ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ ΔΟΞΑ I

Πρώτη φορά με πιάνει κόκκινο στο γραφείο σου.
Ηχούν φρένα και πνοές για ζωτικό χώρο
σαν να μην πέρασε λεπτό έκτοτε.

Είμαι πηλός αμετανόητος, μ’ εξυψώνει το παραμικρό
αλλά εκεί στον κόσμο σου
βαραίνει η κουρασμένη μας δόξα.

Κάθε νοσταλγία σπασμένο παιχνίδι στα χέρια μας
κι εμείς καθόλου παιδιά.

Απότομα προσγειώνομαι στο δρόμο.
Κορνάρουν κι οι άλλοι από πίσω.

Πάντα φασαρίες κάνουν για το αυτονόητο.
Ποιος δεν τρέχει γυμνός στο άγνωστο
να θέσει φαντασία σε τροχιά.
Πώς αλλιώς να βρεις θέση και ροή στο χρόνο.

ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ ΔΟΞΑ II

Τα βήματα οδηγούν δρόμους.
Απέναντι στο γραφείο σου πάλι, πεζός σαν τις μέρες μου.
Κοιτάζοντας ψηλά το μύθο σου με θέλγουν ιδέες
καθαρές σαν οξυγόνο.
Καθόλου δεν ωφελεί.

Η διαυγής επιδερμίδα σου θολώνει τη σκέψη
δυσκολεύει την αναπνοή.

Λιμνούλες εγκάρδιες, αξιοθέατα πτηνά και πράσινο
στο ύψος στέκονται της απουσίας σου.
Γιατί εδώ κάτω στην επιφάνεια παντού κρυφές αιχμές
και λύεται η συνέχεια και άλλη παίρνουν τα γεγονότα υφή.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ I

Όσο περνά ο καιρός, διογκώνεται
ο ζωτικός χώρος της νοσταλγίας.
Ανίατος πάθησις, γνωματεύεις
−λες και γιατρεύονται οι αγωνίες−
ενώ μπορούσες στοργικά να πεις:
Απλώς το δέρμα αφήνεται
κουρασμένο και ανήμπορο
στα πιο μαλακά δάχτυλα του χρόνου.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ II

Ικέτευα χάδια.
Ήρθαν δάχτυλα στιβαρά
πήραν αθόρυβα τα διαλυτικά τού χαϊδεύω
και με διέλυσαν.
Πάντως ήρθαν.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ III

Οι νιφάδες γυροφέρνουν τη σιωπή
κατακάθονται στη νοσταλγία
και σιγολιώνουν σαν λέξεις
σαν κουβέντες ανθρώπων που μόλις αγαπήθηκαν.

12.

Χορεύοντας μόνη θυμάσαι. Ο ήχος ξεναγός
σ’ ένα απ’ αυτά τα καλοκαίρια που χλεύαζες τη θάλασσα.
Λικνίζεσαι και τα φώτα ξενυχτούν μ’ ευρύχωρες αναμνήσεις.
Δυνάμωσε πάλι η θάλασσα
σαν τους χτύπους της καρδιάς πάει να σπάσει.
Βράχος ορθώνεσαι τότε και πανηγυρίζουν οι αισθήσεις.
Ευτυχείς που δεν παρασύρονται, αρκούνται στα έργα του χρόνου.
Χορεύοντας μόνη θυμάσαι.
Ή μήπως πάλι χλευάζεις όσα ταξιδεύουν μαζί του;

13.

Φυλλομετρώντας το χρόνο
αναλογίζομαι το εύρος μιας άτσαλης εφηβείας.
Θα μπορούσα να σε ατενίζω στάσιμος στο ίδιο πάθος
ολόκληρη ζωή μια σπουδή στον αρτιότερο φωτισμό σου.
Σαν φως αναπάντεχο
πυρακτώνει λίγα στιγμιότυπα η νοσταλγία.
Σκοτεινιάζει όπου να ’ναι
και ζωντανεύουν οι απόηχοι.
Τραντάζομαι αίφνης, μα τίποτα δε συμβαίνει.
Πυρετός μόνο και παραλήρημα.
Φωτογραφίες πεσμένες, καταρρέει το ποίημα.

15.

Φωτογραφίες ανασύροντας διατυπώνω ερμηνείες
ζωή παρακείμενη.
Αναχωρεί ολοταχώς το γραφείο
και απευθύνει εκκλήσεις, τις ίδιες πάντα:
Το συναίσθημα ας μείνει παρόν.
Στο γραφείο αναπτύσσω επιτυχώς
ιστορίες ή μύθους, στην ευτυχέστερη περίπτωση,
και άγονες διασχίζω γραμμές.