14.

Αναχωρώ επιτέλους με τα κείμενα.
Είναι το κενό που προκαλεί αιώνες τώρα.
Αυτάρεσκα τα λόγια σέρνονται.
Πλησιάζω τη θάλασσα, τα κύματα. Αυτοσχεδιάζουν.
Κατ’ ορθόν χαρακτηρισμό αγωνίζονται.
Το χρόνο παρασύρεις, γι’ αυτό είσαι νέος, αφουγκράζομαι.
Δάχτυλα λιτά και γοερή φαντασία με κυριεύουν.
Παριστάνεις τον έρωτα, βουίζεις, και με άγνωστες εκτάσεις
πληθυσμούς κατακλύζεις και ιστορίες.
Επινόηση κι αυτή.

23.

Πανάρχαιες λέξεις την κεφαλή μου
απαίτησαν επί πίνακι.
Ιαχές αίφνης ευοίωνες, απ’ τα κόκαλα βγαλμένες
την ψυχή μου παρέταξαν: ελευθερία τρομερή.
Οι πρώτες για τον Ηρώδη γνώριζαν τον Αντίπα.
Οι δεύτερες, πάλι, τον Ύμνο άκουσαν
και στάθηκαν προσοχή.

39.

Γερασμένος σαν το χειμώνα που ζωγράφιζες παιδί.
Ένα χειμώνα βαρήκοο.
Ωραία φράση καταποντίζει τις εκκλήσεις
που νόμιζαν πως μ’ ένα χαρτί και μολύβι
θα εισακουστούν.

40.

Σαν το χειμώνα που ζωγράφιζες παιδί.
Δεν είναι συνέχεια των προηγούμενων.
Με έκανες παρανάλωμα, δεν είναι ζωή αυτή.
Οι παρούσες σκέψεις μανιασμένες; Μην το λες.
Ξέρεις πώς είναι όταν παρασύρεσαι
ανάσκελα στο νερό.
Αυτό είναι όλο.
Και τώρα που βγήκαν στη στεριά οι σκέψεις
πασχίζουν να τυλιχτούν με λόγια.