Ο Βασίλης Βασιλικός επιτέλους αυτοβιογραφείται

Μετά από 120 βιβλία πεζογραφίας, δοκιμίου, θεάτρου και ποίησης, ήρθε η ώρα της αυτοβιογραφίας για τον εμβληματικό συγγραφέα. Με αφορμή την κυκλοφορία του “Η Μνήμη Επιστρέφει με Λαστιχένια Πέδιλα” μίλησε στο Magazine.

Συμβαίνει κατά κόρον και μόνο περίεργο δεν είναι να αποκτά ο αναγνώστης την αυτοβιογραφία ενός icon των γραμμάτων και των τεχνών πρώτα και κύρια για να “ρουφήξει” εκείνες τις ιστορίες, ανάμεσα σε όσες έχει επιλέξει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής τους να αφηγηθεί, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με καθαυτό το αντικείμενό του, δηλαδή με ζητήματα όπως η έμπνευση και η υλοποίηση, αλλά με όσα έχει ζήσει εξαιτίας μεν του όποιου αντικειμένου, στον χρόνο δε που απέμεινε εκτός αυτού που καταναλώθηκε στη δημιουργική διαδικασία.

Κανείς λοιπόν δεν θα παρεξηγήσει όποιον/α αποκτήσει το “Η Μνήμη Επιστρέφει με Λαστιχένια Πέδιλα”, την αυτοβιογραφία του Βασίλη Βασιλικού, γιατί αδημονεί να διαβάσει, για παράδειγμα, τις ιστορίες πίσω από τις εικόνες που κοσμούν το εξώφυλλο, εικόνες με τον Γκύντερ Γκρας, τον Χούλιο Κορτάσαρ, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Αλέκο Παναγούλη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Δημήτρη Δεσποτίδη, τη Μελίνα Μερκούρη και τον Κώστα Γαβρά.

Φυσικά στις 538 σελίδες του βιβλίου υπάρχουν τέτοιες ιστορίες: για τις σχέσεις του Βασίλη Βασιλικού (ερωτικές, φιλικές, επαγγελματικές, πολιτικές), για τα ταξίδια του ανά τον κόσμο, για τις ενίοτε επεισοδιακές εκδόσεις των βιβλίων του, για τη σαρωτική επιτυχία ορισμένων και το ακαριαίο πέρασμα στη λήθη άλλων, για τη διασημότητα, κ.α. Υπάρχουν, μάλιστα, σε αφθονία και είναι, όπως θα περίμενε κανείς αφού έχουν γραφτεί από τον συγκεκριμένο συγγραφέα, όλες τους συναρπαστικές.

Η πεμπτουσία όμως αυτής της μη κλασικής, όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, αυτοβιογραφίας, βρίσκεται ανάμεσά τους, στα σημεία -άλλοτε αράδες, άλλοτε παράγραφοι, άλλοτε σελίδες ολόκληρες- που ο Βασίλης Βασιλικός αποτυπώνει στο χαρτί τους στοχασμούς του για το πώς είναι να περνάς όλη σου τη ζωή όντας μεν δημόσιο πρόσωπο, κάνοντας όμως επί της ουσίας ένα και μόνο πράγμα: γράφοντας.

Είναι σημεία σαν αυτό:“Σε δυο μέρες πληθώρα τηλεγραφημάτων, από τους τριάντα τρεις εκδότες μου του Ζ, μου ζητούσαν το καινούργιο Ζ, για τον Παναγούλη. Με πλήρωναν προκαταβολικά όσα λεφτά ήθελα. Ο λόγος που τους έπιασε αυτό το αμόκ ήταν ένα σκίτσο που δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στη LeMonde, τη γαλλική εφημερίδα, δείχνοντας ένα Mirafioriνα ντεραπάρει και τα λάστιχα να γράφουν στην άσφαλτο ένα ζιγκ ζαγκ στο σχήμα του Ζ. Το σκίτσο, με την επιτυχημένη αναφορά στην υπόθεση Λαμπράκη, έκανε τον γύρο του κόσμου. Και οι εκδότες ξύπνησαν από τον λήθαργό τους εκλιπαρώντας με, με τέλεξ και τηλεγραφήματα, για το Ράμπο Νο 2. Μπορούσα να εκμεταλλευτώ την περίσταση, να γεμίσω τις τσέπες μου λεφτά και να τους δώσω μια πατάτα στο πιάτο, με σάλτσα Μπάλτσα. Δεν το έκανα. Τους αρνήθηκα κατηγορηματικά. Ήμουν πολύ κοντά στον Αλέκο, για να τον δω σαν θέμα βιβλίου. Τον Λαμπράκη ποτέ δεν τον είχα γνωρίσει. Τους ανθρώπους σου, που αγαπάς, δεν τους σκέφτεσαι σαν κείμενο. Το κείμενο είναι πάντα μια προδοσία”.

Ή σαν αυτό: “Μόνο μια τέχνη, ένα επάγγελμα δεν μπορεί να ξεφύγει του καημού του: το συγγραφικό. Διότι σε αυτό αναπαράγεται η ζωή, κι έτσι λησμονιά εύκολα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και πολλοί συγγραφείς καταφεύγουν σε ξεδόματα ουτιδανά, για να μπορούν να αναπνεύσουν. Κάνουν τον κηπουρό, τον μάγειρα, τον ταξιδευτή, τον εξερευνητή κοραλλιών, τον ψαροτουφεκά. Μα είναι κυρίως πότες. Μόνο με το πιοτί καταφέρνουν να ξεχάσουν το επώδυνο επάγγελμά τους, που είναι η επιστροφή στο κείμενο, είτε διά του κειμένου είτε διά των κριτικών, αναφορών, επιστολών, τηλεφώνων, φαξ, e-mailκαι τηλεοράσεων, είτε διά του πλέον επώδυνου ‘διάβασα το βιβλίο σου που με συγκλόνισε’. Η μόνη φυγή από την κόλαση της γραφής είναι εντέλει ο ύπνος. Μα κι αυτός δεν είναι πάντα εύκολος”.

