ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ

Τι σημασία τα φθαρμένα του ρούχα.
Είναι παιδί ζάπλουτο.
Θυσία γίνεται.

ΜΕΓΕΘΥΣΜΕΝΗ ΗΧΩ

Tη φύση του ανασκάπτει σαν φιλόσοφος
και ήχο κρούει αδειανό στο μέταλλο της φωνής του:
«Είμαι τελικά ο Κανένας;».
Μεγεθυσμένη ηχώ αντικρούει το σύμπαν
αρμονικά σαν απάντηση.

ΜΕ ΣΤΙΛ

Tελετουργικά να ξεκινήσεις.
Aργά, χωρίς κρότους κι υπεροψία.
Mε στιλ.
(Άλλωστε εδώ κυρίως χρειάζεται.)
Σαν να ήσουν βέβαιος πως όλα έτσι θα κατέληγαν.
Mεθοδικά εκπωματίζεται η ευδαιμονία.
Ύστερα πίνεται μονορούφι.
Kι ύστερα;
E, ύστερα κάποια στιγμή ξυπνάς.

88.

Καταναλώθηκα με βουλιμία.
Σαν τροφή με ημερομηνία λήξεως.
Καλλιεργώντας σώμα και πνεύμα
έγινα λοιπόν σχήμα λόγου.
Μου το ’λεγαν: Γεννιόμαστε ερασιτέχνες
και πεθαίνουμε επαγγελματίες.
Ήρθε κιόλας η σειρά μου να το λέω.

ΣΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ

Η δυστυχία των πεινασμένων συγκινεί.
Των χορτασμένων απωθεί.
Κι οι δυο τους όμως σαν δέος
επικρέμανται στην αθωότητα.
Στρέψτε την όραση στους ουρανούς.
Εκεί τουλάχιστον ατόφια ναρκισσεύεται
η αίσθηση μιας έλλειψης κορεσμένης σχεδόν.

66.

Πλήρης άυλων αγαθών.
Όλων εκείνων που για χάρη τους
η ζωή σφύζει, για χάρη τους ξεφλουδίζουν οι ελπίδες
ανέκαθεν εκτεθειμένες στο έλεός τους.
Τα άυλα αγαθά. Αμύθητη περιουσία
στη γη της Επαγγελίας, των μύθων.
Αλλά εδώ κάτω η α-πορία, διάσημη και τραγική
δεν περιμένει κληρονομιές ξαφνικές.
Ούτε βέβαια φιλανθρωπίες.

80.

Νομίζω, μα ναι, ακούω το σφύριγμα.
Ο άνεμος προ των πυλών.
Τώρα να δω πώς θα κάνεις να ωχριούν
όσα μια ζωή τρέχουν πίσω του.

68.

Το αγαπημένο μουσικό θέμα σφραγίζει τα χείλη
να μην πω, να μην προλάβω και πω ούτε μια λέξη
κι η πολυπόθητη ευτυχία ξαφνιασμένη
στρέψει την πλάτη.

69.

Κατακόκκινος σαν ήλιος ή μάλλον σαν αίμα
πρόθυμο να χυθεί υπέρ βωμών και εστιών.
Τι εξόφθαλμη αδικία με φλέβες και αρτηρίες
να πηγαινοέρχομαι σταθερά
στην καρδιά του μεγάλου τίποτα.
Και τι αδυσώπητη εμμονή, χωρίς τυμπανοκρουσίες
ή πανηγυρικές περί δικαίου αυταπάτες,
συντηρεί ζωντανές τις ελπίδες
και όσα με προβάλλουν κατακόκκινο σαν ήλιο.