95.

Ξυλάρμενες σιωπές
πλησιάζουμε
όπου να ’ναι θα βουίξει ο τόπος.
Η πολύπλαγκτος1 ελπίς του Σοφοκλέους
αντέχει στο ίδιο βάθος με το χρόνο.
Είναι η σημαία μας.
Την ατενίζουμε στα διαστήματα υπό σκιάν.
Επειδή είμαστε άνθρωποι και τον Κρέοντα
τραγωδία κάνουμε μ’ άλλο όνομα.

1. Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στίχος 615: «Η άστατη».

11.

Απομακρύνω ήσυχα το υλικό μου.
Είναι κι ο ήλιος στη δύση του, διακριτικός κι αυτός.
Στοχασμοί φωταγωγούν την πορεία:
Ο απών, η απούσα, το απόν.
Γαλήνιος απέρχομαι φίλοι
μα λαμπροί παραμένετε και μ’ έπαρση.
Τις χλιαρές μου πλέον δέσμες αποσύρω
έκθαμβος που μου βγάζουν τη γλώσσα.

2.

Εγκλωβίζομαι στο λαβύρινθο, Μινώταυρος ίδιος
καθώς υποδύεσαι την Αριάδνη.
Ευφάνταστη μεταμφίεση, μια και δεν είναι της εποχής
την καθημερινή μας επανάληψη τρομοκρατεί.
Κάποιο γέλιο βρίσκεις πρόχειρο, χαριτωμένη τη φυγή.
Το μύθο σου καταδιώκω να παραδώσεις τα νήματα.
Μα τι ιστορία. Δε θα μας σώσει η μυθολογία.
Ούτε τα χειροκροτήματα της ηδονής.

9.

Στην υπεραστική γραμμή των αναμνήσεων
τοποθετείς επίμονες συνομιλίες.
Η εποχή κατά προτίμηση καλοκαίρι
εξαντλεί τις σημασίες.
«Χορεύεις ακόμα σαν παλαβό;» ναυαγούν οι απορίες.
Ωστόσο επιπλέουν λίγοι τσαλακωμένοι στίχοι
σαν αυτοσχέδιο σκάφος
κι ένα γιατί αναπάντητο.

10.

Περιπλανώμενο το θέρος σαν έρωτας
στα βότσαλα μας βρίσκει ανυπέρβλητους.
Σαν θάλασσα δονείσαι που μόλις ανέσκαψε ο Ποσειδών.
Κατρακυλούν ήχοι υπό την επιφάνεια.
Τα μυστικά μας τοπία, θα πεις.
Κι εγώ τη θάλασσα, τον ήλιο, τους μύθους εμπιστεύομαι
κι ατάραχος βυθίζομαι μαζί με τους όρκους.

41.

Το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους.
Μεγεθύνει το σώμα απευθύνοντάς το στ΄ άστρα
που θαυμάζεις κάτι τέτοιες βραδιές.
Μετρημένες αλήθεια, ωστόσο αθάνατες
όπως εκ των υστέρων λέμε
εστιάζονται σ’ εκείνο το σημείο του κορμιού
που εξηγεί ακλόνητα την τρέλα μας.
Τι μέθη κι αυτή χαώδης πριν βγάλει ο ήλιος κακέκτυπα.
Είναι που το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους;
Η κατακραυγή του ήλιου;
Χωρίς να ξέρω σ’ αγαπώ.

103.

1922
«Εις Άγκυραν», είπε ο ένας εκ των έξι.
Στοιβάζονται σε τόμους τα γεγονότα, διάφορες εκδοχές
μα η αλήθεια, φτωχή, γυμνή ή όπως αλλιώς τη λένε,
ψιθυρίζεται.

Δυναμώνουν τη μουσική κι εκπωματίζουν φιάλες.
Φέρονται οι απόγονοι σαν να ήταν χτες.
Παρομοίωση καλή, αρκεί το χτες να μη γίνει αύριο.

59.

«Ουδείς αναντικατάστατος».
Απαράμιλλος ήσουν.
Γι’ αυτό, βλέπεις, δεν έχει «αγκαλιές».
Δε βάζουν εισαγωγικά σε τέτοια μεγέθη.

58.

Είναι επάνω στο καμαρίνι του.
Τ’ αστέρια κιόλας επευφημούνται.
Πριν βγει θα κοιτάξει απ’ τις κουίντες.
Για να γίνει ένα φεγγάρι που θα χαλάσει κόσμο.
Έτσι γίνονται αυτά, αθέατα μα ηχηρά.

63.

Καθαρά βλέπω σήμερα την αιτιώδη διαδρομή.
Ελπιδοφόρα ήσαν τα γεγονότα.
Εκτίμηση κατά κρίση αντικειμενική.

Το πανάρχαιο αίνιγμα. Αυτό δε σκέφτεσαι;
Γι’ αυτό δε γράφεις;