Για να το λέει αυτό κάποιος που έχει γράψει γύρω στα 120 βιβλία και είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας πεζογράφος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει. Και στο Magazine εξηγεί, μεταξύ άλλων, πώς έφτασε στην τελευταία και οριστική έκδοση ενός βιβλίου που περίμεναν πολλοί, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Στην τελευταία και οριστική έκδοση της λεγόμενης «αυτοβιογραφίας» μου πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο επιμελητής του βιβλίου, ο Αγης Μπράτσος, με τον οποίο η συνεργασία μας κράτησε πάνω από πέντε μήνες. Ως τότε οι επιμελητές-επιμελήτριες των βιβλίων μου διόρθωναν μόνο τα τυπογραφικά μικρολάθη. Ο Άγης αντίθετα ήταν σαν ένα γιατρός που επεσήμαινε τα «σπυριά» του.

Καθίσταται σαφές από το σημείωμά σας στην αρχή του βιβλίου ότι δεν πρόκειται για μια κλασική αυτοβιογραφία, αλλά για σελίδες ημερολογίου που γράφτηκαν το 1992. Περίπου 500 σελίδες μετά διαβάζουμε ότι επεξεργαστήκατε για δεύτερη φορά το υλικό το 1997, για να καταλήξετε στην οριστική του μορφή το 2020. Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν στο να επιμείνετε ώστε να αποτελέσει το συγκεκριμένο υλικό τον πυρήνα ενός βιβλίου που εξ ορισμού αποτελεί σημαντικό εκδοτικό γεγονός;

Στην τελευταία και οριστική έκδοση της λεγόμενης «αυτοβιογραφίας» μου πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο επιμελητής του βιβλίου, ο Αγης Μπράτσος, με τον οποίο η συνεργασία μας κράτησε πάνω από πέντε μήνες. Ως τότε οι επιμελητές-επιμελήτριες των βιβλίων μου διόρθωναν μόνο τα τυπογραφικά μικρολάθη. Ο Άγης αντίθετα ήταν σαν ένα γιατρός που επεσήμαινε τα «σπυριά» του. Κι αυτό με βοήθησε πολύ για να φτάσουμε στην τελευταία και οριστική του έκδοση.

Τα αποσπάσματα που “γράφει” ο κύριος Μαρούλης, το alter ego σας, όπως τον χαρακτηρίζετε, φροντίζετε ώστε να ξεχωρίζουν ποικιλοτρόπως (ύφος, γραμματοσειρά). Πώς και πότε προέκυψε αυτό το λογοτεχνικό εύρημα;

Προέκυψε από την πρώτη γραφή του το 1992. Κι όπως δεν ήμουν εξοικειωμένος με τα αυτοβιογραφικά βρήκα στον “κύριο Μαρούλη” το δικό μου alter ego ως μυθοπλασία που πάντα προτιμούσα.

Αποτελεί η έκδοση μιας -έστω μη κλασικής– αυτοβιογραφίας τον τρόπο του συγγραφέα να κλείσει κάποιους λογαριασμούς, αφενός με το αναγνωστικό του κοινό, αφετέρου με τον ίδιο του τον εαυτό;
Δεν είχα, σας βεβαιώνω, καμιά τέτοια πρόθεση.

Γράφετε ότι ο κάθε συγγραφέας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αυτοδιαφημίζεται και αναγκάζεται να προωθήσει μόνος τα βιβλία του, διαφορετικά το μήνυμα, που δεν είναι άλλο από την ύπαρξη του ίδιου του κειμένου, όπως στα πραγματικά γεννητούρια, θα έμενε μετέωρο, στα αζήτητα.
Ούτε ποτέ αυτοδιαφημίστηκα ούτε προωθούσα τα βιβλία μου. Τα πρώτα τα έβγαλα «ιδίοις αναλώμασι». Τη «Διήγηση του Ιάσονα», τα «Θύματα Ειρήνης», «Το Φύλλο», το «Πηγάδι», «Τ’ αγγέλιασμα», τη «Μυθολογία της Αμερικής». Τα πρώτα που εξέδωσε εκδότης (Το Θεμέλιο) ήταν το «Εκτός των Τειχών» και το «Ζ». Με τη χούντα, καθώς βρέθηκα στο εξωτερικό, μπήκαν στο σπίτι μου, Αχαιού 1, στη Δεξαμενή, σπάσαν την πόρτα, ευτυχώς είχα πολλά χειρόγραφα στο υπόγειο, αλλά ο θυρωρός σαν αριστερός που ήταν τους παραπλάνησε κι εκεί δεν ψάξαν. Και στο εξωτερικό που βρέθηκα έβγαλα επτά πλακέτες με ποίηση μες τα επτά χρόνια της αυτοεξορίας μου και δώδεκα πεζογραφήματα «ιδίοις πάλι αναλώμασι» με σήμα «Εκδόσεις 8 ½» , τιμώντας έτσι τον Φελίνι.

Είναι επίπονη η κριτική στάση ενός συγγραφέα απέναντι στο ίδιο του το έργο; Πόσο μάλλον ενός συγγραφέα τόσο παραγωγικού όσο εσείς. «Δεν περιμένω να κρυώσει το γεγονός για να το μετουσιώσω σε λογοτεχνία. Εγώ κάνω ό,τι μπορώ ενώ βράζει», γράφετε. Έχουν υπάρξει κατόπιν εορτής περιπτώσεις που θα προτιμούσατε να μην είχατε παράξει “εν θερμώ”;
Εν θερμώ” υποφέρεις απ’ τη ζέστα. “Εν ψυχρώ” από το κρύο. Ανάμεσα στα δυο υπάρχει η άνοιξη και το φθινόπωρο που τα προτιμώ.

