

Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του Άγη Μπράτσου. Ο οργίλος λόγος, άμεσα συνυφασμένος με τα δρώμενα στην ευρύτερη πολιτική σκηνή, δεν θέλει να αποκρύψει την απώτερη ουμανιστική καταγωγή του. Γειωμένος σταθερά στην πολιτική κοινωνική πραγματικότητα, ζητεί βεβαίως να τη βελτιώσει. Το παιχνίδι φαντασίας-ρεαλισμού αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς περιδιαβάζουμε τους αρτιότερους των στίχων. Συγκρατώ ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν επαίρεται, αλλά προσπαθεί συνειδητά να βρει τρόπους για να αρθρώσει έναν ουσιαστικότερο λόγο, χωρίς να προσκολλάται στις συμβάσεις του συρμού. Η ειδικότερη τάση των στίχων να αποβάλουν τα περιττά ή οχληρά στοιχεία λειτουργεί ευεργετικά. Ξεχωρίζω εν προκειμένω το εξής: «Τρομοκρατία είναι το πάθος/ να ζουν οι άλλοι όπως εμείς./ Μια επιβολή σε όλα/ τα μήκη και τα πλάτη γης/ θρυαλλίδα γίνεται στο χάος./ Κι εμείς εντός του κατοικούμε». Το εμφανώς αισθητικά ευαισθητοποιημένο εγώ έχει μάθει δηλαδή να παραχωρεί στον Άλλο ικανό χώρο και χρόνο για να αυτοπροσδιοριστεί και να συνομιλήσει. Αυτή η εγγενής φιλότητα των εκφάνσεων προσδίδει ενίοτε ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα. Τα υποκείμενα αποκαλύπτουν περαιτέρω ιδιότητες και χαρακτηριστικά εαυτών, ο χρόνος διαστέλλεται κατά το δοκούν, οι αφορισμοί διακρίνονται για την εννοιολογική αμεσότητά τους, ενώ τα πράγματα αφήνονται ελεύθερα να προβάλουν ορισμένες καίριες πτυχές τους. Η καλά ασκημένη παρατηρητικότητα συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόσφορη αποτύπωση του πρωτογενούς συγκινησιακού υλικού. Κοντολογίς, το επιλεγμένο ρήμα και τα παρεπόμενά του λειτουργούν αφαλκίδευτα. Παραθέτω αυτούσια την «Ευκαιρία»: «Καλοκαίρι ξανά και δεν αλλάζουμε θάλασσα./ Το νερό γυμνό σαν τη ζωή μας./ Θέλουμε πάνω του να βαδίσουμε./ Δεν αντέχουμε τον έρωτα χωρίς το θαύμα./ Είναι καιρός τώρα που με φιλήσυχα βήματα/ βαρύναμε το ένστικτο, τα αισθήματα./ Μια ευκαιρία ψάχνουμε να ζήσουμε αλλιώς./ Αν και τίποτα δε ζει δια παντός/ είναι η αστραφτερή λύση, η πονηρή μας ευκολία».

