ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ III

Να φύγεις. Τι πειράζει.
Με ό,τι βρίσκουμε μπροστά μας
ξαναφτιάχνουμε σωσίες
κι αφήνουμε προσδοκίες στο ανήμπορο μυαλό
να πρωταγωνιστούν σταθερά.
Κι όλα αυτά προς τέρψη των αναμνήσεων
−τίποτα δε γίνεται χωρίς κοινό−
που ξεχασμένες εκεί κάτω, στο παρελθόν,
διψούν για νέες καταστάσεις.
Να φύγεις.
Θα βρω έναν σωσία να τις ξετρελάνει.
Δε θέλουν και πολύ.
Ψοφάνε για παραστάσεις.

27.

Πες μου για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα.
Εσύ που έγραψες
στην υπεραστική γραμμή των αναμνήσεων
−έτσι δεν ήταν;−
δεν έχεις ένα κέρμα πια για συνδιαλέξεις.
Παραφουσκώνουν και φεύγουν καραβάκια χάρτινα.
Καλά το θυμάμαι; Έλα, μη γίνεσαι λευκή σελίδα.
(Ακούγεται μόνο η εκπνοή των τσιγάρων.
Ακολουθούν οι σκέψεις, βαριές, παχύσαρκες.)
Ήταν ο μονόλογος κι είναι η αγάπη μου
και ειλικρινά δεν περιμένω κάτι χολιγουντιανό.
(Οι καύτρες έγιναν κι αυτές στάχτη.)
Απέκαμες πια, καραβάκι.
Αν γίνω όνειρο, ταξιδεύουμε πρώτη θέση.