Πάσχει από συγκεκριμένες παθογένειες η ελληνική λογοτεχνία;
Δεν υπάρχουν παθογένειες στην ελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει όμως και ενός τύπου “παραλογοτεχνία”, που είναι η “λογοτεχνία” του παρά.

Ποιο είναι το καλύτερο και το χειρότερο πράγμα του να γράφει κανείς ένα βιβλίο τόσο εμβληματικό όσο το Ζ;
Το εμβληματικό όπως το χαρακτηρίζετε «Ζ» επιζεί παγκοσμίως χάρη στην ομώνυμη συγκλονιστική ταινία του Κώστα Γαβρά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Στο βιβλίο σας υπάρχουν ουκ ολίγες σε βάθος αναφορές σε μερικές από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Από το οποίο προσωπικό, θα μπορούσατε συμπερασματικά να πείτε αν μέχρι σήμερα έχετε υπάρξει υπάρξει κατά πλειοψηφία ικανοποιημένος ή απογοητευμένος;

Με βάζετε στα δύσκολα. Εγώ πιστεύω στην τετρακτύ (1+2+3+4= 10) της χώρας. Ήγουν: πόλις, πολίτης, πολιτική, πολιτισμός. Για το τελευταίο όμως οι περισσότεροι διέπρεψαν ως εκπατρισμένοι. Δημήτρης Μητρόπουλος, Μαρία Κάλλας, Ξενάκης, Καστοριάδης, Αξελός, Κουνέλης, Γαβράς, και πλήθος άλλοι.

Συνομιλούμε λίγο μετά την άρση των περισσοτέρων μέτρων περιορισμού που είχαν ως σκοπό την ανάσχεση της πανδημίας. Πώς κρίνετε τους χειρισμούς της πολιτείας μέχρι σήμερα;
Βρήκα μια φράση “ανώνυμου” στην “Εφημερίδα των Συντακτών” που απαντά στο ερώτημα σας: “Παίζουν ακορντεόν με ένα χέρι”. Άνοιξε-κλείσε, κλείσε-άνοιξε. Θυμάμαι μια φράση ειρωνική του Δημήτρη Δεσποτίδη για την πολιτική της τότε Δεξιάς: “Η κατάσταση επιδεινούμενη βελτιούται”. Αυτό ζούμε σήμερα κι εμείς με την Επιτελική Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πηγή: news247.gr

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – Τα Νέα Σαββατοκύριακο, 16-17 Ιουνίου 2018, ένθετο “Weekend / Πρόσωπα”

Ένας ζωντανός σχολιασμός ιστορικών ή «ιδιωτικής» σημασίας εικόνων που έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη

Tα Νέα Σαββατοκύριακο, 16-17 Ιουνίου 2018, ένθετο “Weekend/ Πρόσωπα”

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ποιητής και πολύ σημαντικός, όπως ο Αγης Μπράτσος, για να συνδυάσει τη θέα ενός τζιν, τον Πλούταρχο, τον Σαίξπηρ και τον Ρεμπό. Και αν δεν θα διανοούνταν να εκφράσει τις αντίστοιχες σκέψεις του θα ήταν από φόβο μη γίνει καταγέλαστος, ενώ ο ποιητής με την ασυλία μιας σκέψης που μόνο όταν «αυθαιρετεί» την αισθάνεται σωστή, μπορεί να μιλάει για λογαριασμό όλων.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Μύκονος, Αγράρι, 1989

ΤΟΥ ΑΓΗ ΜΠΡΑΤΣΟΥ

Αλλο ένα σκηνικό, τέλη δεκαετίας 1980. Το τζιν σαν λάβαρο ηλιοκαμένης επιθυμίας γιατί, καθετί που βλέπεις, διεκδικεί την ακραία επικράτεια της ηδονής. Ολόγυρα στην παραλία γυμνές παρουσίες, ούτε κατά διάνοια ευάλωτες αφού η σκέψη πρωτοστατεί σε κάθε σκηνή, δεν επαναπαύεται στο φαίνεσθαι. Αραγε, πώς μας βλέπει η θάλασσα; Ισως ο φλοίσβος υποκρύπτει την αρχέγονη συγκατάβασή της για το γεγονός ότι, πού θα πάει, κάποτε θα μας ξεβράσει ο καιρός.
Αλλά στα είκοσι πέντε ποιος νοιάζεται γι’ αυτό. Ατενίζει το τζιν να σείεται στο αεράκι με την ίδια έπαρση που θα ατένιζε στο σώμα του την πλέον οφθαλμοφανή απόδειξη του ανδρισμού. Τι σωτήριο συστατικό του ζην αυτή η έπαρση, ιδίως τότε που άνευ όρων, θεόγυμνος, γινόσουν για λίγες ώρες ό,τι πράγματι είσαι: ένας μεγεθυσμένος κόκκος άμμου. Από τους κόκκους της ίδιας αμμουδιάς μοιάζει ενδόμυχα η ακτή σαν ανεστραμμένη κλεψύδρα. Δεν το ομολογείς ακόμη ούτε καν το υπολογίζεις, αλλά η άηχη διαίσθηση σκιάζει μια στιγμή τα βράχια που δεν φαίνονται στη φωτογραφία και δεσπόζουν αυτάρεσκα. Κατανοητό ή όχι, θα σαρωθεί η απόλαυση – δεν είναι δα και τόσο τρομερό. Κι ας μην έχεις διαβάσει Ρεμπό: «Η πραγματική ζωή είναι απούσα».

