Ο Βασίλης Βασιλικός επιτέλους αυτοβιογραφείται

Μετά από 120 βιβλία πεζογραφίας, δοκιμίου, θεάτρου και ποίησης, ήρθε η ώρα της αυτοβιογραφίας για τον εμβληματικό συγγραφέα. Με αφορμή την κυκλοφορία του “Η Μνήμη Επιστρέφει με Λαστιχένια Πέδιλα” μίλησε στο Magazine.

Συμβαίνει κατά κόρον και μόνο περίεργο δεν είναι να αποκτά ο αναγνώστης την αυτοβιογραφία ενός icon των γραμμάτων και των τεχνών πρώτα και κύρια για να “ρουφήξει” εκείνες τις ιστορίες, ανάμεσα σε όσες έχει επιλέξει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής τους να αφηγηθεί, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με καθαυτό το αντικείμενό του, δηλαδή με ζητήματα όπως η έμπνευση και η υλοποίηση, αλλά με όσα έχει ζήσει εξαιτίας μεν του όποιου αντικειμένου, στον χρόνο δε που απέμεινε εκτός αυτού που καταναλώθηκε στη δημιουργική διαδικασία.

Κανείς λοιπόν δεν θα παρεξηγήσει όποιον/α αποκτήσει το “Η Μνήμη Επιστρέφει με Λαστιχένια Πέδιλα”, την αυτοβιογραφία του Βασίλη Βασιλικού, γιατί αδημονεί να διαβάσει, για παράδειγμα, τις ιστορίες πίσω από τις εικόνες που κοσμούν το εξώφυλλο, εικόνες με τον Γκύντερ Γκρας, τον Χούλιο Κορτάσαρ, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Αλέκο Παναγούλη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Δημήτρη Δεσποτίδη, τη Μελίνα Μερκούρη και τον Κώστα Γαβρά.

Φυσικά στις 538 σελίδες του βιβλίου υπάρχουν τέτοιες ιστορίες: για τις σχέσεις του Βασίλη Βασιλικού (ερωτικές, φιλικές, επαγγελματικές, πολιτικές), για τα ταξίδια του ανά τον κόσμο, για τις ενίοτε επεισοδιακές εκδόσεις των βιβλίων του, για τη σαρωτική επιτυχία ορισμένων και το ακαριαίο πέρασμα στη λήθη άλλων, για τη διασημότητα, κ.α. Υπάρχουν, μάλιστα, σε αφθονία και είναι, όπως θα περίμενε κανείς αφού έχουν γραφτεί από τον συγκεκριμένο συγγραφέα, όλες τους συναρπαστικές.

Η πεμπτουσία όμως αυτής της μη κλασικής, όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, αυτοβιογραφίας, βρίσκεται ανάμεσά τους, στα σημεία -άλλοτε αράδες, άλλοτε παράγραφοι, άλλοτε σελίδες ολόκληρες- που ο Βασίλης Βασιλικός αποτυπώνει στο χαρτί τους στοχασμούς του για το πώς είναι να περνάς όλη σου τη ζωή όντας μεν δημόσιο πρόσωπο, κάνοντας όμως επί της ουσίας ένα και μόνο πράγμα: γράφοντας.

Είναι σημεία σαν αυτό:“Σε δυο μέρες πληθώρα τηλεγραφημάτων, από τους τριάντα τρεις εκδότες μου του Ζ, μου ζητούσαν το καινούργιο Ζ, για τον Παναγούλη. Με πλήρωναν προκαταβολικά όσα λεφτά ήθελα. Ο λόγος που τους έπιασε αυτό το αμόκ ήταν ένα σκίτσο που δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στη LeMonde, τη γαλλική εφημερίδα, δείχνοντας ένα Mirafioriνα ντεραπάρει και τα λάστιχα να γράφουν στην άσφαλτο ένα ζιγκ ζαγκ στο σχήμα του Ζ. Το σκίτσο, με την επιτυχημένη αναφορά στην υπόθεση Λαμπράκη, έκανε τον γύρο του κόσμου. Και οι εκδότες ξύπνησαν από τον λήθαργό τους εκλιπαρώντας με, με τέλεξ και τηλεγραφήματα, για το Ράμπο Νο 2. Μπορούσα να εκμεταλλευτώ την περίσταση, να γεμίσω τις τσέπες μου λεφτά και να τους δώσω μια πατάτα στο πιάτο, με σάλτσα Μπάλτσα. Δεν το έκανα. Τους αρνήθηκα κατηγορηματικά. Ήμουν πολύ κοντά στον Αλέκο, για να τον δω σαν θέμα βιβλίου. Τον Λαμπράκη ποτέ δεν τον είχα γνωρίσει. Τους ανθρώπους σου, που αγαπάς, δεν τους σκέφτεσαι σαν κείμενο. Το κείμενο είναι πάντα μια προδοσία”.

