Μύκονος, Αγράρι, 1989

Tα Νέα Σαββατοκύριακο, 16-17 Ιουνίου 2018, ένθετο “Weekend/ Πρόσωπα”

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ποιητής και πολύ σημαντικός, όπως ο Αγης Μπράτσος, για να συνδυάσει τη θέα ενός τζιν, τον Πλούταρχο, τον Σαίξπηρ και τον Ρεμπό. Και αν δεν θα διανοούνταν να εκφράσει τις αντίστοιχες σκέψεις του θα ήταν από φόβο μη γίνει καταγέλαστος, ενώ ο ποιητής με την ασυλία μιας σκέψης που μόνο όταν «αυθαιρετεί» την αισθάνεται σωστή, μπορεί να μιλάει για λογαριασμό όλων.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

Αλλο ένα σκηνικό, τέλη δεκαετίας 1980. Το τζιν σαν λάβαρο ηλιοκαμένης επιθυμίας γιατί, καθετί που βλέπεις, διεκδικεί την ακραία επικράτεια της ηδονής. Ολόγυρα στην παραλία γυμνές παρουσίες, ούτε κατά διάνοια ευάλωτες αφού η σκέψη πρωτοστατεί σε κάθε σκηνή, δεν επαναπαύεται στο φαίνεσθαι. Αραγε, πώς μας βλέπει η θάλασσα; Ισως ο φλοίσβος υποκρύπτει την αρχέγονη συγκατάβασή της για το γεγονός ότι, πού θα πάει, κάποτε θα μας ξεβράσει ο καιρός.
Αλλά στα είκοσι πέντε ποιος νοιάζεται γι’ αυτό. Ατενίζει το τζιν να σείεται στο αεράκι με την ίδια έπαρση που θα ατένιζε στο σώμα του την πλέον οφθαλμοφανή απόδειξη του ανδρισμού. Τι σωτήριο συστατικό του ζην αυτή η έπαρση, ιδίως τότε που άνευ όρων, θεόγυμνος, γινόσουν για λίγες ώρες ό,τι πράγματι είσαι: ένας μεγεθυσμένος κόκκος άμμου. Από τους κόκκους της ίδιας αμμουδιάς μοιάζει ενδόμυχα η ακτή σαν ανεστραμμένη κλεψύδρα. Δεν το ομολογείς ακόμη ούτε καν το υπολογίζεις, αλλά η άηχη διαίσθηση σκιάζει μια στιγμή τα βράχια που δεν φαίνονται στη φωτογραφία και δεσπόζουν αυτάρεσκα. Κατανοητό ή όχι, θα σαρωθεί η απόλαυση – δεν είναι δα και τόσο τρομερό. Κι ας μην έχεις διαβάσει Ρεμπό: «Η πραγματική ζωή είναι απούσα».

Θα μπορούσε, βέβαια, το τζιν να θεωρηθεί σαν πανό, αίφνης το υψωμένο σε ελληνική πλατεία της δεκαετίας του 1950: «Είμεθα ευγνώμονες εις το αμερικανικόν έθνος», και τριγύρω οι πάντα πρόθυμοι χειροκροτητές. Η Ιστορία θα επαναληφθεί διά στόματος πρωθυπουργού σε λίγα μόλις χρόνια. Είναι αναπόφευκτο. Ανέκαθεν ήταν «ευκολότερο να εξαπατά κανείς τους πολλούς παρά τον έναν», χρειάστηκε ο Ηρόδοτος για να ειπωθεί.
Ακόμη και όταν απαθανάτισες στη θάλασσα το ατίθασο ένδυμα και όλα έρεαν δήθεν ομαλά στον μικρόκοσμο της χώρας, τριγύρω φανατικοί λιάζονταν. Μα, ναι, υπέρμαχοι, όπως διατείνονταν, της ελευθερίας · ειδικότερα της απελευθέρωσης, των απαράγραπτων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας. Στην πλειονότητά τους, όμως, κινούμενοι ολόψυχα μέσα στο πλαίσιο ξέφρενων αγορών και επιχειρηματικότητας, μηχανισμών που δεν σκαμπάζουν γρυ πέρα από το κέρδος, αλλά έντεχνα υιοθετούν οικουμενικές λέξεις, τις καταντούν συνθήματα και τις γρυλίζουν, σαν αγοραίος Ερμής, ώστε να κυριαρχούν με τη λιγότερη δυνατή αντίσταση. Πώς το έλεγε, να δεις, και ο Ομηρος προκειμένου να χαρακτηρίσει ανεξάλειπτα κάποιον; Κερδαλεόφρων. Ετούτο είναι, λοιπόν, το μοναδικό βάρος που αγγόγυστα φέρουμε στους ώμους. Από κοντά και ο φανατισμός.
Διαβλέπω την αγωνία σου μήπως κι εσύ παιχνιδίζεις με τις λέξεις. Αν εννοείς πράγματι όσα λες. Δεν έχεις άλλη ακεραιότητα από αυτό. Στο πετσί σου νιώθεις τον Σολωμό: «Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλιέται».