Θα μπορούσε, βέβαια, το τζιν να θεωρηθεί σαν πανό, αίφνης το υψωμένο σε ελληνική πλατεία της δεκαετίας του 1950: «Είμεθα ευγνώμονες εις το αμερικανικόν έθνος», και τριγύρω οι πάντα πρόθυμοι χειροκροτητές. Η Ιστορία θα επαναληφθεί διά στόματος πρωθυπουργού σε λίγα μόλις χρόνια. Είναι αναπόφευκτο. Ανέκαθεν ήταν «ευκολότερο να εξαπατά κανείς τους πολλούς παρά τον έναν», χρειάστηκε ο Ηρόδοτος για να ειπωθεί.
Ακόμη και όταν απαθανάτισες στη θάλασσα το ατίθασο ένδυμα και όλα έρεαν δήθεν ομαλά στον μικρόκοσμο της χώρας, τριγύρω φανατικοί λιάζονταν. Μα, ναι, υπέρμαχοι, όπως διατείνονταν, της ελευθερίας · ειδικότερα της απελευθέρωσης, των απαράγραπτων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας. Στην πλειονότητά τους, όμως, κινούμενοι ολόψυχα μέσα στο πλαίσιο ξέφρενων αγορών και επιχειρηματικότητας, μηχανισμών που δεν σκαμπάζουν γρυ πέρα από το κέρδος, αλλά έντεχνα υιοθετούν οικουμενικές λέξεις, τις καταντούν συνθήματα και τις γρυλίζουν, σαν αγοραίος Ερμής, ώστε να κυριαρχούν με τη λιγότερη δυνατή αντίσταση. Πώς το έλεγε, να δεις, και ο Ομηρος προκειμένου να χαρακτηρίσει ανεξάλειπτα κάποιον; Κερδαλεόφρων. Ετούτο είναι, λοιπόν, το μοναδικό βάρος που αγγόγυστα φέρουμε στους ώμους. Από κοντά και ο φανατισμός.
Διαβλέπω την αγωνία σου μήπως κι εσύ παιχνιδίζεις με τις λέξεις. Αν εννοείς πράγματι όσα λες. Δεν έχεις άλλη ακεραιότητα από αυτό. Στο πετσί σου νιώθεις τον Σολωμό: «Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλιέται».

Οι τσέπες τού τζιν, μαντεύω, άδειες. Μάντης σαν την Αντιγόνη· εκείνη ισχυριζόταν πως ο άνθρωπος μαντεύει τι είναι Δίκαιο. Κι αν ήταν γεμάτες; Δεν αποκλείεται να βάδιζες τώρα αγέρωχα στην πόλη και μονολογώντας «είμαι ο άγγελός σου», με αυτοπεποίθηση, να έγερνες ένα χαρτονόμισμα στον πρώτο τυχόντα άστεγο. Δεν θα το έκανες τόσο από ευσπλαχνία ή ανωτερότητα όσο από την επίγνωση: «Του Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν / και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, / μα στο Καλό κ’ εις το Κακό περιπατούν και τρέχουν». Ενας σύγχρονος Ερωτόκριτος; Οχι, ένας Ιάγος, χωρίς μακιγιάζ, στο θέατρο που παίζουμε καθημερινά, υποδυόμενοι τους πιο αναπάντεχους ρόλους.
Σκέφτομαι τη σιωπή. Την ψηλαφίζεις σίγουρα έτσι ξαπλωμένος απέναντι στο υγρό βάθος, με το τζιν να επικρέμαται στη σκηνογραφία. Ασκείς εδώ το πλεονέκτημα της ακοής. Γι’ αυτό νιώθω νοσταλγία. Πουθενά πάνελ, άγνωστη η επί θύραις διαδικτυακή αμετροέπεια. Πώς πέσαμε, ανεπαίσθητα, στην παγίδα; Στην απόλυτη απαξίωση του λόγου των συνομιλητών μας, στη μίζερη εμμονή να διακόπτουμε αγενώς τον άλλο στον δημόσιο διάλογο.
Με 2.000 ετών παρακαταθήκες. «Εκείνοι που διακόπτουν αμέσως τους άλλους, χωρίς να ακούν ή να ακούγονται, ασχημονούν». Από το σπήλαιο του χρόνου, όχι ο Κανένας μα ο Πλούταρχος. Μια σιωπή στην εποχή μας ματωμένη.
Με νεκρούς ιπταμένους, κρατούμενους στη γείτονα και με βροχή τα τουρκικά σίριαλ στα κανάλια, να εξοικειωθεί ο λαός μας με τι;
Τι λόγια και ήχοι σε θέλγουν, ποια ανάγκη. «Η ανάγκη έχει την παράξενη τέχνη να κάνει πολύτιμα τα τιποτένια». Α, Σαίξπηρ, μονολογώ κοιτώντας τη φωτογραφία, ας μ’ επιθυμούν τα τυχαία πρόσωπα στον δρόμο που την εικόνα τους μεταφράζω κατά το δοκούν, ας με ζητάνε με όλα τους τα κύτταρα, κι ας είμαι ενδεχομένως τιποτένιος.
Πάλι ο Σαίξπηρ: «Η ανάπαυση είναι η υπέρτατη νοσηλεία μέσα στη φύση». Αμ δε, αδύνατον να αναπαυθείς σ’ ετούτη την ακρογιαλιά.
Στοχάζεσαι, ονειρεύεσαι, αναπολείς, σχεδιάζεις έχοντας κατά νου το συμπόσιο για το οποίο διάβασες στον Πλούταρχο. Εκείνο σου μετάγγισε ότι: «Αυτός που αναζητεί σε καθετί το εύλογο αναιρεί απ’ όλα τα πράγματα το θαυμάσιο».
Θα μπορούσε, ακόμη, αυτό το τζιν να ανήκει όχι σ’ εσένα αλλά σε ποδοσφαιριστή. Στον Σαλάχ, φέρ’ ειπείν, για να ομολογήσω πόσα κοινά μπορεί να έχω σήμερα με έναν μουσουλμάνο· το δίχως άλλο, όταν αυτός ο παίκτης πανηγυρίζει, σκηνοθετεί την αθωότητα.
Πόσες δυνατότητες. Αρκεί. Αραγε, αν δεις τη φωτογραφία, θα θυμηθείς;
Ισως όχι, μα δεν αλλάζει αυτό κάτι δραματικά. Για ποιο λόγο άλλωστε. Η φύση δεν συγκινείται.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ομιλία για την ποιητική συλλογή Αναπάντητες