Ή σαν αυτό: “Μόνο μια τέχνη, ένα επάγγελμα δεν μπορεί να ξεφύγει του καημού του: το συγγραφικό. Διότι σε αυτό αναπαράγεται η ζωή, κι έτσι λησμονιά εύκολα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και πολλοί συγγραφείς καταφεύγουν σε ξεδόματα ουτιδανά, για να μπορούν να αναπνεύσουν. Κάνουν τον κηπουρό, τον μάγειρα, τον ταξιδευτή, τον εξερευνητή κοραλλιών, τον ψαροτουφεκά. Μα είναι κυρίως πότες. Μόνο με το πιοτί καταφέρνουν να ξεχάσουν το επώδυνο επάγγελμά τους, που είναι η επιστροφή στο κείμενο, είτε διά του κειμένου είτε διά των κριτικών, αναφορών, επιστολών, τηλεφώνων, φαξ, e-mailκαι τηλεοράσεων, είτε διά του πλέον επώδυνου ‘διάβασα το βιβλίο σου που με συγκλόνισε’. Η μόνη φυγή από την κόλαση της γραφής είναι εντέλει ο ύπνος. Μα κι αυτός δεν είναι πάντα εύκολος”.

Για να το λέει αυτό κάποιος που έχει γράψει γύρω στα 120 βιβλία και είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας πεζογράφος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει. Και στο Magazine εξηγεί, μεταξύ άλλων, πώς έφτασε στην τελευταία και οριστική έκδοση ενός βιβλίου που περίμεναν πολλοί, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Στην τελευταία και οριστική έκδοση της λεγόμενης «αυτοβιογραφίας» μου πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο επιμελητής του βιβλίου, ο Αγης Μπράτσος, με τον οποίο η συνεργασία μας κράτησε πάνω από πέντε μήνες. Ως τότε οι επιμελητές-επιμελήτριες των βιβλίων μου διόρθωναν μόνο τα τυπογραφικά μικρολάθη. Ο Άγης αντίθετα ήταν σαν ένα γιατρός που επεσήμαινε τα «σπυριά» του.

Καθίσταται σαφές από το σημείωμά σας στην αρχή του βιβλίου ότι δεν πρόκειται για μια κλασική αυτοβιογραφία, αλλά για σελίδες ημερολογίου που γράφτηκαν το 1992. Περίπου 500 σελίδες μετά διαβάζουμε ότι επεξεργαστήκατε για δεύτερη φορά το υλικό το 1997, για να καταλήξετε στην οριστική του μορφή το 2020. Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν στο να επιμείνετε ώστε να αποτελέσει το συγκεκριμένο υλικό τον πυρήνα ενός βιβλίου που εξ ορισμού αποτελεί σημαντικό εκδοτικό γεγονός;

Στην τελευταία και οριστική έκδοση της λεγόμενης «αυτοβιογραφίας» μου πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο επιμελητής του βιβλίου, ο Αγης Μπράτσος, με τον οποίο η συνεργασία μας κράτησε πάνω από πέντε μήνες. Ως τότε οι επιμελητές-επιμελήτριες των βιβλίων μου διόρθωναν μόνο τα τυπογραφικά μικρολάθη. Ο Άγης αντίθετα ήταν σαν ένα γιατρός που επεσήμαινε τα «σπυριά» του. Κι αυτό με βοήθησε πολύ για να φτάσουμε στην τελευταία και οριστική του έκδοση.

Τα αποσπάσματα που “γράφει” ο κύριος Μαρούλης, το alter ego σας, όπως τον χαρακτηρίζετε, φροντίζετε ώστε να ξεχωρίζουν ποικιλοτρόπως (ύφος, γραμματοσειρά). Πώς και πότε προέκυψε αυτό το λογοτεχνικό εύρημα;

Προέκυψε από την πρώτη γραφή του το 1992. Κι όπως δεν ήμουν εξοικειωμένος με τα αυτοβιογραφικά βρήκα στον “κύριο Μαρούλη” το δικό μου alter ego ως μυθοπλασία που πάντα προτιμούσα.

Αποτελεί η έκδοση μιας -έστω μη κλασικής– αυτοβιογραφίας τον τρόπο του συγγραφέα να κλείσει κάποιους λογαριασμούς, αφενός με το αναγνωστικό του κοινό, αφετέρου με τον ίδιο του τον εαυτό;
Δεν είχα, σας βεβαιώνω, καμιά τέτοια πρόθεση.