Ποιητικά κέλευθα

του Βασίλη Ζηλάκου
Οδός Πανός, τεύχος 144, Απρίλιος-Ιούνιος 2009

Μου τον σύστησε ο Γιώργος Χρονάς. Εκεί. Στην συναυλία που έδωσε το καλοκαίρι στην Αθήνα ο Leonard Cohen, σε ένα χώρο που τα βράδια θυμίζει έντονα το Mont Royal, το βουνό στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται το πατρικό του τραγουδοποιού, στο πάντα ζωηρό Montreal. Ήταν ο Άγης Μπράτσος. Τον ήξερα. Από την πρώτη συλλογή του, Prίmα Vista, από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Ύστερα από δύο εβδομάδες θα τον μάθαινα καλύτερα από την 7η ποιητική του συλλογή (Πρώτο φως, Εκδόσεις Κέδρος), όπου ο ποιητής καταπιάνεται με το πρόβλημα της ταυτότητας της ατομικής ύπαρξης ενώπιον μιας ολότητας αινιγματικής και σκληρής στο μεταμοντέρνο -εν πολλοίς φρενοειδές και σχιζοφρενές-  σύμπαν μας. Με ύφος άλλοτε φιλοσοφικό και αμερόληπτο και άλλοτε εμπλουτισμένο από μετριοπαθή εξομολογητικό νέο λυρισμό και την πάντα υποβόσκουσα μνήμη (ιδίως όταν μπαίνουν στο μικροσκόπιό του ο έρωτας, η μοναξιά, η γονική και συζυγική σχέση ή η πρόσφατη νεοελληνική ιστορία), τα 46 ποιήματα της όμορφης συλλογής συμμερίζονται μια δοκιμιακού τύπου ανάπτυξη -μορφοποιημένης θαρρείς σε μικρές εξπρεσιονιστικές ψηφίδες- με στόχο να υπαινιχθεί, ή καλύτερα να μορφωθεί στον αναγνώστη, το ασχημάτιστο σχήμα με και μέσα στο οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος κινείται και αυτοπροοδιορίζεται. Ο ποιητής δεν μοιάζει τόσο να ακολουθεί τα ποιήματά του όσο να καταγράφει τις εσωτερικές αλήθειες που αυτά κομίζουν συνδέοντας τα νοήματα που αυτά κομίζουν σε ένα σύνολο όπου διαβιούν τα αποσπάσματα ενός θρυμματισμένου κόσμου.

Για τον Μπράτσο η αναζήτηση του νοήματος δεν είναι μια εσωτερική και άκαμπτη νοητική διεργασία αλλά αποτέλεσμα της συνέπειας που επιδεικνύει η αυθεντική ύπαρξη που θέλει, αν μη τι άλλο, να βιώνει την πραγματικότητα όπως αυτή όντως είναι∙ στο σημείο τομής της αντικειμενικότητας και της υποκειμενικότητας, εκεί δηλαδή που επισυμβαίνει το γεγονός της πρωταρχικής αίσθησης των πραγμάτων και όπου τον βασικό λόγο μπορεί να έχει μόνον η ποίηση ως η πιο γνήσια, έλλογης μορφής, έκφραση του πρωτεϊκού. Του όντως αληθούς. Συνεπώς δεν είναι διόλου τυχαίο που ο Μπράτσος με το πρώτο του και το τελευταίο του ποίημα σηματοδοτεί το «αναπάντεχο» αυτής της μοιραίας συνάντησης στις λέξεις τρομοκρατία και τρομοκράτες, ωσάν αμφότερες να περιγράφουν με τον πλέον ευκρινή τρόπο και με μηδαμινή ρομαντική ένταση τον αποπροσανατολισμό μιας ολόκληρης εποχής αλλά και τον κόσμο στον οποίον ξυπνά και κοιμάται η συνείδηση προσπαθώντας να οδηγηθεί σε μια απόπειρα νηφάλιου στοχασμού.

Η οπτική που υιοθετεί ο Μπράτσος κατά μήκος της συλλογής του είναι συνεπώς τα απλά δεδομένα της συνείδησης των πλείστων εξ υμών, πράγμα που προσδίδει στο έργο ειλικρίνεια και ρεαλισμό: ο κόσμος πλάστηκε με ψέματα και με την ασίγαστη δίψα για περισσότερη εξουσία. Αυτός είναι ο κόσμος μας. Αυτός ήτανε πάντα ο κόσμος. Τρόμος. Όπου μέσα του ψυχορραγεί η επικοινωνία και θριαμβεύει το κενό, η διάψευση, το πέρασμα του χρόνου. Η ζωοδόχος «αδιαφορία» της φύσης και η απουσία της αγάπης. Η συλλογή Πρώτο Φως συναρπάζει με τον κυνισμό της, τον μειλίχιο καταγγελτικό της τόνο και την αποστασιοποιημένη -μα και κάποτε σκεπασμένη- ευαισθησία της, χαρακτηριστικά που όπως θέλω να πιστεύω προέρχονται από την διάθεση του ποιητή να απεικονίσει με αντικειμενική πιστότητα το χάος στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου (αλλά όχι μόνον αυτού) και να δημιουργήσει συναισθήματα. Κλείνοντας την συλλογή του Άγη Μπράτσου ένας αέρας αισιοδοξίας πνέει πάνω από τις σελίδες. Μήπως η αληθινή ελευθερία είναι η επίγνωση και η παραδοχή της ανελευθερίας; Με δειλία ανοίγω ξανά το βιβλίο. Τα μάτια μου πέφτουν στους παρακάτω στίχους:

Μα οι λέξεις δεν είναι παίξε γέλασε.
Κι ίσως ελευθερία δεν είναι η άνοδος στο φως
αλλά μια κάθοδος στο πιο κυτταρικό σκοτάδι.

Κριτική του Βασίλη Καλαμαρά για την ποιητική συλλογή «Πρώτο Φως»

του Βασίλη Καλαμαρά
Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, τεύχος 552, Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

Η έβδομη ποιητική συλλογή του 46χρονου Άγη Μπράτσoυ υπόσχεται αισιοδοξία σε μια εποχή που όλα θέλουν, λες και από μαζοχισμό, να βυθίζονται στο σκοτάδι, Το γνωρίζει εντούτοις καλά το σκοτάδι, στο παρελθόν της πρόσφατης νεοελληνικής Ιστορίας, ως μνήμη, άσβεστο, στο απώτατο τού ηρακλείτειου στοχασμού, στο σχεδόν παροντικό, ως συνομιλία πατέρα και παιδιού∙ τέλος, δεν διστάζει να αποτίσει φόρο τιμής στους ποιητές που χρωστάει, στην τελευταία ενότητα, την οποία αφιερώνει στην Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Στο «Όλα γνωστά» είναι ο αξιωματικός της αντιδικτατορικής δράσης Τάσος Μήνης (1919-2006) που εμπνέει, ιδωμένως με τα μάτια ενός δεκάχρονου αγοριού. Τα «Άκεα» (=φάρμακα) είναι η μνήμη του σώματος, όταν  το σώμα θυμάται ως σκεπτόμενο όργανο αισθαντικότητας. Στην ίδια ενότητα ο τίτλος «Κι αίφνης, Ηράκλειτε» παραπέμπει ευκόλως στο θέμα. Έχουμε έναν διάλογο ποιητικώ τω τρόπω με τον προσωκρατικό φιλόσοφο της στιγμής, ως στιγμιαία αποκάλυψη ζωής: ζήσε το τώρα ως το άπαν του παροντικού χρόνου, χωρίς να αφήνεσαι σε μελλοντολογίες. Το «Πρώτο φως» -ο τίτλος της τρίτης ενότητας που τιτλοφορεί και την ποιητική συλλογή- είναι ο διάλογος πάνω στην απαντημένη αναπάντητη ερώτηση: «Πού ήσουν κρυμμένος, μπαμπά;». Αντιλαμβάνεσθε ότι το παιχνίδι είναι παρόν αυτοπροσώπως, ως κλείσιμο του ματιού στο παιδί που ήταν κάποτε και δεν το ξέχασε ο Άγης Μπράτσος. Η επαναφορά του νέου δεν είναι οι νέοι κανόνες, αλλά οι παλιοί, ούτε των κερδών ούτε των απωλειών. Τέλος, στη «Μουσική για την Emily» έχουμε το καλοκουρντισμένο αισθηματικό στέρνο μπροστά στη βία: της σύγχρονης Παλαιστίνης, του αδιέξοδου καθημερινού αλληλοσκοτωμού, της 6ης Αυγούστου, ημέρας που βούλιαξε η Χιροσίμα μέσα στο «μανιτάρι» της πυρηνικής βόμβας, των πρώτων ημερών της επτάχρονης δικτατορίας, της μοντέρνας βίας, της τρομοκρατίας, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

“Πρώτο Φως” – Άγης Μπράτσος

vakxikon.blogspot.gr

Κι όμως ο κόσμος είναι δίκαιος.
Γι’ αυτό δίχως τύψεις το σκοτώνω στο μαξιλάρι.
Ποιός αμφιβάλλει ότι κάθε κουνούπι είναι ένοχο;
Επιτέλους μόνος θα ψηλαφίσω τον ύπνο.