Ομιλία της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ για την ποιητική συλλογή Αναπάντητες στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 11.11.2016

Αρχίζεις να διαβάζεις την πρώτη ενότητα των ποιημάτων: «Προς Θερμοπύλες» και νομίζεις ότι ο ποιητής δίνει οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους στο ταξίδι προς το θάνατο. Μας λέει, μάλιστα, και τι θα πρέπει να περιέχουν οι αποσκευές μας. «Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα». Στη συνέχεια, συστήνει και μερικά αντιβιοτικά: το αίμα, τη σκέψη: «Σκέφτομαι δυνατά: / Με το αίμα διανύουμε κάθε μας πίστη. / Και όσο σκέφτομαι, από κάπου μακριά φυσάει». Και το δίκιο. «Σε πνίγει το άδικο κι αίφνης εξεγείρεσαι. / Κι όταν πρωτίστως διεγείρεσαι, τότε υπάρχεις».

Ψάχνεις στη ζωή έννοιες σημαντικές για να κρατηθείς και τελικά «όλα γρίφος καταλήγουν τ’ αναγκαία». Αλλά εμείς «Τα δεδομένα αψηφούμε κι επιζούμε».

Η ενότητα «Αναπάντητες» επικεντρώνεται στον Άνθρωπο και βέβαια κυριαρχεί το πάθος: «δίνει κανείς τροφή στα πάθη / για να μη γίνεται βορά». Το πάθος είναι συνώνυμο του σώματος. «Αυτό είναι το σώμα. / Άλλοτε με ναι, κάποτε με όχι / σκοτώνει τις επιθυμίες / κάποτε αληθείς, άλλοτε ψευδείς». Το πάθος είναι επικίνδυνο γιατί συχνά μεταμφιέζει την αλήθεια για να είναι αυτό που θα επικρατήσει. Αλλά είναι και ευλογία αν πέσει στο σωστό σώμα, γιατί τελικά το σώμα είναι αυτό που διευθύνει την ύπαρξή μας. Ο άνθρωπος όμως, τελευταία, τείνει να υποτάσσεται στις διαφημίσεις για εφικτά μεγαλεία και σε ομορφιές με «οικεία χαρακτηριστικά. / Πώς θα μπορούσα αλλιώς να τη θαυμάζω».

Στη συνέχεια ο ποιητής στρέφεται στα αρνητικά στοιχεία της σύγχρονης ανθρώπινης ψυχολογίας, γιατί: «Βλέπεις, απελπιστικά ξεχάσαμε το βάθος./ Αυτό που ήθελα να έχω. Να έχεις». Η ειρωνεία δεν λείπει. «Τι κωμωδία κι αυτή. / Με άγνωστα ιδίως σώματα / σε κάθε είδους συνευρέσεις / να βρίσκουμε ξεκάθαρη ζωή». Γιατί δυστυχώς: «Είμαστε, βλέπεις, πεπεισμένοι / πως έχουμε ανώτερη ζωή / όταν απηχεί τις ενδείξεις μιας άλλης». Η ενότητα αυτή καταλήγει: «Ψέμα, σύντροφοι. Δεν είμαστε ελεύθεροι».

Η επόμενη ενότητα λέγεται MOVIES και παρουσιάζει τον κόσμο όπως εμφανίζεται στην οθόνη, πράγμα που υπονοεί πως έτσι έχει καταντήσει η ζωή μας, μια παράσταση. Αλλά εμείς ξέρουμε πως: «Ποτέ κανείς δεν είναι / όσα βλέπουν οι άλλοι, όσα κι αν δουν». Απ’ τη μια σκηνή στην άλλη γίνεται όλο και πιο αισθητή η αδυναμία της εικόνας να δείξει τη βαθειά πραγματικότητα «το ψυχόδραμα [που] παίζεται εδώ».

Η επόμενη ενότητα έχει τον τίτλο «Ζωή σε τιμή γνωριμίας». Εδώ τα ποιήματα εμπνέονται από παγκόσμια αστέρια της λογοτεχνίας και της διανόησης όπως ο Fernando Pessoa, ο Ludwig Wittgenstein και ο John Banville. Εμπνέεται ο ποιητής δεν σημαίνει ότι ταυτίζεται. Απλά σκάβει το συγκεκριμένο χωράφι, που τον εμπνέει, σε βάθος κι εκεί βρίσκει τις δικές του αλήθειες, «σαν Λότους η ψυχή να προσπεράσει / την προσμονή, την εμμονή αυτή / να ζούμε ανώδυνα». Ή «Βλέπεις, ό,τι είναι αλλιώτικο θαμπώνει / μα δεν οδηγεί αυτομάτως πουθενά».

Η τελευταία ενότητα «Νεκρή φύση» είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση. Συνομιλούν για να ξεκαθαρίσουν πώς αλληλοαντικρίζονται. Βρήκανε μια γλώσσα κοινής αποδοχής που δεν σημαίνει και κατανόηση.

Και το σωτήριο χιούμορ πάντα: «Σε τι θολά νερά , φίλε, ταξιδεύουν οι λέξεις. Γι’ αυτό τα κάνουμε θάλασσα». Ναι, πραγματικά, οι λέξεις είναι πανίσχυρες για μας τους ανθρώπους, αλλά ακατανόητες για τη φύση. Εκτός εάν ο άνθρωπος κατορθώσει με τις λέξεις να πλησιάσει τα πλάσματα της φύσης: τη θάλασσα, το κυπαρίσσι, τη λεύκα, τον κέδρο.