Γράφετε ότι ο κάθε συγγραφέας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αυτοδιαφημίζεται και αναγκάζεται να προωθήσει μόνος τα βιβλία του, διαφορετικά το μήνυμα, που δεν είναι άλλο από την ύπαρξη του ίδιου του κειμένου, όπως στα πραγματικά γεννητούρια, θα έμενε μετέωρο, στα αζήτητα.
Ούτε ποτέ αυτοδιαφημίστηκα ούτε προωθούσα τα βιβλία μου. Τα πρώτα τα έβγαλα «ιδίοις αναλώμασι». Τη «Διήγηση του Ιάσονα», τα «Θύματα Ειρήνης», «Το Φύλλο», το «Πηγάδι», «Τ’ αγγέλιασμα», τη «Μυθολογία της Αμερικής». Τα πρώτα που εξέδωσε εκδότης (Το Θεμέλιο) ήταν το «Εκτός των Τειχών» και το «Ζ». Με τη χούντα, καθώς βρέθηκα στο εξωτερικό, μπήκαν στο σπίτι μου, Αχαιού 1, στη Δεξαμενή, σπάσαν την πόρτα, ευτυχώς είχα πολλά χειρόγραφα στο υπόγειο, αλλά ο θυρωρός σαν αριστερός που ήταν τους παραπλάνησε κι εκεί δεν ψάξαν. Και στο εξωτερικό που βρέθηκα έβγαλα επτά πλακέτες με ποίηση μες τα επτά χρόνια της αυτοεξορίας μου και δώδεκα πεζογραφήματα «ιδίοις πάλι αναλώμασι» με σήμα «Εκδόσεις 8 ½» , τιμώντας έτσι τον Φελίνι.

Είναι επίπονη η κριτική στάση ενός συγγραφέα απέναντι στο ίδιο του το έργο; Πόσο μάλλον ενός συγγραφέα τόσο παραγωγικού όσο εσείς. «Δεν περιμένω να κρυώσει το γεγονός για να το μετουσιώσω σε λογοτεχνία. Εγώ κάνω ό,τι μπορώ ενώ βράζει», γράφετε. Έχουν υπάρξει κατόπιν εορτής περιπτώσεις που θα προτιμούσατε να μην είχατε παράξει “εν θερμώ”;
Εν θερμώ” υποφέρεις απ’ τη ζέστα. “Εν ψυχρώ” από το κρύο. Ανάμεσα στα δυο υπάρχει η άνοιξη και το φθινόπωρο που τα προτιμώ.

Πάσχει από συγκεκριμένες παθογένειες η ελληνική λογοτεχνία;
Δεν υπάρχουν παθογένειες στην ελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει όμως και ενός τύπου “παραλογοτεχνία”, που είναι η “λογοτεχνία” του παρά.

Ποιο είναι το καλύτερο και το χειρότερο πράγμα του να γράφει κανείς ένα βιβλίο τόσο εμβληματικό όσο το Ζ;
Το εμβληματικό όπως το χαρακτηρίζετε «Ζ» επιζεί παγκοσμίως χάρη στην ομώνυμη συγκλονιστική ταινία του Κώστα Γαβρά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Στο βιβλίο σας υπάρχουν ουκ ολίγες σε βάθος αναφορές σε μερικές από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Από το οποίο προσωπικό, θα μπορούσατε συμπερασματικά να πείτε αν μέχρι σήμερα έχετε υπάρξει υπάρξει κατά πλειοψηφία ικανοποιημένος ή απογοητευμένος;

Με βάζετε στα δύσκολα. Εγώ πιστεύω στην τετρακτύ (1+2+3+4= 10) της χώρας. Ήγουν: πόλις, πολίτης, πολιτική, πολιτισμός. Για το τελευταίο όμως οι περισσότεροι διέπρεψαν ως εκπατρισμένοι. Δημήτρης Μητρόπουλος, Μαρία Κάλλας, Ξενάκης, Καστοριάδης, Αξελός, Κουνέλης, Γαβράς, και πλήθος άλλοι.

Συνομιλούμε λίγο μετά την άρση των περισσοτέρων μέτρων περιορισμού που είχαν ως σκοπό την ανάσχεση της πανδημίας. Πώς κρίνετε τους χειρισμούς της πολιτείας μέχρι σήμερα;
Βρήκα μια φράση “ανώνυμου” στην “Εφημερίδα των Συντακτών” που απαντά στο ερώτημα σας: “Παίζουν ακορντεόν με ένα χέρι”. Άνοιξε-κλείσε, κλείσε-άνοιξε. Θυμάμαι μια φράση ειρωνική του Δημήτρη Δεσποτίδη για την πολιτική της τότε Δεξιάς: “Η κατάσταση επιδεινούμενη βελτιούται”. Αυτό ζούμε σήμερα κι εμείς με την Επιτελική Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πηγή: news247.gr