Πολιτικός, κοινωνικός στίχος που διατρέχει τις ημέρες τη χούντας κι εκείνες τις μαύρες αλλά επαναστατικές στιγμές του Πολυτεχνείου. Με διάθεση νοσταλγική και ύφος επιθετικό, αντιπαραβάλοντας τη σημερινή βαρβαρότητα συγκρινόμενη με το “ένδοξο” παρελθόν, ο νομικός Μπράτσος, στην έβδομη ποιητική συλλογή του αδιαμφισβήτητα θεωρείται από τις πιο μεστές φωνές των καιρών μας.

Ποιητική κινητικότητα

του Κώστα Καναβούρη
Διαβάζω, τεύχος 494, Μάρτιος 2009

Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη: «Όλα γνωστά», «Άκεα», «Πρώτο Φως», «Μουσική για την Emily». Ποίηση που δεν προέκυψε έτσι εύκολα. Παιδεμένη από διαβάσματα και διαβάσματα, ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται, αν και μερικές φορές φαίνεται να υποκύπτει  στον πειρασμό κάποιων φιλολογισμών. Δεν τους χρειάζεται γιατί υπάρχει γερή σκεύη, άσε που η ποίηση δεν αποζητά επίδειξη πληθώρας γνώσεων. Εφόσον υπάρχουν –και εδώ υπάρχουν- θα αναδυθούν. Άλλωστε ο Α.Μ. έχει ευρύτατο πεδίο κίνησης και συγκινητική ευρυχωρία θεμάτων που τον έχουν συνεπάρει, ώστε είναι άδικο για τον αναγνώστη να μην τον αφήνει πάντοτε να συνεπαρθεί και εκείνος. Δείγμα γραφής: «Καλή μου αιωνιότητα/δεν ήθελα να σε κάνω δική μου πάση θυσία/Κι αν είμαι γεμάτος απορία/ είναι που δε βρίσκω λύση/Γιατί να ζούμε σαν ξένες προς τη δική σου φύση/τόσες αμέτρητες στιγμές».

Κριτική στο περιοδικό Ευθύνη για την ποιητική συλλογή «Σκληρή Αφή»

Με μια εύστοχη ποιητική ανάπλαση της καθημερινότητας πλάθει το νέο του βιβλίο «Σκληρή αφή» (εκδ. Κέδρος) ο Άγης Μπράτσος, κι όμως, από ποίημα σε ποίημα ακροπατεί μια έντονη μελαγχολία, καθώς ο ποιητής αναζητεί αδιάκοπα, με στίχους δραστικούς, το πρόσωπό του.

Καταγράφοντας καίριες αισθήσεις

του Γιώργου Βέη
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Κ, τεύχος 9, Νοέμβριος 2005

Τα είκοσι ένα κομμάτια του τέταρτου ποιητικού βιβλίου του Άγη Μπράτσου είναι σαφώς ομότροπα, τεχνηέντως συμπυκνωμένα, κατεξοχήν ανθρωποκεντρικά. Βεβαίως, μαρτυρούν κραυγαλέα υπαρξιακά αδιέξοδα και δεν παύουν να απομονώνουν με μεγάλη συχνότητα επίπεδα ηθικών κρίσεων, αποκρυσταλλώνοντας στις ευτυχέστερες των περιπτώσεων αρχετυπικά άγη. Με την ομολογούμενη πείρα που έχει αποκομίσει από τη μακρινή πλέον εκείνη πρώτη, αναπόφευκτα πληθωρική αλλά θεματολογικά ενδιαφέρουσα ποιητική του συλλογή, την Prima Vista, που κυκλοφόρησε δέκα χρόνια πριν, από τις εκδόσεις «Οδός Πανός», ο στίχος αντιπαρέρχεται με φανερή άνεση τους κινδύνους ενός αφόρητου, παρατεταμένου ερμητισμού, αλλά και τις όποιες αυτοπαγίδες της αγοραίας αισθηματολογίας.