Έτσι θα ζούμε με τη φύση τον πιο πολύτιμο σύντροφο και θ’ αφήσουμε κατά μέρος τις μεταφυσικές απορίες για την ύπαρξή της, την ύπαρξή μας. Άλλωστε όλοι ξέρουμε ότι όλες αυτές οι ερωτήσεις θα είναι για πάντα αναπάντητες.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Βασίλης Κουγέας: Για την ποίηση του Άγη Μπράτσου

Ομιλία του Βασίλη Κουγέα, ποιητή, καθηγητή και αναπληρωτή Πρύτανη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατά την παρουσίαση της συλλογής Αναπάντητες, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, στις 11.11.2016

Αναρωτιέμαι: τι έχουν τούτα τα ποιήματα κι αξίζει να σκύψεις πάνω τους, όχι μ’ εκείνο το αφηρημένο βλέμμα που διαβάζει κανείς μια είδηση σε μια εφημερίδα; Η ερώτηση είναι ρητορική. Παρακολουθώ χρόνια την αντισυμβατική ποίηση του Άγη Μπράτσου: εξακολουθεί πάντα να με εντυπωσιάζει και να με γοητεύει η δροσιά, η ζωντάνια κι η νεανικότητα των στίχων του, παρ’ όλο που κινούνται γύρω από άξονες όπου για άλλους η κόπωση, η απογοήτευση, η κυνικότητα και το αδιέξοδο κυριαρχούν.

Δείτε, πώς προχωρά τη ρήση του Παλαμά, στο μότο της συλλογής «τίποτε δὲν εἶναι ἀληθινὸ καὶ ὅλα εἶναι πιθανὰ», μια φράση του Γκυ Ντεμπόρ. Γράφει ο τελευταίος: «Δεν είναι τίποτα αλήθεια, όλα επιτρέπονται». Αυτό είναι το κλειδί με το οποίο θέλω ν’ ανοίξω απόψε την ποίηση του Άγη Μπράτσου. Δεν είναι τίποτα αλήθεια σημαίνει ότι τα στερεότυπα βάσει των οποίων σχηματίζονται βεβαιότητες μπορεί να είναι εκ των προτέρων αποφασισμένα, ενδεχομένως να εξυπηρετούν σκοπιμότητες, και πάντως δεν έχουν διασφαλισμένο, ισχυρό δεσμό με την αλήθεια. Αυτό μπορεί να το δώσει μόνο ό,τι είναι ανοιχτό στην αμφισβήτηση, στην αλλαγή, στον επανακαθορισμό του. Ήτοι, το περιεχόμενο της αλήθειας είναι πάντα ρευστό. Το «όλα είναι πιθανά» του Παλαμά δεν παύει να είναι μια διαπίστωση γενναία για την εποχή της, αλλά παθητική, με την έννοια ότι οι πιθανότητες συνδέονται και με το τυχαίο. Ο διορατικός Ντεμπόρ τη μετατρέπει σε ενεργητική. Δίνοντας έτσι, κατά τη ρήση του, τη δυνατότητα σ’ αυτόν που κρίνει κι αποφασίζει να δράσει στο πλαίσιο του: « Αφού δεν είναι τίποτα αλήθεια, όλα επιτρέπονται». Αλλά, το όλα επιτρέπονται δεν είναι ένα συμπέρασμα χωρίς βάρος για το υποκείμενο, καθώς και η απόφαση για ό,τι προκρίνει πως επιτρέπεται, κι αυτή, με τη σειρά της, κρίνεται. Το υποκείμενο καλείται να σκεφτεί, να δράσει, παίρνοντας υπεύθυνα στα χέρια του τη ζωή του, την πορεία του.

Σ’ αυτό το σκηνικό ο Άγης Μπράτσος γράφει την ποίησή του, με οδυνηρή ειλικρίνεια, περιγράφοντας το πώς αντιλαμβάνεται, πώς επιλέγει, ανάμεσα σε άλλα, ό,τι ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του, αλλά και προτρέπει τους άλλους να σκεφτούν με τον ίδιο τρόπο. Φτιάχνοντας την εικόνα του κόσμου που μας / και τον περιβάλλει, δείχνει μια αλήθεια ορατή σ’ αυτόν, την «αλήθεια» του (αλλά και που είναι έτοιμη να αμφισβητηθεί), σπάζοντας ορισμούς, αξιώματα και εν τέλει, κλειστούς ορίζοντες. Ποίηση εσωτερική, με ένταση αλλά και λυρισμό, που επικεντρώνεται κυρίως στον έρωτα – καταφύγιο για όλους. Οι στίχοι του Μπράτσου δεν φοβούνται, δεν κρύβουν λόγια, δεν πολυλογούν, πάνε στην καρδιά του ερωτήματος που θέτουν, προτρέπουν, έχουν το θάρρος κι αναλαμβάνουν την ευθύνη να προτρέψουν. Γράφει: «Μην κάνεις πως δεν το βλέπεις. Μην αναρωτιέσαι προς τι. Ξεκίνα κάποτε κι εσύ».

Το ποίημά του «Προς Θερμοπύλες» είναι ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, στην ελληνική ποίηση γι’ αυτό το θέμα. Αποτελεί χαρακτηριστικό υπόδειγμα των συλλογικών αναπαραστάσεων, με την κοινωνιολογική έννοια. Μας καλεί να διακρίνουμε για το πώς, ως τέτοια, μεταδίδεται, αναπαράγεται και εξελίσσει τη συλλογική μνήμη. Για να μπορέσει να το πετύχει αυτό, η αναπαράσταση πρέπει να διαθέτει βαρύτητα, ώστε να επηρεάζει τη νοητική στάση της κοινωνίας απέναντι στο αντικείμενό της. Γράφει ο Ντιρκχάιμ: «Αυτό που μεταφράζουν οι συλλογικές αναπαραστάσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα αναστοχάζεται μέσα στις σχέσεις της με τα αντικείμενα που την επηρεάζουν». Αυτή την αναπαράσταση παίρνει ο Μπράτσος, σαν σκυτάλη σε αγώνα σκυταλοδρομίας, ανεβάζοντας το επίπεδο της μνήμης σε ουσιαστικές αλήθειες. Γράφει: «Πανέτοιμοι για θάνατο κάθε στιγμή και τώρα /όπως για έρωτα κάποτε και τα δικά του δώρα.[…]Προς Θερμοπύλες και ζωή περιωπής./Σε μια σίγουρη, ζωντανή αθανασία. /Ασφαλώς τη νιώθεις πριν το τέλος.[…] Ένας επίλογος γυμνός, σωματικός./ Με αυτοθυσία σπάνια. / Για να εισπνέουν οι εποχές και τα ήθη./ Κι άσε ν’ απορούν τα πλήθη / για το φθαρτό, τα ουράνια, το γραφτό».