Μύκονος, Αγράρι, 1989

Tα Νέα Σαββατοκύριακο, 16-17 Ιουνίου 2018, ένθετο “Weekend/ Πρόσωπα”

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ποιητής και πολύ σημαντικός, όπως ο Αγης Μπράτσος, για να συνδυάσει τη θέα ενός τζιν, τον Πλούταρχο, τον Σαίξπηρ και τον Ρεμπό. Και αν δεν θα διανοούνταν να εκφράσει τις αντίστοιχες σκέψεις του θα ήταν από φόβο μη γίνει καταγέλαστος, ενώ ο ποιητής με την ασυλία μιας σκέψης που μόνο όταν «αυθαιρετεί» την αισθάνεται σωστή, μπορεί να μιλάει για λογαριασμό όλων.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Αλλο ένα σκηνικό, τέλη δεκαετίας 1980. Το τζιν σαν λάβαρο ηλιοκαμένης επιθυμίας γιατί, καθετί που βλέπεις, διεκδικεί την ακραία επικράτεια της ηδονής. Ολόγυρα στην παραλία γυμνές παρουσίες, ούτε κατά διάνοια ευάλωτες αφού η σκέψη πρωτοστατεί σε κάθε σκηνή, δεν επαναπαύεται στο φαίνεσθαι. Αραγε, πώς μας βλέπει η θάλασσα; Ισως ο φλοίσβος υποκρύπτει την αρχέγονη συγκατάβασή της για το γεγονός ότι, πού θα πάει, κάποτε θα μας ξεβράσει ο καιρός.
Αλλά στα είκοσι πέντε ποιος νοιάζεται γι’ αυτό. Ατενίζει το τζιν να σείεται στο αεράκι με την ίδια έπαρση που θα ατένιζε στο σώμα του την πλέον οφθαλμοφανή απόδειξη του ανδρισμού. Τι σωτήριο συστατικό του ζην αυτή η έπαρση, ιδίως τότε που άνευ όρων, θεόγυμνος, γινόσουν για λίγες ώρες ό,τι πράγματι είσαι: ένας μεγεθυσμένος κόκκος άμμου. Από τους κόκκους της ίδιας αμμουδιάς μοιάζει ενδόμυχα η ακτή σαν ανεστραμμένη κλεψύδρα. Δεν το ομολογείς ακόμη ούτε καν το υπολογίζεις, αλλά η άηχη διαίσθηση σκιάζει μια στιγμή τα βράχια που δεν φαίνονται στη φωτογραφία και δεσπόζουν αυτάρεσκα. Κατανοητό ή όχι, θα σαρωθεί η απόλαυση – δεν είναι δα και τόσο τρομερό. Κι ας μην έχεις διαβάσει Ρεμπό: «Η πραγματική ζωή είναι απούσα».

Θα μπορούσε, βέβαια, το τζιν να θεωρηθεί σαν πανό, αίφνης το υψωμένο σε ελληνική πλατεία της δεκαετίας του 1950: «Είμεθα ευγνώμονες εις το αμερικανικόν έθνος», και τριγύρω οι πάντα πρόθυμοι χειροκροτητές. Η Ιστορία θα επαναληφθεί διά στόματος πρωθυπουργού σε λίγα μόλις χρόνια. Είναι αναπόφευκτο. Ανέκαθεν ήταν «ευκολότερο να εξαπατά κανείς τους πολλούς παρά τον έναν», χρειάστηκε ο Ηρόδοτος για να ειπωθεί.
Ακόμη και όταν απαθανάτισες στη θάλασσα το ατίθασο ένδυμα και όλα έρεαν δήθεν ομαλά στον μικρόκοσμο της χώρας, τριγύρω φανατικοί λιάζονταν. Μα, ναι, υπέρμαχοι, όπως διατείνονταν, της ελευθερίας · ειδικότερα της απελευθέρωσης, των απαράγραπτων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας. Στην πλειονότητά τους, όμως, κινούμενοι ολόψυχα μέσα στο πλαίσιο ξέφρενων αγορών και επιχειρηματικότητας, μηχανισμών που δεν σκαμπάζουν γρυ πέρα από το κέρδος, αλλά έντεχνα υιοθετούν οικουμενικές λέξεις, τις καταντούν συνθήματα και τις γρυλίζουν, σαν αγοραίος Ερμής, ώστε να κυριαρχούν με τη λιγότερη δυνατή αντίσταση. Πώς το έλεγε, να δεις, και ο Ομηρος προκειμένου να χαρακτηρίσει ανεξάλειπτα κάποιον; Κερδαλεόφρων. Ετούτο είναι, λοιπόν, το μοναδικό βάρος που αγγόγυστα φέρουμε στους ώμους. Από κοντά και ο φανατισμός.
Διαβλέπω την αγωνία σου μήπως κι εσύ παιχνιδίζεις με τις λέξεις. Αν εννοείς πράγματι όσα λες. Δεν έχεις άλλη ακεραιότητα από αυτό. Στο πετσί σου νιώθεις τον Σολωμό: «Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλιέται».

