77.

Τα όνειρα πάλι −μια ζωή  αυτά− ευδοκιμούν τη νύχτα.
Πάντοτε νύχτα.
Εσύ πότε;
Πότε πότε, ταυτόσημο σχεδόν μ’ εκείνο το ποτέ.
Γι’ αυτό μην έρχεσαι.
Άφησέ μου υπαρκτό
άλλο ένα έστω πελώριο τίποτα.

78.

Εμείς θα πούμε αντίο.
Αλλά θ’ αφήσουμε μια χαραμάδα
μήπως τ’ όνειρο ξυπνήσει κάποτε.

29.

Τα όνειρα παίζουν σ’ άδειες καρέκλες.
Αύγουστος 1986. Μια στιγμή μέθης.
Έπειτα νηνεμία.
Μια πρόταση από κείνες που οδηγούν πορείες.
Τις επιγραμματικές, ξέρεις τώρα
«πώς πέρασεν η ώρα απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα.
Πώς πέρασαν τα χρόνια»1.
Με χειροκροτήματα κιόλας, μη νομίζεις.
Ο τηλεοπτικός δέκτης αντηχεί το κενό:
«Φίλοι μας στο αυριανό πρόγραμμα
μπορείτε να παρακολουθήσετε σ’ απευθείας μετάδοση
στιγμιότυπα απ’ τις συρράξεις στην εύφλεκτη περιοχή – »
Στο αναπόφευκτο πρόγραμμα θ’ απαγγείλω
ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη.
Η τηλεόραση θα παίζει στο διπλανό δωμάτιο.
Μπορείτε να φανταστείτε σφαγές
εμπρός στ’ αδειανά καθίσματα
μα τα χείλη μου άλλη ζωή να χρωματίζουν:
Τα όνειρα παίζουν σ’ άδειες καρέκλες.

1. Κ.Π. Καβάφης, «Απ’ τες εννιά».

21.

Απελπισμένη κείτομαι.
Εγκλωβισμένη, θα ’λεγες , των καιρικών συνθηκών.
Καταδύονται στη μήτρα μου οι άνθρωποι
με μι’ ανάσα, όπως τότε που σβήνουν μιαν επέτειο.
Ποιος ξέρει.
Καραδοκούν οι αναμνήσεις.
Ψύχραιμοι πάντως επουλώνουν το χρόνο με καταδύσεις.
Στεγνές κουβέντες στην έξοδο συναλλαγές απαιτούν.
Εγκλωβισμός.
Προμηνύονται εγκαύματα ποιος ξέρει τίνος βαθμού.
Περιπτώσεις καταγράφω άμοιρες
λίγο πριν μια πίστη ασπασθείτε.
Θάλασσα, θάλαττα για μένα είπατε και δίκαια.
Ελάτε παιδιά μου, γδυθείτε.
Ελάτε τώρα, είμαι πάντα νέα.

51.

Τα όνειρα εκτελούν με σιγαστήρα.
Αφνιδίως υποκύπτουν όσα εκθείαζες.
Δεν πρόκειται βεβαίως να διαρρεύσει το παραμικρό
κι ας μην είναι αυτό το θέμα αλλά η έκπτωτη αθωότης
η θορυβώδης πίστη σ’ αυτήν που καταλάγιασε.
Τα εγκώμια για τα πενιχρά έστω
αλλά πάντως υπαρκτά επιτεύγματα.
Τούτα είναι που ήσυχα άφησαν την πνοή τους.
Γιατί τα όνειρα εκτελούν με σιγαστήρα.
Η ελπίδα, βλέπεις, να παραμείνουν αξεδιάλυτα.

64.

Υπάρχει η πραγματικότης. Υπάρχουν τα όνειρα.
Η ονειρική πραγματικότης και τ’ απραγματοποίητα όνειρα.
Τόσο λίγα. Ελάχιστα.
Τι να πρωτοκάνεις όμως αν βρεθείς ανάμεσά τους.

83.

Ξεχωρίζουν τα φώτα, κάποια φώτα.
Ας μην είμαστε μόνο αυτοί που πάνε κι έρχονται.

20.

Τέλος απέμειναν η θάλασσα κι εγώ.
Απρόσιτες βαδίζουν ώρες.
Όπου να ’ναι φτάνει το βράδυ
μηχανικά σαν το πέρα δώθε.
Στη στιγμή αγριεύουν τα νερά, τυλίγουν το πρόσωπο.
Χειρονομώντας ακατάπαυστα, υποδηλώνουν
πως αύριο με τον κόσμο
ως λουόμενος θα γίνω δεκτός.
Τρέπομαι σε φυγή προτού ναυαγήσω
λίγα μέτρα μόλις απ’ την ακτή.
Προτού ναυαγήσω στον ουρανό
που ψάχνει χρώμα για τη δύση του.

6.

Θα στέκεσαι με θερινά ενδύματα
απέναντι στο φως που καταρρέει
και στις εικόνες που ψάχνουν για ένα σου νεύμα.
Δεν υποχωρώ στο παρελθόν
εν ονόματι μιας αναχώρησης
που γδύνεται κάθε στιγμή.
Δεν καταδέχομαι.
Θα στέκομαι μελλοντικός στο έπακρο
διαπιστώσεις παραλείποντας, υπονοούμενα κι ευχές
που αρκούν ως είθισται.
Στον αποχαιρετισμό – ή μάλλον όχι.
Εκεί θ’ απομείνουμε
εσύ χωρίς σκηνικό κι εγώ άνευ προσώπων.

7.

Συνομιλώ με τους καθρέπτες, τα είδωλα.
Άνυδρη περιπλάνηση ταλαιπωρεί παλαιά καλοκαίρια.
Θαλασσόλυκη παράδοση αναφέρει ωστόσο εύγλωττες σκηνές.
Νάρκισσε ακόμα ζεις, η γοργόνα ωρύεται
παριστάνοντας το χρόνο.
Έχεις φύγει χρόνια τώρα
κι άφησες τους μονόλογους ν’ αφρίζουν.
Μόνο μην προσηλυτίσουν κι ως θεολογία εξαπλωθούν.