Καταλήγοντας: «Δεν ήθελαν να ζήσουν πάση θυσία. / Ήταν όντως μια επιλογή ακραία/μα είχε η στρατηγική τους ουσία. / Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα».

Πώς βλέπει ο ποιητής τον έρωτα και την ερωτική σχέση, που αποτελεί και τον κύριο άξονα σ’ ετούτο το βιβλίο; Πρώτα, με μια γενικότερη, ειλικρινή παραδοχή. Ο έρωτας είναι πείνα: «Πεινάμε κι ερωτευόμαστε σπασμωδικά». Για το κορμί, το μέσο, γράφει: «Αυτό είναι το σώμα. / Άλλοτε με ναι, κάποτε με όχι / σκοτώνει τις επιθυμίες/ κάποτε αληθείς, άλλοτε ψευδείς. / Αυτό είναι το σώμα, εάν θέλεις μια νύξη. / Ένας δολοφόνος με πρόσωπο αγγελικό». Η απουσία του άλλου αντιμετωπίζεται με τρυφερότητα: «Δε γίνεται να ζω χωρίς εσένα. / Όσο κι αν οι άλλοι μοιάζουν αρκετοί / στο βάθος εσύ μονίμως θάλλεις». Αυτή η τρυφερότητα όμως δεν εμποδίζει σκληρές παραδοχές: «Δε βρίσκω πια για σένα και για μένα / άλλοθι. / Εμείς αθώοι; Ομόφωνα ένοχοι. / Τόσους χιλιάδες βάλαμε ανάμεσά μας».

Αλλού, πάλι, γράφει: «Στο βλέμμα σου η δύση / γίνεται καθρέφτης. / Σε δευτερόλεπτα θα ραγίσει / ο ουρανός και η ψευδαίσθηση. / Αγχωμένος μετρώ τις στιγμές / κι αναμετρώ την ανεξήγητη αίσθηση. / Αμετανόητος είμαι, το ξέρω, γιατί κοίτα, δες / μπορώ να καταλάβω τη σαγήνη / μονάχα σαν εύρημα μέσα στο χρόνο».

Πώς βλέπει τον κόσμο, έναν κόσμο αποξένωσης μέσα στον οποίο πρέπει να επιβιώσει και να επιβιώσουμε; Γράφει: « Όλες οι εποχές διαφημίζουν μεγαλεία. / Αυτό είναι το δράμα. /Τα μεγαλεία παίρνουμε στα σοβαρά / και απωθούμε μ’ ένα νεύμα τετελεσμένα γεγονότα / για ν’ αντέχουμε το χρόνο και κάθε άλλη ακρότητα. / Δεν είναι κάτι άλλο η ανθρωπότητα. / Είναι στην κυριολεξία μια νηπενθής χειρονομία».

Γι’ αυτή την «παγίδα» ο Γκυ Ντεμπόρ έχει υποστηρίξει ότι η αλλοτρίωση του θεατή από το αντικείμενο της παρατήρησης (που είναι αποτέλεσμα της δικής του μη συνειδητής δραστηριότητας) σημαίνει ότι, όσο περισσότερο παρατηρεί, τόσο λιγότερο ζει. Όσο περισσότερο αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του  εντός των κυρίαρχων εικόνων της ανάγκης, τόσο λιγότερο κατανοεί τη δική του ύπαρξη και τη δική του επιθυμία. Ο Μπράτσος κρατάει μια σωστή ισορροπία ανάμεσα σε όσα παρατηρεί και σε όσα ομολογεί για τον εαυτό του. Με τους στίχους του μας καλεί να προχωρήσουμε προς μία ανεπηρέαστη αυτογνωσία. Κύρια επίπτωση της κοινωνίας του θεάματος είναι η αποξένωση των ανθρώπων από την προσωπική εμπειρία. Που, αν και φαίνεται ότι αντισταθμίζεται από τις τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει, τελικά εντείνει την ηθική απομόνωσή τους από την πραγματικότητα, αλλά κι από τον εαυτό τους. Όμως, κατά τον Μπράτσο, δεν ζούμε −δεν πρέπει να ζούμε− έτσι απλά, όπως έτυχε. Οι επιλογές αναδεικνύονται σημαντικές, ίσως όχι πάντα, αλλά αρκετές φορές. Ο έρωτας είναι αλυσοδεμένος, όχι άσχετος με όσα συμβαίνουν έξω, γύρω μας, στην κοινωνία. Ο ποιητής δεν αγνοεί, βλέπει τον κίνδυνο. Γράφει: «Κανείς άλλος δεν κινδυνεύει παρά εσύ. / Γιατί αν δοθεί ευκαιρία να πιάσεις το τιμόνι / θα ξεχάσεις πρώτα πρώτα / ότι παραμονεύει και η άλλη όψη. / Αρκεί μόνο να γκαζώσεις μόνος / και πιστεύεις πως όλα είναι φανερά. / Βλέπεις, ό,τι είναι αλλιώτικο θαμπώνει / μα δεν οδηγεί αυτομάτως πουθενά. / Υπάρχουν αγκάθια πολλά στο δρόμο / για να μοιραστείς γυμνή τη χαρά».

Δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι το νόημα του όρου Αναπάντητες που χρησιμοποιεί ο Μπράτσος για τον τίτλο της συλλογής του. Μ’ αρέσει που μ’ αφήνει να του δώσω περιεχόμενο, διαβάζοντας τους στίχους του. Είναι κλήσεις − και όχι μόνο κλήσεις αλλά κι ερωτήσεις προς τον άλλο, που δεν είναι βέβαιος για τις απαντήσεις του, δεν ξέρω κι αν πραγματικά νοιάζεται. Κι αυτό θέλει θάρρος. Σ’ αυτές τις Αναπάντητες που κάνει ο ποιητής ενσωματώνει τη θέση του, συχνά σκληρή, καθώς ο άλλος είναι απών, συνδιαλέγεται επομένως με την ανάμνησή του ή με μια κατάσταση που τείνει να γίνει ανάμνηση − ένα ενδιάμεσο πεδίο, που όμως το αντιμετωπίζει με τρυφερότητα. Το λίγο πριν παρόν πάθος μετατρέπεται σε απουσία: « Όλα μπορούν να γίνουν με υποθέσεις./ Ακόμα κι εσύ σ’ εμένα να γυρίσεις./ Αρκεί να περιμένω αιώνια».

Θα κλείσω, πάλι, με λόγια του Ντεμπόρ, αφού τον πάντρεψα με το νόημα της ποίησης του Άγη Μπράτσου. Γράφει, ο οξύνους, αιρετικός Γάλλος:

Ναι. Τριγυρνάμε μέσα στη νύχτα και αναλωνόμαστε από τη φωτιά.

Ο Μπράτσος το αποδέχεται με ειλικρίνεια, κι αυτό είναι ένα κόσμημα στην ποίησή του. Οι Θερμοπύλες κι ο Μάης του ’68 αστράφτουν μέσα στο χρόνο, αλλά είναι εκεί, στο παρελθόν, κι ύστερα χάνονται, ξεθωριάζουν στη δίνη του. Ο Μπράτσος ανακαλεί μια εικόνα από το παρελθόν με δύναμη, φτιάχνει ένα λάβαρο για τις πραγματικές αξίες, χωρίς περιττά στολίδια. Από την άλλη, αυτό φέρνει στο νου ένα άλλο σύνθημα σε κάποιον τοίχο: «Γάμα τον Μάη. Ζήσε τώρα». Μοιάζει εύκολο, αλλά δεν είναι, όταν, όπως ο Μπράτσος, έχεις την αίσθηση της πραγματικότητας, κι ο τρόπος που σκέφτεσαι και ενεργείς δεν πάσχει από αμνησία.

500 λέξεις με τον Άγη Μπράτσο – Η Καθημερινή, “Τέχνες – Γράμματα”, 26.6.2016

500 Λέξεις με τον Άγη Μπράτσο
Η Καθημερινή, «Τέχνες-Γράμματα», σελ. 10, Κυριακή 26.6.2016

agis-bratsos-500-lekseis-kathimerini

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Στην κλίνη αφήνω μονάχα την ποίηση. Το σώμα που θέλω να διαβάζω σαν ποίημα. Αστραφτερά αιχμηρός ο Γουάλας Στίβενς: «Το σώμα είναι το μέγα ποίημα».

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Ο Μεγάλος Γκάτσμπι γιατί διαχέει εκλάμψεις πριν από την αθέατη πτώση.

Με ποιον ποιητή θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Γιάννη Ρίτσο. Στη Μονεμβασιά αντιμέτωποι με την ιδεολογία, την αντίσταση, την ανθρώπινη θηριωδία. Πίνουμε για το σώμα αφού, εκείνος το γράφει, «ο γυμνός είναι ο πιο μόνος ο πιο αποφασισμένος». Αίφνης τον ρωτάω: «Γιάννη, άκουσες ποτέ τον Σικελιανό να περιγράφει πώς τον εθάμβωσαν τα μαλλιά της Εύας Πάλμερ όταν την πρωτοείδε; Εφταναν, λέει, ώς τους αστραγάλους της. Αραγε, τα εξέλαβε σαν μεγαλειώδη χειρονομία;».

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Υπεραγαπώ τα βιβλία. Πώς να θυμώσω μαζί τους;

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Η «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα που τώρα επιμελούμαι. Για την αύρα της γραφής στη διακεκαυμένη ζώνη της επιβίωσης.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Ο Σοπενχάουερ επιμένει: «Πόσο λίγο πρέπει να έχει σκεφτεί κάποιος για να μπορεί να έχει διαβάσει τόσο πολλά». Προς τι να έχει κανείς τύψεις επειδή διαβάζει. Αλλες είναι οι πομπές: Διαβάζοντας και γράφοντας να πιστέψεις ότι είσαι κάτι άλλο απ’ ό,τι πράγματι είσαι.

Τι ακριβώς είναι οι «Αναπάντητες»; Είναι οι γνωστές πια «αναπάντητες κλήσεις»;

Είναι οι κλήσεις προς τον χρόνο εφόσον αντέχεις να μην ζεις ανώδυνα. Επειδή κάθε εποχή ζητά να εφεύρουμε τα όντως απαραίτητα. «Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα».

Εχετε Facebook, Twitter κ.λπ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Επέλεξα να έχω ιστοσελίδα. Εμπόδια στη γραφή; Μα εκπηγάζει από δυνάμεις αρχέγονες. Ειδικότερα, για την τεχνολογία ας παραθέσω παλαιότερους στίχους μου: «Εξαλλη τεχνολογία στήνει τρόπαιο άνετη ζωή. / Ούτε κατά διάνοια εύκολη». Βέβαια, εάν ήμουν συνομήλικος του Σοφοκλή, ίσως έγραφα επιγράμματα για μια νεότευκτη τριήρη. Αλλά το 2004 προτίμησα να στέλνω στο κινητό φίλων χαϊκού αντί για συνήθη μηνύματα. Ετσι προέκυψε η προηγούμενη συλλογή μου. Συνεπώς η τεχνολογία, θα έλεγε ο Ηράκλειτος, «σημαίνει», εκπέμπει σήματα. Εάν θα γίνει τέχνη, εναπόκειται στον καθένα ξεχωριστά.