Το εγώ συνδιαλέγεται στηv ανοικτή σκηνή του ποιήματος ακόμη και με ερμαφρόδιτους, αμφίφυλους χαρακτήρες, επισημαίνοντας με νηφαλιότητα ιδιοπροσωπίες, συμπλέγματα και εμμονές. Μπορεί «Βαθιά μας ο εξωτισμός μέρα νύχτα» στο «Γλώσσα τραβεστί» (βλ. σ.29) να προσδιορίζει τη συντεταγμένη του ψυχολογικού κλίματος, αλλά ο σεβασμός της ετερότητας και η συνεπαγόμενη ισονομία ταυτοτήτων ανάγονται σε καθολικές αρχές βίου. Οι αφορισμοί δεν καλολογούν, ούτε μυθοποιούν, απλώς διαφωτίζουν. Τα πράγματα δηλαδή είναι γυμνά, αλλά όχι εκχυδαϊσμένα. Ο φίλιος, ο διακριτικά διατυπωμένος φιλάνθρωπος λόγος τείνει μάλιστα να εξομαλύνει, να συναιρέσει προς το τέλος του ποιήματος τις εναντιωματικές ροπές, τα πάθη της νύχτας, τους εφιάλτες της ημέρας.

Το ποιητικό υποκείμενο δεν λαλεί απλώς, αλλά τεκμηριώνει φραστικά την απώτερη αίσθηση του πραγματικού. Διαβάζοντας με προσοχή το «Τόσοι θεοί», καταλήγουμε κι εμείς στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος ενδέχεται κατά πάσα πιθανότητα να είναι αλλιώς:

«Τόσοι θεοί για να πιστέψεις και άνθρωπος κανείς».
Με φραστικά πυροτεχνήματα διασχίζεις πάλι την απουσία.
Ο ουρανός ανέκφραστος παρά τη φαντασμαγορία.
Σαν να κάνει μυστικά μια ευχή:
Όσο αντέχεις ν’ ακούς το σώμα, μην το χαλάς με σκέψεις.
(βλ. σ. 27.)

Αρθρωμένη στους αντίποδες του ενδημικού ναρκισσισμού, που ταλανίζει άλλους ομηλίκους και μη ομοτέχνους του ποιητή, η Σκληρή αφή αντιστέκεται τόσο στις Σειρήνες της κάθε είδους βαρύγδουπης συνθηματολογίας, όσο και σε εκείνης της αγοραίας, ποιητικίζουσας έκφανσης. Το ουσιαστικό διαθέτει την αρχική μαρμαρυγή του. Το εύρημα δεν οδηγείται στη ραγδαία αυτοϋπονόμευσή του. Το ρήμα εξακολουθεί να αιφνιδιάζει, σπεύδοντας να προωθήσει την ανάπτυξη της κυτταρικής ποιητικής ιδέας, αλλά δεν φθείρει την αναγνωστική πρόσληψη. Κι αυτά συμβαίνουν συστηματικά, αποτελώντας ταυτόχρονα τα κυρίαρχα γνωρίσματα της συλλογής, η οποία συνεχίζει να διερευνά τις υφολογικές προοπτικές, πoυ πρότειναν τα προηγούμενα βιβλία του Άγη Μπράτσου. Ενδεικτικό παράδειγμα ας είναι πρόχειρα το εξής από το «Ιούλιος, 19:45».

Εύφλεκτα χρώματα θέλγουν συνειδήσεις.
Ενυπάρχουν στη φύση ουτοπίες.
Τη δική μας εννοείται.
Αλτ, τις απορίες λύσατε,

από την αμέσως προηγούμενη εμφάνισή του, δηλαδή το Σαν μουσική, του 2001, «Κέδρος», σε συνδυασμό με την κατεργασμένη, πολύσημη παρρηοία του «Σαν σήμερα» από την πρόσφατη συλλογή του:

Νότες σκληρής αφής
θα έκρουαν θύρες μεγαλείου.
Η μουσική ανένδοτη.
Σ’ ένα τελείως παράφωνο σύμπαν μάς μάγεψε.
Σήμερα εσύ το λες αυταπάτη.
Εγώ σκέτη απόγνωση. Από τότε.
(Απόσπασμα, βλ. σ. 26.)