Οι τσέπες τού τζιν, μαντεύω, άδειες. Μάντης σαν την Αντιγόνη· εκείνη ισχυριζόταν πως ο άνθρωπος μαντεύει τι είναι Δίκαιο. Κι αν ήταν γεμάτες; Δεν αποκλείεται να βάδιζες τώρα αγέρωχα στην πόλη και μονολογώντας «είμαι ο άγγελός σου», με αυτοπεποίθηση, να έγερνες ένα χαρτονόμισμα στον πρώτο τυχόντα άστεγο. Δεν θα το έκανες τόσο από ευσπλαχνία ή ανωτερότητα όσο από την επίγνωση: «Του Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν / και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, / μα στο Καλό κ’ εις το Κακό περιπατούν και τρέχουν». Ενας σύγχρονος Ερωτόκριτος; Οχι, ένας Ιάγος, χωρίς μακιγιάζ, στο θέατρο που παίζουμε καθημερινά, υποδυόμενοι τους πιο αναπάντεχους ρόλους.
Σκέφτομαι τη σιωπή. Την ψηλαφίζεις σίγουρα έτσι ξαπλωμένος απέναντι στο υγρό βάθος, με το τζιν να επικρέμαται στη σκηνογραφία. Ασκείς εδώ το πλεονέκτημα της ακοής. Γι’ αυτό νιώθω νοσταλγία. Πουθενά πάνελ, άγνωστη η επί θύραις διαδικτυακή αμετροέπεια. Πώς πέσαμε, ανεπαίσθητα, στην παγίδα; Στην απόλυτη απαξίωση του λόγου των συνομιλητών μας, στη μίζερη εμμονή να διακόπτουμε αγενώς τον άλλο στον δημόσιο διάλογο.
Με 2.000 ετών παρακαταθήκες. «Εκείνοι που διακόπτουν αμέσως τους άλλους, χωρίς να ακούν ή να ακούγονται, ασχημονούν». Από το σπήλαιο του χρόνου, όχι ο Κανένας μα ο Πλούταρχος. Μια σιωπή στην εποχή μας ματωμένη.
Με νεκρούς ιπταμένους, κρατούμενους στη γείτονα και με βροχή τα τουρκικά σίριαλ στα κανάλια, να εξοικειωθεί ο λαός μας με τι;
Τι λόγια και ήχοι σε θέλγουν, ποια ανάγκη. «Η ανάγκη έχει την παράξενη τέχνη να κάνει πολύτιμα τα τιποτένια». Α, Σαίξπηρ, μονολογώ κοιτώντας τη φωτογραφία, ας μ’ επιθυμούν τα τυχαία πρόσωπα στον δρόμο που την εικόνα τους μεταφράζω κατά το δοκούν, ας με ζητάνε με όλα τους τα κύτταρα, κι ας είμαι ενδεχομένως τιποτένιος.
Πάλι ο Σαίξπηρ: «Η ανάπαυση είναι η υπέρτατη νοσηλεία μέσα στη φύση». Αμ δε, αδύνατον να αναπαυθείς σ’ ετούτη την ακρογιαλιά.
Στοχάζεσαι, ονειρεύεσαι, αναπολείς, σχεδιάζεις έχοντας κατά νου το συμπόσιο για το οποίο διάβασες στον Πλούταρχο. Εκείνο σου μετάγγισε ότι: «Αυτός που αναζητεί σε καθετί το εύλογο αναιρεί απ’ όλα τα πράγματα το θαυμάσιο».
Θα μπορούσε, ακόμη, αυτό το τζιν να ανήκει όχι σ’ εσένα αλλά σε ποδοσφαιριστή. Στον Σαλάχ, φέρ’ ειπείν, για να ομολογήσω πόσα κοινά μπορεί να έχω σήμερα με έναν μουσουλμάνο· το δίχως άλλο, όταν αυτός ο παίκτης πανηγυρίζει, σκηνοθετεί την αθωότητα.
Πόσες δυνατότητες. Αρκεί. Αραγε, αν δεις τη φωτογραφία, θα θυμηθείς;
Ισως όχι, μα δεν αλλάζει αυτό κάτι δραματικά. Για ποιο λόγο άλλωστε. Η φύση δεν συγκινείται.