Οι τσέπες τού τζιν, μαντεύω, άδειες. Μάντης σαν την Αντιγόνη· εκείνη ισχυριζόταν πως ο άνθρωπος μαντεύει τι είναι Δίκαιο. Κι αν ήταν γεμάτες; Δεν αποκλείεται να βάδιζες τώρα αγέρωχα στην πόλη και μονολογώντας «είμαι ο άγγελός σου», με αυτοπεποίθηση, να έγερνες ένα χαρτονόμισμα στον πρώτο τυχόντα άστεγο. Δεν θα το έκανες τόσο από ευσπλαχνία ή ανωτερότητα όσο από την επίγνωση: «Του Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν / και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, / μα στο Καλό κ’ εις το Κακό περιπατούν και τρέχουν». Ενας σύγχρονος Ερωτόκριτος; Οχι, ένας Ιάγος, χωρίς μακιγιάζ, στο θέατρο που παίζουμε καθημερινά, υποδυόμενοι τους πιο αναπάντεχους ρόλους.
Σκέφτομαι τη σιωπή. Την ψηλαφίζεις σίγουρα έτσι ξαπλωμένος απέναντι στο υγρό βάθος, με το τζιν να επικρέμαται στη σκηνογραφία. Ασκείς εδώ το πλεονέκτημα της ακοής. Γι’ αυτό νιώθω νοσταλγία. Πουθενά πάνελ, άγνωστη η επί θύραις διαδικτυακή αμετροέπεια. Πώς πέσαμε, ανεπαίσθητα, στην παγίδα; Στην απόλυτη απαξίωση του λόγου των συνομιλητών μας, στη μίζερη εμμονή να διακόπτουμε αγενώς τον άλλο στον δημόσιο διάλογο.
Με 2.000 ετών παρακαταθήκες. «Εκείνοι που διακόπτουν αμέσως τους άλλους, χωρίς να ακούν ή να ακούγονται, ασχημονούν». Από το σπήλαιο του χρόνου, όχι ο Κανένας μα ο Πλούταρχος. Μια σιωπή στην εποχή μας ματωμένη.
Με νεκρούς ιπταμένους, κρατούμενους στη γείτονα και με βροχή τα τουρκικά σίριαλ στα κανάλια, να εξοικειωθεί ο λαός μας με τι;
Τι λόγια και ήχοι σε θέλγουν, ποια ανάγκη. «Η ανάγκη έχει την παράξενη τέχνη να κάνει πολύτιμα τα τιποτένια». Α, Σαίξπηρ, μονολογώ κοιτώντας τη φωτογραφία, ας μ’ επιθυμούν τα τυχαία πρόσωπα στον δρόμο που την εικόνα τους μεταφράζω κατά το δοκούν, ας με ζητάνε με όλα τους τα κύτταρα, κι ας είμαι ενδεχομένως τιποτένιος.
Πάλι ο Σαίξπηρ: «Η ανάπαυση είναι η υπέρτατη νοσηλεία μέσα στη φύση». Αμ δε, αδύνατον να αναπαυθείς σ’ ετούτη την ακρογιαλιά.
Στοχάζεσαι, ονειρεύεσαι, αναπολείς, σχεδιάζεις έχοντας κατά νου το συμπόσιο για το οποίο διάβασες στον Πλούταρχο. Εκείνο σου μετάγγισε ότι: «Αυτός που αναζητεί σε καθετί το εύλογο αναιρεί απ’ όλα τα πράγματα το θαυμάσιο».
Θα μπορούσε, ακόμη, αυτό το τζιν να ανήκει όχι σ’ εσένα αλλά σε ποδοσφαιριστή. Στον Σαλάχ, φέρ’ ειπείν, για να ομολογήσω πόσα κοινά μπορεί να έχω σήμερα με έναν μουσουλμάνο· το δίχως άλλο, όταν αυτός ο παίκτης πανηγυρίζει, σκηνοθετεί την αθωότητα.
Πόσες δυνατότητες. Αρκεί. Αραγε, αν δεις τη φωτογραφία, θα θυμηθείς;
Ισως όχι, μα δεν αλλάζει αυτό κάτι δραματικά. Για ποιο λόγο άλλωστε. Η φύση δεν συγκινείται.

