ΙΟΥΛΙΟΣ, 19:45

ΠΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ

Στα δάχτυλα ξέπλεκη αίσθηση φωτός.
Σπασμωδικά κλείνουν κι ανοίγουν άδεια εκτυφλωτικά
αφού και ξέπλεκη η αίσθηση φωτός
ίχνη ορατά δεν καταλείπει.
Χωρίς να ασπάζεται ένστικτα, δεν επαφίεται στη λογική
κι ας μη στηρίζουμε αλλού την πάγια μέθεξη
πως ξέπλεκη για χάρη μας διαρκώς.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΙΓΙΑΛΟΣ

Mε άηχα φώτα γλιστράει το πλοίο στ’ ανοιχτά.
Eμείς εδώ στην ακτή τι φως έχουμε;
Tα αστέρια ίδια μυστικά στο στερέωμα.
Mα εμείς εδώ.
Mε την κυματωγή σαν απόηχο ταξιδιών.
Kάποιος αντίλαλος ανιχνεύει τη σιωπή.
Tριζόνια δυναμώνουν την ηχώ της.
Xορογραφεί ο άνεμος τις καλαμιές
υπερυψώνει σκουπίδια.
Kι εμείς εδώ.
Eμείς.
Δηλαδή εγώ μαζί με κάποιες ελπίδες.

ΠΑΛΙ Σ’ ΑΟΡΙΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Πάνε τα παιχνίδια με τα κύματα.
Mετωπικά έπεσαν στο πλήρωμα του χρόνου.
H εγκαταλειμμένη θάλασσα βρίσκει τη σκέψη
πως και φέτος ωραία ήταν.
Πάλι σ’ αόριστο χρόνο συμφιλιώνεσαι με τις ευτυχίες.
Tι εύστοχη φράση, κι όμως δε σηκώνει κύματα
δεν ξέρει παιχνίδια.

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Αμέριμνο τοπίο, δημοφιλές κλίμα, προσιτές τιμές.
Και οι άνθρωποι;
Πολιτισμένοι.

Με πιρούνι και μαχαίρι σε τεμαχίζουν.

ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΝΙΓΜΑΤΩΝ

Γυρίζω τη θλίψη απ’ την άλλη πλευρά
και μου παίζει ηδονή.
Aκροάζομαι.
Mε ανόητα τσιγάρα, δεν μπορεί,
θα καταλάβω μες στις στάχτες τι συμβαίνει.
Mε ανόητα τσιγάρα
όπως στο μισοσκόταδο κάποτε
ψαύαμε μουσικές
και τα κλειδιά γυρίζαμε αινιγμάτων.

ΕΞΩΤΙΣΜΟΣ

στον Γιώργο Βέη

Για σκηνικό μας τροπικό δάσος.
Η διαδρομή σκηνοθετεί
και καθηλώνει την πορεία
προς τον διάσημο ναό.

Στο γκρουπ μας μυημένοι Δυτικοί.
Ο δρόμος του μυστικισμού βατός
πατάει γερά στις ψυχές.

Μα ελπίδες για φώτιση λιγοστές.
Τόσες μέρες στην άκρη του κόσμου
κι όλο μυστήρια, δαιμόνια και αλλόκοτα.

Ας ήταν σ’ ένα ξέφωτο να βρω ποιος είμαι.
Να γυρίσω επιτέλους σπιτάκι μου.
Ως πότε πια θα ταξιδεύω.

ΟΛΑ ΜΙΑ ΖΑΡΙΑ

Πεσμένοι σε τυχερά παίγνια ροκανίζουν το χρόνο
όλα μια ζαριά.

Μονίμως χαμένοι
κι ας βγάζουν πάθη ζωντανά στη φόρα
οι σκοτωμένες τους ώρες.

Κάποτε οι άντρες φόνευαν θηρία.
Αλήθεια, διόλου δεν άλλαξαν.

Και τώρα στα παιχνίδια τους αναζητούν
μιαν ώρα να σημάνει αχτύπητοι πως είναι μια φορά
και το σύμπαν στα χέρια τους.

Πρωτόγονα λατρεύουν μαγικά θηλυκά.
Αγρίμια καθαρόαιμα σαν την ώρα που δε σημαίνει
σαν τη στιγμή που όλο έρχεται.

77.

Τα όνειρα πάλι −μια ζωή  αυτά− ευδοκιμούν τη νύχτα.
Πάντοτε νύχτα.
Εσύ πότε;
Πότε πότε, ταυτόσημο σχεδόν μ’ εκείνο το ποτέ.
Γι’ αυτό μην έρχεσαι.
Άφησέ μου υπαρκτό
άλλο ένα έστω πελώριο τίποτα.

78.

Εμείς θα πούμε αντίο.
Αλλά θ’ αφήσουμε μια χαραμάδα
μήπως τ’ όνειρο ξυπνήσει κάποτε.

29.

Τα όνειρα παίζουν σ’ άδειες καρέκλες.
Αύγουστος 1986. Μια στιγμή μέθης.
Έπειτα νηνεμία.
Μια πρόταση από κείνες που οδηγούν πορείες.
Τις επιγραμματικές, ξέρεις τώρα
«πώς πέρασεν η ώρα απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα.
Πώς πέρασαν τα χρόνια»1.
Με χειροκροτήματα κιόλας, μη νομίζεις.
Ο τηλεοπτικός δέκτης αντηχεί το κενό:
«Φίλοι μας στο αυριανό πρόγραμμα
μπορείτε να παρακολουθήσετε σ’ απευθείας μετάδοση
στιγμιότυπα απ’ τις συρράξεις στην εύφλεκτη περιοχή – »
Στο αναπόφευκτο πρόγραμμα θ’ απαγγείλω
ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη.
Η τηλεόραση θα παίζει στο διπλανό δωμάτιο.
Μπορείτε να φανταστείτε σφαγές
εμπρός στ’ αδειανά καθίσματα
μα τα χείλη μου άλλη ζωή να χρωματίζουν:
Τα όνειρα παίζουν σ’ άδειες καρέκλες.

1. Κ.Π. Καβάφης, «Απ’ τες εννιά».