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Αναπάντητες» στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει

Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του Άγη Μπράτσου

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΕΣ

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ποιήτρια
Βασίλης Κουγέας, ποιητής, καθηγητής και αναπληρωτής Πρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Θανάσης Θ. Νιάρχος, συγγραφέας

ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ | Ακαδημίας 32 και Λυκαβηττού, Αθήνα | Τ 210 3388054

MPRATSOS_11_11_16_IMG

MPRATSOS_POSTER_11_11_16_IMG

500 λέξεις με τον Άγη Μπράτσο

500 Λέξεις με τον Άγη Μπράτσο
Η Καθημερινή, «Τέχνες-Γράμματα», σελ. 10, Κυριακή 26.6.2016

agis-bratsos-500-lekseis-kathimerini

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Στην κλίνη αφήνω μονάχα την ποίηση. Το σώμα που θέλω να διαβάζω σαν ποίημα. Αστραφτερά αιχμηρός ο Γουάλας Στίβενς: «Το σώμα είναι το μέγα ποίημα».

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Ο Μεγάλος Γκάτσμπι γιατί διαχέει εκλάμψεις πριν από την αθέατη πτώση.

Με ποιον ποιητή θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Γιάννη Ρίτσο. Στη Μονεμβασιά αντιμέτωποι με την ιδεολογία, την αντίσταση, την ανθρώπινη θηριωδία. Πίνουμε για το σώμα αφού, εκείνος το γράφει, «ο γυμνός είναι ο πιο μόνος ο πιο αποφασισμένος». Αίφνης τον ρωτάω: «Γιάννη, άκουσες ποτέ τον Σικελιανό να περιγράφει πώς τον εθάμβωσαν τα μαλλιά της Εύας Πάλμερ όταν την πρωτοείδε; Εφταναν, λέει, ώς τους αστραγάλους της. Αραγε, τα εξέλαβε σαν μεγαλειώδη χειρονομία;».

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Υπεραγαπώ τα βιβλία. Πώς να θυμώσω μαζί τους;

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Η «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα που τώρα επιμελούμαι. Για την αύρα της γραφής στη διακεκαυμένη ζώνη της επιβίωσης.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Ο Σοπενχάουερ επιμένει: «Πόσο λίγο πρέπει να έχει σκεφτεί κάποιος για να μπορεί να έχει διαβάσει τόσο πολλά». Προς τι να έχει κανείς τύψεις επειδή διαβάζει. Αλλες είναι οι πομπές: Διαβάζοντας και γράφοντας να πιστέψεις ότι είσαι κάτι άλλο απ’ ό,τι πράγματι είσαι.