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Αναπάντητες» στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει

Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του Άγη Μπράτσου

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΕΣ

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ποιήτρια
Βασίλης Κουγέας, ποιητής, καθηγητής και αναπληρωτής Πρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Θανάσης Θ. Νιάρχος, συγγραφέας

ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ | Ακαδημίας 32 και Λυκαβηττού, Αθήνα | Τ 210 3388054

MPRATSOS_11_11_16_IMG

MPRATSOS_POSTER_11_11_16_IMG

500 λέξεις με τον Άγη Μπράτσο

500 Λέξεις με τον Άγη Μπράτσο
Η Καθημερινή, «Τέχνες-Γράμματα», σελ. 10, Κυριακή 26.6.2016

agis-bratsos-500-lekseis-kathimerini

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Στην κλίνη αφήνω μονάχα την ποίηση. Το σώμα που θέλω να διαβάζω σαν ποίημα. Αστραφτερά αιχμηρός ο Γουάλας Στίβενς: «Το σώμα είναι το μέγα ποίημα».

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Ο Μεγάλος Γκάτσμπι γιατί διαχέει εκλάμψεις πριν από την αθέατη πτώση.

Με ποιον ποιητή θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Γιάννη Ρίτσο. Στη Μονεμβασιά αντιμέτωποι με την ιδεολογία, την αντίσταση, την ανθρώπινη θηριωδία. Πίνουμε για το σώμα αφού, εκείνος το γράφει, «ο γυμνός είναι ο πιο μόνος ο πιο αποφασισμένος». Αίφνης τον ρωτάω: «Γιάννη, άκουσες ποτέ τον Σικελιανό να περιγράφει πώς τον εθάμβωσαν τα μαλλιά της Εύας Πάλμερ όταν την πρωτοείδε; Εφταναν, λέει, ώς τους αστραγάλους της. Αραγε, τα εξέλαβε σαν μεγαλειώδη χειρονομία;».

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Υπεραγαπώ τα βιβλία. Πώς να θυμώσω μαζί τους;

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Η «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα που τώρα επιμελούμαι. Για την αύρα της γραφής στη διακεκαυμένη ζώνη της επιβίωσης.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Ο Σοπενχάουερ επιμένει: «Πόσο λίγο πρέπει να έχει σκεφτεί κάποιος για να μπορεί να έχει διαβάσει τόσο πολλά». Προς τι να έχει κανείς τύψεις επειδή διαβάζει. Αλλες είναι οι πομπές: Διαβάζοντας και γράφοντας να πιστέψεις ότι είσαι κάτι άλλο απ’ ό,τι πράγματι είσαι.

Τι ακριβώς είναι οι «Αναπάντητες»; Είναι οι γνωστές πια «αναπάντητες κλήσεις»;

Είναι οι κλήσεις προς τον χρόνο εφόσον αντέχεις να μην ζεις ανώδυνα. Επειδή κάθε εποχή ζητά να εφεύρουμε τα όντως απαραίτητα. «Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα».

Εχετε Facebook, Twitter κ.λπ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Επέλεξα να έχω ιστοσελίδα. Εμπόδια στη γραφή; Μα εκπηγάζει από δυνάμεις αρχέγονες. Ειδικότερα, για την τεχνολογία ας παραθέσω παλαιότερους στίχους μου: «Εξαλλη τεχνολογία στήνει τρόπαιο άνετη ζωή. / Ούτε κατά διάνοια εύκολη». Βέβαια, εάν ήμουν συνομήλικος του Σοφοκλή, ίσως έγραφα επιγράμματα για μια νεότευκτη τριήρη. Αλλά το 2004 προτίμησα να στέλνω στο κινητό φίλων χαϊκού αντί για συνήθη μηνύματα. Ετσι προέκυψε η προηγούμενη συλλογή μου. Συνεπώς η τεχνολογία, θα έλεγε ο Ηράκλειτος, «σημαίνει», εκπέμπει σήματα. Εάν θα γίνει τέχνη, εναπόκειται στον καθένα ξεχωριστά.

Η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη

Θανάση Θ. Νιάρχου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα Νέα, Παρασκευή 07 Ιανουαρίου 2011

Οσοι αγαπάνε το θέαµα και δεν έχουν προκαταλήψεις (είτε πρόκειται για αρχαία τραγωδία, είτε για σύγχρονο έργο, είτε για επιθεώρηση και σόου) ανακαλύπτουν πράγµατα σε καλλιτέχνες που τους συγκινούν βαθύτατα, µε όλες τις φαινοµενικές ή πραγµατικές τουςδιαφορές. Ακόµη κι ανδεν είχαµε ακούσει και διαβάσει την τροµερήκι αλησµόνητη αποστροφή τουΓιάννη Τσαρούχη «Αγαπώ τη Μαρία Κάλλας και τη Σωτηρία Μπέλλου και δεν αισθάνοµαι καθόλου διχασµένος γι’ αυτό», η πρόσφατη παρουσίατης κυρίας Ζωζώς Σαπουντζάκη στο «Αγγέλων Βήµα» θα ήταν µιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να αποενοχοποιηθεί κανείς απέναντι σ’ ένα θέαµα που τον ήθελε, έως τώρα, επιφυλακτικό, δύστροπο, ακόµη και απορριπτικό.