Από την άλλη πλευρά, η εμπέδωση της μαθητείας στη σχολή του ύστερου υπερρεαλισμού υπήρξε γόνιμη. Όπως ακριβώς και η μελέτη των τρόπων της επαρκώς συγκερασμένης λυρικής κατάθεσης. Γι’ αυτό και το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει ομολογουμένως τις προσδοκίες και τις εύστοχες προσαρμογές της κειμενικής αφετηρίας.

Κριτική της της Φαίδρας ΖΑΜΠΑΘΑ – ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ για την ποιητική συλλογή «Σαν Μουσική»

της Φαίδρας ΖΑΜΠΑΘΑ – ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Ριζοσπάστης, Πέμπτη 18 Απρίλη 2002

Ο Άγης Μπράτσος πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση το 1995 με τη συλλογή «PRIMA VISTA». Ακολούθησε η «ΖΩΗΡΗ ΘΕΑ» (1998). Ερωτικός με λυρικούς στίχους στη συλλογή του «Σαν μουσική» τραγουδάει την αγάπη και τον έρωτα, μέσα από μια ποιητική «μουσική». Αφαιρετικός, χτίζει τη ραχοκοκαλιά της ποίησής του με λόγο σφιχτό, δίνοντας έμφαση στο συναίσθημα και στις διεργασίες της ψυχικής του δόνησης.
«Περιεργάζονται με δέος επιθυμίες. / Ενδέχεται να εκραγούν ανά πάσα στιγμή».
Βαθιά ανθρώπινος, αληθινός, στέρεος διεισδύει στα μυστικά της ζωής, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις εναλλαγές και τις αντιφάσεις.
«Αφόρητο να θυμάσαι. / Στα κενά βρίσκουν έδαφος οι μνήμες / και στήνουν πλούσια σκηνικά για πτωχές συνειδήσεις» (Εκδόσεις «Κέδρος»).

Κριτική του Βασίλη Καλαμαρά για την ποιητική συλλογή «Σαν Μουσική»

του Βασίλη Καλαμαρά
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ 2001, Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, τεύχος 183, 14.12.2001

Ειρωνικά επινοεί και ειρωνικά φθάνει στο αποτέλεσμα. Μπορεί να χορτάσαμε, είναι σαν να μας λέει, μάτια, στομάχι και αυτιά, φαΐ της ύλης και το άλλο το άυλο, αλλά τι να το κάνεις, όταν ακόμη και το θαύμα που περιμένεις μαζί με άλλους, λίγους ή πολλούς, διαφορετικούς, σου φαίνεται μη πραγματοποιήσιμο; Τον πολιτισμό που μόνον πολιτισμός δεν είναι κι ας έχει τόσα στολίδια κι ας έχει τόσα πλουμίδια, δώρα που δεν είναι δώρα, καθώς η θλίψη κατεβαίνει επί των κεφαλών μας και πώς να την εξαγοράσεις. Έτσι, τα δώρα αλλάζουν φορά ενέργειας κι από θετική γίνεται αρνητική, κατάρα σ’ ένα σπίτι που φτιάξαμε με των απορρυπαντικών τα αρώματα, τα χρώματα τα βιομηχανικά, τροφές με συντηρητικό, έτσι και οι ψυχές. Ψυχές νεκρωμένες μπροστά στην ταχύτητα των νέων καιρών, θεατές ενός έργου προβλέψιμου, κι από κοντά όλα προβλέψιμα: πού θα πάω, τι θα δω, τι θ’ ακούσω. Σαν μουσική όλα ετούτα ακούγονται· όχι η μουσική είναι απούσα.