Τι ακριβώς είναι οι «Αναπάντητες»; Είναι οι γνωστές πια «αναπάντητες κλήσεις»;

Είναι οι κλήσεις προς τον χρόνο εφόσον αντέχεις να μην ζεις ανώδυνα. Επειδή κάθε εποχή ζητά να εφεύρουμε τα όντως απαραίτητα. «Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα».

Εχετε Facebook, Twitter κ.λπ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Επέλεξα να έχω ιστοσελίδα. Εμπόδια στη γραφή; Μα εκπηγάζει από δυνάμεις αρχέγονες. Ειδικότερα, για την τεχνολογία ας παραθέσω παλαιότερους στίχους μου: «Εξαλλη τεχνολογία στήνει τρόπαιο άνετη ζωή. / Ούτε κατά διάνοια εύκολη». Βέβαια, εάν ήμουν συνομήλικος του Σοφοκλή, ίσως έγραφα επιγράμματα για μια νεότευκτη τριήρη. Αλλά το 2004 προτίμησα να στέλνω στο κινητό φίλων χαϊκού αντί για συνήθη μηνύματα. Ετσι προέκυψε η προηγούμενη συλλογή μου. Συνεπώς η τεχνολογία, θα έλεγε ο Ηράκλειτος, «σημαίνει», εκπέμπει σήματα. Εάν θα γίνει τέχνη, εναπόκειται στον καθένα ξεχωριστά.

Η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη

Θανάση Θ. Νιάρχου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα Νέα, Παρασκευή 07 Ιανουαρίου 2011

Οσοι αγαπάνε το θέαµα και δεν έχουν προκαταλήψεις (είτε πρόκειται για αρχαία τραγωδία, είτε για σύγχρονο έργο, είτε για επιθεώρηση και σόου) ανακαλύπτουν πράγµατα σε καλλιτέχνες που τους συγκινούν βαθύτατα, µε όλες τις φαινοµενικές ή πραγµατικές τουςδιαφορές. Ακόµη κι ανδεν είχαµε ακούσει και διαβάσει την τροµερήκι αλησµόνητη αποστροφή τουΓιάννη Τσαρούχη «Αγαπώ τη Μαρία Κάλλας και τη Σωτηρία Μπέλλου και δεν αισθάνοµαι καθόλου διχασµένος γι’ αυτό», η πρόσφατη παρουσίατης κυρίας Ζωζώς Σαπουντζάκη στο «Αγγέλων Βήµα» θα ήταν µιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να αποενοχοποιηθεί κανείς απέναντι σ’ ένα θέαµα που τον ήθελε, έως τώρα, επιφυλακτικό, δύστροπο, ακόµη και απορριπτικό.

Ξέρετε ποιο ήταν το αγαπηµένο θέαµα του φιλοσόφου και πολιτικού, του σπουδαγµένου στη Χαϊδελβέργη Κωνσταντίνου Τσάτσου στην τηλεόραση τη δεκαετία του ‘70 ή του ‘80; «Η γειτονιά µας». Κατά τη γνώµη µας, η αδυναµία του αυτή δεν του αφαιρούσε τίποτε απολύτως, αντίθετα του πρόσθετε. ∆εν θα το οµολογούσε βέβαια ποτέ δηµόσια, αλλά αν σκεφθεί κανείς ότι όπως το δηµόσιο γίνεται, χωρίς τύψεις, ιδιωτικό, γιατί σε µια αληθινά χειραφετηµένη κοινωνία να µην ισχύει και το ακριβώς αντίθετο; Θα λυτρώνονταν σε σχέση µε φόβους,συµπλέγµατα, σοβαροφάνειες πολλοί που κουνάνε τη σηµαία της «ποιότητας» και της ειλικρίνειας ενώ κρύβονται όσον αφορά πράγµατα που ειλικρινά τους ευχαριστούν και τους θέλγουν.

