ΠΑΛΙ Σ’ ΑΟΡΙΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Πάνε τα παιχνίδια με τα κύματα.
Mετωπικά έπεσαν στο πλήρωμα του χρόνου.
H εγκαταλειμμένη θάλασσα βρίσκει τη σκέψη
πως και φέτος ωραία ήταν.
Πάλι σ’ αόριστο χρόνο συμφιλιώνεσαι με τις ευτυχίες.
Tι εύστοχη φράση, κι όμως δε σηκώνει κύματα
δεν ξέρει παιχνίδια.

73.

Ο πανδαμάτωρ, σε όλους τους καιρούς ο δεξιοτέχνης
εισχωρεί μέχρι αυτά τα λόγια – το κόκαλο.
Κάθε γραμμή στο έλεός του, κάθε στιγμή στη γραμμή
στην ουρά, αγκομαχούν για μια θέση, έστω όρθιοι.
Ο πανδαμάτωρ συγκατανεύει, σχεδόν τρέχει μαζί τους
τους πιάνει απ’ το σφυγμό, μουντζουρώνει τα πρόσωπα
στα σώματα τέλος κρέμεται σαν κουρέλι.
Ο παναδαμάτωρ, αυτός ο ίδιος, ο προαιώνιος φόβος.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Σαν σήμερα παίζαμε τραγούδια.
Ξαπλωμένοι σε τοπία διαφυγής.
Τα μάτια κλειστά.

Φανταχτερά φιλιά, αναίμακτα χάδια
ψιθύριζαν μιαν άλλη ορατότητα
και χανόμασταν σ’ έναν ορίζοντα ηχηρό
σαν ράπισμα στο μηδαμινό μας χρόνο.

Νότες σκληρής αφής
θα έκρουαν θύρες μεγαλείου.

Η μουσική ανένδοτη.
Σ’ ένα τελείως παράφωνο σύμπαν μάς μάγεψε.

Σήμερα εσύ το λες αυταπάτη.
Εγώ σκέτη απόγνωση. Από τότε.

4.

Πεσμένοι απόψε οι σφυγμοί της αντοχής.
Αναστενάζεις μήπως και γίνεις θάλασσα.
Στο θαμπωμένο τζάμι επιθυμίες γλιστρούν.
Ευανάγνωστα γράμματα προεκτείνουν το βλέμμα
στην όψιμη θέα του κόσμου.
Κρυφοκοιτάζεις το μέλλον
άναυδη για το χθες και το σήμερα
που κορυφαία στέκουν.
Ώστε αυτό είναι ο χρόνος, μια θαμπή επιφάνεια.
Απόψε ιδανικά διαγράφει κατ’ απαίτηση
ξεχνώντας όσα μοιάζουν με παραίτηση.
Απόψε τα δάχτυλα αγγίζουν το χρόνο
για ελάχιστο διάστημα
πριν όλα γυρίσουν στο φυσικό τους παράστημα.

97.

Ρυτίδες περικλείουν τα χαμόγελα.
Ακριβείς χαρακιές στον άξονα του χρόνου
που τόσο αμήχανα παρακολουθεί
απορώντας και ο ίδιος
έτσι κρεμασμένος ο άθλιος
από το κάθε στόμα.

ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ I

Κοίτα πώς ζούμε.
Με λίγες στιγμές, πολλές αναμνήσεις
ώσπου πάνε κι αυτές.
Ασθματικά πλέουμε στην απεραντοσύνη
τότε
ή μήπως πάντοτε
δωρεάν υλικό
για τ’ αληθοφανή κοχύλια σου θλίψη.

ΕΡΑΣΤΕΣ, XI

Ευρηματική ανάγκη παίζει στο δέρμα.
Η δίψα μας, πρωτόγονη, διασπά ένοχα μυστικά.
Συμπαγής έλξη συνειδητά διαλέγει
το χρόνο για αντίπαλο.
Αν και αήττητος, καθόλου απρόσιτος.
Γι’ αυτό φαντάζει στα μέτρα μας.

110.

Η γραμμή του αεροπλάνου τέμνει
για δευτερόλεπτα το ανοιχτό παράθυρο.
Σαν μια πορεία της σιωπής.
Μόνο που εδώ κάτω διαρκεί τόσο πολύ
και μας δίνει άλλου είδους βαρύτητα.

74.

Ακινητοποιείς το χρόνο.
Άλλη μια πόζα, έτσι!
Ακόμη μία. Λύσε τα μαλλιά
εκεί τα δάχτυλα, η μέση πίσω.
Εντάξει, θα πάρεις τη φωτογραφία
απ’ το χρόνο, όχι από εμένα
που κρατώ αρνητικά για να βλέπω
τα πράγματα νηφάλια.

ΝΕΟΤΗΤΑ, Ι

Στο χάος της μνήμης αθώα καλοκαίρια
όταν στο φράχτη ανεβασμένοι απογεύματα
μαντεύαμε ήχους οχημάτων.
Γιωταχί θα ’ναι ή φορτηγά;
Απλά ερωτήματα, σίγουρη ζωή, δυσκίνητος χρόνος.
Δεν ξέραμε τότε προορισμούς.
Γνωρίζοντας σταδιακά παράφορες λεπτομέρειες
βάρυνε η έξαψη του παιχνιδιού, αγριεμένες οι ώρες.
Έκτοτε, κι η νύχτα βιαστική.