Ξέρετε ποιο ήταν το αγαπηµένο θέαµα του φιλοσόφου και πολιτικού, του σπουδαγµένου στη Χαϊδελβέργη Κωνσταντίνου Τσάτσου στην τηλεόραση τη δεκαετία του ‘70 ή του ‘80; «Η γειτονιά µας». Κατά τη γνώµη µας, η αδυναµία του αυτή δεν του αφαιρούσε τίποτε απολύτως, αντίθετα του πρόσθετε. ∆εν θα το οµολογούσε βέβαια ποτέ δηµόσια, αλλά αν σκεφθεί κανείς ότι όπως το δηµόσιο γίνεται, χωρίς τύψεις, ιδιωτικό, γιατί σε µια αληθινά χειραφετηµένη κοινωνία να µην ισχύει και το ακριβώς αντίθετο; Θα λυτρώνονταν σε σχέση µε φόβους,συµπλέγµατα, σοβαροφάνειες πολλοί που κουνάνε τη σηµαία της «ποιότητας» και της ειλικρίνειας ενώ κρύβονται όσον αφορά πράγµατα που ειλικρινά τους ευχαριστούν και τους θέλγουν.

Με το χέρι λοιπόν στην καρδιά, η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη που µετράει δεκαετίες στον χώρο του θεάµατος (όσο κι αν τα κείµεναπου λέει γενικά χωλαίνουν) προσφέρει µιαν όαση ρυθµού, ακρίβειας, χάρης, ευγένειας, ζωντάνιας ως ένα κεφάτο αυτοσχεδιαστικό πυροτέχνηµα. Μόνον καλλιτέχνης βαθιάσοβαρός και υπεύθυνος µπορεί να σχεδιάσει και να εκτελέσει µε τόση παραληρηµατική ευφροσύνη και, ταυτόχρονα, εγκράτεια ένα «υλικό»τραγουδιών που παντρεύειρεµπέτες, Σουγιούλ, Χατζιδάκι, Νικολακοπούλου,Κραουνάκη. Αλλά και µε ένα ανώτερο πνευµατικόήθος (όπως ακριβώς γράφεται, χωρίς καµιάυπερβολή), όταν ενώ περνάειστο «Χάρτινο τοφεγγαράκι» το γυµνόώς εκείνη τηνώρα πόδι της,µε συστολή το σκεπάζει. Αν ήξερε ο καθένας µας στον τόπο αυτό τι ακριβώς πουλάει, τα πράγµατα θα ήταν πολύκαλύτερα για όλουςµας.

∆εν θα είχαµε «σωτήρες» πολιτικούς, «µη µου άπτου» διανοούµενους, κληρικούς που λογαριάζουν, αντί γιατην εκκλησία, τηντηλεόραση ως το φυσικό τους βήµα.

Το να δεις στο θέατρο έναν δισταγµό της Ρένης Πιττακή ή της Μάγιας Λυµπεροπούλου, σύµφωνα µε το έργο που παίζουν ή µ’ έναν προσωπικό κώδικα υποκριτικής, είναι κάτι σπουδαίο. Αλλά να διακρίνεις τον δισταγµό αυτό σε µια γυναίκα συνδυασµένη µε το κέφι και το γλέντι, ο δισταγµός γίνεται ακόµη αποκαλυπτικότερος. Κι επιτέλους, όπως λέει και η φίλη µας ηΒασιλική, το να πάλλεται µια γυναίκαπου σύµφωνα µε αυτά που έχει ζήσειθα έπρεπε να περνάει την τέταρτη βαριά κατάθλιψη είναι οπωσδήποτε κάτι. Θέλω να πω ότι τα «εργαλεία» ενός καλλιτέχνη, σε όποιο είδος και να δουλεύονται, όταν αποκτούν την πατίνα του χρόνου γίνονται τρόπος ερµηνείας του κόσµου.

Να κλείσουµε µ’ ένα «µυστικό»: η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη φαίνεται στη σκηνή µια γυναίκα θεόρατη ενώ στηζωή θα την έλεγες µάλλον µικρόσωµη. Χωρίς να θεωρηθώ βέβηλος ή ιερόσυλος, θυµάµαι τον πατέρα Βασίλειο στην Ιβήρων (µάρτυράς µου ο Σταµάτης Φασουλής) που, ενώ ευλογούσε τους λαϊκούς και τους µοναχούς, η βαθιά συγκεντρωµένη έκφραση του προσώπου του είχε διπλασιάσει σχεδόν το µέγεθός του σε βαθµό που να µηντον αναγνωρίσουµε, να νοµίσουµε ότι είναι ένας άλλος.