Με το χέρι λοιπόν στην καρδιά, η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη που µετράει δεκαετίες στον χώρο του θεάµατος (όσο κι αν τα κείµεναπου λέει γενικά χωλαίνουν) προσφέρει µιαν όαση ρυθµού, ακρίβειας, χάρης, ευγένειας, ζωντάνιας ως ένα κεφάτο αυτοσχεδιαστικό πυροτέχνηµα. Μόνον καλλιτέχνης βαθιάσοβαρός και υπεύθυνος µπορεί να σχεδιάσει και να εκτελέσει µε τόση παραληρηµατική ευφροσύνη και, ταυτόχρονα, εγκράτεια ένα «υλικό»τραγουδιών που παντρεύειρεµπέτες, Σουγιούλ, Χατζιδάκι, Νικολακοπούλου,Κραουνάκη. Αλλά και µε ένα ανώτερο πνευµατικόήθος (όπως ακριβώς γράφεται, χωρίς καµιάυπερβολή), όταν ενώ περνάειστο «Χάρτινο τοφεγγαράκι» το γυµνόώς εκείνη τηνώρα πόδι της,µε συστολή το σκεπάζει. Αν ήξερε ο καθένας µας στον τόπο αυτό τι ακριβώς πουλάει, τα πράγµατα θα ήταν πολύκαλύτερα για όλουςµας.

∆εν θα είχαµε «σωτήρες» πολιτικούς, «µη µου άπτου» διανοούµενους, κληρικούς που λογαριάζουν, αντί γιατην εκκλησία, τηντηλεόραση ως το φυσικό τους βήµα.

Το να δεις στο θέατρο έναν δισταγµό της Ρένης Πιττακή ή της Μάγιας Λυµπεροπούλου, σύµφωνα µε το έργο που παίζουν ή µ’ έναν προσωπικό κώδικα υποκριτικής, είναι κάτι σπουδαίο. Αλλά να διακρίνεις τον δισταγµό αυτό σε µια γυναίκα συνδυασµένη µε το κέφι και το γλέντι, ο δισταγµός γίνεται ακόµη αποκαλυπτικότερος. Κι επιτέλους, όπως λέει και η φίλη µας ηΒασιλική, το να πάλλεται µια γυναίκαπου σύµφωνα µε αυτά που έχει ζήσειθα έπρεπε να περνάει την τέταρτη βαριά κατάθλιψη είναι οπωσδήποτε κάτι. Θέλω να πω ότι τα «εργαλεία» ενός καλλιτέχνη, σε όποιο είδος και να δουλεύονται, όταν αποκτούν την πατίνα του χρόνου γίνονται τρόπος ερµηνείας του κόσµου.

Να κλείσουµε µ’ ένα «µυστικό»: η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη φαίνεται στη σκηνή µια γυναίκα θεόρατη ενώ στηζωή θα την έλεγες µάλλον µικρόσωµη. Χωρίς να θεωρηθώ βέβηλος ή ιερόσυλος, θυµάµαι τον πατέρα Βασίλειο στην Ιβήρων (µάρτυράς µου ο Σταµάτης Φασουλής) που, ενώ ευλογούσε τους λαϊκούς και τους µοναχούς, η βαθιά συγκεντρωµένη έκφραση του προσώπου του είχε διπλασιάσει σχεδόν το µέγεθός του σε βαθµό που να µηντον αναγνωρίσουµε, να νοµίσουµε ότι είναι ένας άλλος.

Οταν κάτι πυκνώνει µέσα µας, φαίνεται να µεταµορφώνεται ακόµη και το παράστηµά µας.

Η αλλαγή αυτήδεν είναι προνόµιο κανενός, την διεκδικούν εξίσου όλοι. ΕναςΠρόεδρος της ∆ηµοκρατίας, ο πατέρας Βασίλειος, η Γυναίκα της Πάτρας, η κυρία Ζωζώ Σαπουντζάκη. Ισως µάλιστα οι δύο τελευταίες ακόµη περισσότερο σε σχέσηµε τον πατέρα Βασίλειο και τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας.

Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη».

Ζωζώ Σαπουντζάκη, η αεικίνητη κι αειθαλής “θεά της νύχτας”

από τον θεατρολόγο Κωνσταντίνο Β. Μπούρα

Με πήγαν φίλοι ποιητές να δω ένα φαινόμενο επί σκηνής. Σπεύδω να σας ενημερώσω ότι δεν είμαι άνθρωπος της νύχτας κι ότι αν δεν κοιμηθώ τα μεσάνυχτα την επόμενη μέρα σέρνομαι… Τους ακολούθησα όμως στη μουσική σκηνή των “Αγγέλων Βήμα” κι εκεί διαπίστωσα ότι άλλοι διανοούμενοι κι άνθρωποι από το χώρο του “ποιοτικoύ” λεγόμενου θεάτρου μας είχαν προλάβει κι ο περιορισμένος χώρος ήταν καλυμμένος ασφυκτικά.

Παράγγειλα σόδα με λεμόνι (τέτοια κραιπάλη… δηλαδή) και περίμενα με αγωνία να δω και ν’ ακούσω τη Ζωζώ που την ήξερα μόνο από τις ταινίες.

Και τι να δω; Τη ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ αυτοπροσώπως. Το θαύμα της απόλυτης ευλυγυσίας και διαύγειας. Αν πιστέψουμε τον Ηράκλειτο ότι όλα είναι ρευστά, είδα μια γυναίκα-φαινόμενο χωρίς αρθρώσεις, χωρίς ταμπού, χωρίς στεγανά, χωρίς προκαταλήψεις να διηγείται απλά και σταράτα (με χαριτωμένο πάντα τρόπο) κάποια περιστατικά από τη ζωή της. Με συγκίνησε η λεπτομέρεια που εγκατέλειψε την καριέρα της στην Αμερική γιατί πεθύμησε το μαριδάκι στις ελληνικές ψαροταβέρνες. Μήπως κι ο βραβευμένος με Όσκαρ Χατζιδάκις κάτι τέτοιο δε νοστάλγησε και γύρισε; Και η Δέσπω Διαμαντίδου και η Μελίνα κι ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης για ανάλογες αισθήσεις δεν επέστρεψαν; Μόνο ο Ηλίας Πετρόπουλος έμεινε για πάντα στο Παρίσι και ζήτησε να πεταχτούν οι στάχτες του στους υπονόμους που εκβάλλουν στον Σηκουάνα.

Η Ζωζώ Σαπουντζάκη χόρεψε, τραγούδησε, αφηγήθηκε, σείστηκε και λυγίστηκε. Χάρμα οφθαλμών κι ερωτική μέσα στην παιδική αθωότητα της ματιάς της.

Τη θαύμασα γιατί δεν υποδύθηκε κάτι που δεν ήτανε. Δεν το έπαιξε “δήθεν”, “κουλτουριάρα”, “ψωνισμένη” κι “αφ’ υψηλού”. Δεν την ένοιαζε καν να κάνει την “ποιοτική”.

Αυθεντική μέχρι το κόκκαλο! Zozo for ever!!!!!!!!!!!!!!!!!

Μην την χάσετε, όπου κι αν εμφανίζεται. Είναι κάτι σαν την Ελλάδα. Όλοι την φθονούν κι όλοι θα ήθελαν να είναι μαζί τους. Ό,τι και να κάνουν δεν θα μπορέσουν όμως να την υποτιμήσουν. Γιατί δεν περιγελάει κανείς τη χαρά της ζωής και τη μαγεία του απόλυτου Τώρα.

Η αυθεντική ηδονή της ύπαρξης, η “νοστιμιά” της ανάσας σε παρόντα χρόνο. Το παρελθόν έσβησε και το μέλλον αόρατο. Ας αφήσουμε λοιπόν μια αληθινή γυναίκα να μας διδάξει την απλότητα της ύπαρξης.