Οταν κάτι πυκνώνει µέσα µας, φαίνεται να µεταµορφώνεται ακόµη και το παράστηµά µας.

Η αλλαγή αυτήδεν είναι προνόµιο κανενός, την διεκδικούν εξίσου όλοι. ΕναςΠρόεδρος της ∆ηµοκρατίας, ο πατέρας Βασίλειος, η Γυναίκα της Πάτρας, η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη. Ισως µάλιστα οι δύο τελευταίες ακόµη περισσότερο σε σχέσηµε τον πατέρα Βασίλειο και τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας.

Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη».

Ζωζώ Σαπουντζάκη, η αεικίνητη κι αειθαλής “θεά της νύχτας”

από τον θεατρολόγο Κωνσταντίνο Β. Μπούρα

Με πήγαν φίλοι ποιητές να δω ένα φαινόμενο επί σκηνής. Σπεύδω να σας ενημερώσω ότι δεν είμαι άνθρωπος της νύχτας κι ότι αν δεν κοιμηθώ τα μεσάνυχτα την επόμενη μέρα σέρνομαι… Τους ακολούθησα όμως στη μουσική σκηνή των “Αγγέλων Βήμα” κι εκεί διαπίστωσα ότι άλλοι διανοούμενοι κι άνθρωποι από το χώρο του “ποιοτικoύ” λεγόμενου θεάτρου μας είχαν προλάβει κι ο περιορισμένος χώρος ήταν καλυμμένος ασφυκτικά.

Παράγγειλα σόδα με λεμόνι (τέτοια κραιπάλη… δηλαδή) και περίμενα με αγωνία να δω και ν’ ακούσω τη Ζωζώ που την ήξερα μόνο από τις ταινίες.

Και τι να δω; Τη ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ αυτοπροσώπως. Το θαύμα της απόλυτης ευλυγυσίας και διαύγειας. Αν πιστέψουμε τον Ηράκλειτο ότι όλα είναι ρευστά, είδα μια γυναίκα-φαινόμενο χωρίς αρθρώσεις, χωρίς ταμπού, χωρίς στεγανά, χωρίς προκαταλήψεις να διηγείται απλά και σταράτα (με χαριτωμένο πάντα τρόπο) κάποια περιστατικά από τη ζωή της. Με συγκίνησε η λεπτομέρεια που εγκατέλειψε την καριέρα της στην Αμερική γιατί πεθύμησε το μαριδάκι στις ελληνικές ψαροταβέρνες. Μήπως κι ο βραβευμένος με Όσκαρ Χατζιδάκις κάτι τέτοιο δε νοστάλγησε και γύρισε; Και η Δέσπω Διαμαντίδου και η Μελίνα κι ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης για ανάλογες αισθήσεις δεν επέστρεψαν; Μόνο ο Ηλίας Πετρόπουλος έμεινε για πάντα στο Παρίσι και ζήτησε να πεταχτούν οι στάχτες του στους υπονόμους που εκβάλλουν στον Σηκουάνα.

Η Ζωζώ Σαπουντζάκη χόρεψε, τραγούδησε, αφηγήθηκε, σείστηκε και λυγίστηκε. Χάρμα οφθαλμών κι ερωτική μέσα στην παιδική αθωότητα της ματιάς της.

Τη θαύμασα γιατί δεν υποδύθηκε κάτι που δεν ήτανε. Δεν το έπαιξε “δήθεν”, “κουλτουριάρα”, “ψωνισμένη” κι “αφ’ υψηλού”. Δεν την ένοιαζε καν να κάνει την “ποιοτική”.

Αυθεντική μέχρι το κόκκαλο! Zozo for ever!!!!!!!!!!!!!!!!!

Μην την χάσετε, όπου κι αν εμφανίζεται. Είναι κάτι σαν την Ελλάδα. Όλοι την φθονούν κι όλοι θα ήθελαν να είναι μαζί τους. Ό,τι και να κάνουν δεν θα μπορέσουν όμως να την υποτιμήσουν. Γιατί δεν περιγελάει κανείς τη χαρά της ζωής και τη μαγεία του απόλυτου Τώρα.

Η αυθεντική ηδονή της ύπαρξης, η “νοστιμιά” της ανάσας σε παρόντα χρόνο. Το παρελθόν έσβησε και το μέλλον αόρατο. Ας αφήσουμε λοιπόν μια αληθινή γυναίκα να μας διδάξει την απλότητα της ύπαρξης.