Το τραπέζι

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Αναπάντητες στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 11.11.2016

MPRATSOS_11_11_16_IMG

Η αποψινή εκδήλωση δεν προκάλεσε, απ’ ό,τι είδα, κυκλοφοριακή συμφόρηση στην οδό Ακαδημίας.

Αλλά και να συνέβαινε κάτι παρόμοιο, τι θα σήμαινε για το απώτατο μέλλον;

Έχω υπόψη μου την επίσκεψη του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη το 1927. Πανζουρλισμός. Άφησε εποχή. Άραγε, τι απέγινε αυτή η εποχή; Και μεταγενέστερα, στη δεκετία του ’70, τι απέδωσε η συγκυρία όταν τα στάδια σείονταν, καθώς οι Έλληνες τραγουδούσαν Άξιον εστί και Επιτάφιο.

Σε τι σόι κρατική οντότητα μας περιέκλεισαν οι πολυπληθείς, θυελλώδεις κοινωνοί του ποιητικού λόγου;

Δεν είναι, φαίνεται, εφικτό το έργο ενός ποιητή  να αρτιώσει αμετάκλητα τη συλλογική συνείδηση. Ούτε διαθέτει κάποιου είδους απόκρυφες δυνάμεις για να λυτρώσει εσαεί το κοινωνικό μόρφωμα.

Αναμφίβολα, ενδυναμώνει το φρόνημα σε δύσβατες ιστορικές περιστάσεις. Όμως υφίστανται  ομαλές περίοδοι στην Ιστορία;

Αναλογίζομαι τη θέση του Αντόρνο, όπως πρωτοδιατυπώθηκε: «Μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποίηση».

Αλήθεια; Απεναντίας, η ποίηση γράφεται επειδή ο κόσμος ανέκαθεν ήταν και είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όχι μόνο  για τους πάμπολλους που διαβιούν περιχαρακωμένοι στην οικονομική άπνοια και στην εκμηδενισμένη τους προσωπική ελευθερία, αλλά είναι στρατόπεδο συγκέντρωσης και για τους ολίγιστους ευνοημένους  και εξίσου εκτεθειμένους –όπως όλοι μας− στη διά βίου αποδυνάμωση και στην αιφνίδια αποφλοίωση της αθωότητας.

Αναφωνούν  ορισμένοι κατά καιρούς: Τι θέση παίρνει στα μείζονα πολιτικά ζητήματα ο πνευματικός κόσμος;

Σταχυολογώ ενδεικτικά δύο περιπτώσεις από τον 19ο και τον 20ό αιώνα, έχοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ότι στις μέρες, με το Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει προσβληθεί από μια εφιαλτική ασθένεια: τη δημόσια φλυαρία.

«Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, […]η χρηστή διοίκησις […] και η πρόληψις της χρεωκοπίας». Ευσυνείδητη λειτουργία των θεσμών, πρόληψη της χρεοκοπίας. Μα τι διαβάζω; Περικοπή από την ιδεολογική πλατφόρμα ενός υφιστάμενου πολιτικού συνασπισμού;

Είναι ο Παπαδιαμάντης και άρθρο του εν έτει 1896, λίγα χρόνια μετά τη χρεοκοπία, τη χρονιά τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα και ένα έτος πριν από την ήττα στον πόλεμο του 1897.

Ομίλησε ο Παπαδιαμάντης. Μα ποιες επέτυχε να προλάβει εθνικές συμφορές.

Το δεύτερο απόσπασμα μας οδηγεί απευθείας σε έναν Άγγελο −κυριολεκτικά και μεταφορικά−  της Ποίησης, στον Σικελιανό. Έγραψε  στην  Κατοχή ότι είναι απαραίτητη μια «επείγουσα οικονομική ισορρόπηση μεταξύ όλων των Ελλήνων».

Είναι η ίδια κοινωνική εξισορρόπηση η οποία μετέπειτα θα ξέπεφτε σε σύνθημα στους εξώστες και στις πλατείες για να θαμπώνει την εκάστοτε λαοθάλασσα.

Όταν όμως είσαι θαμπωμένος, σχεδόν τυφλωμένος, μπορείς ν’ ανυψωθείς; Κι αν στιγμιαία υπερυψωθείς, δεν θα καταπέσεις ραγδαία; Εμείς εθελοτυφλούμε κι εμάς μαγεύει η τρέλα. Να στη συντροφιά μας και ο Σαίξπηρ: Πώς το είπε στον Βασιλιά Ληρ; «Είναι το κακό της εποχής μας, οι τρελοί να οδηγούν  τους τυφλούς».

Αρκούν τα παραδείγματα. Γιατί , όσο και να ερευνηθεί η στάση  ποιητών και συγγραφέων, δεν έλειψαν  οι θέσεις μα ούτε και τα μαρτύρια και οι εξορίες. Ακόμη και αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, το έργο τους, και μόνο αυτό,  θα έπρεπε να επαρκεί για κάθε δέκτη. Διότι το έργο δεν αφήνει περιθώριο για άλλοθι σε κανέναν.  Το λέει ο ποιητής, το λέει ο Γιάννης Ρίτσος στην Ελένη:

«ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ’ η ομορφιά του ανθρώπου».

Είναι επιπλέον κρίσιμο, επειδή απαιτούμε θέσεις και επικοινωνούμε με το λόγο, να έχουμε κατά νου πως οι λέξεις είναι το μοναδικό και εντελέστερο δομικό υλικό για να προσδώσουμε  στην ύπαρξη  μια οικουμενική υπόσταση. Και οικουμενικός, στα μάτια μου,  είναι όποιος ματώνει καθημερινά για να μην καταστρέψει τον Άλλο.

Χρειάζεται αγώνας για να μην απολέσουν οι λέξεις την ακεραιότητά τους, αλλά και για να μη σε παγιδέψουν. Γιατί βεβαίως ένα ρήμα ή ένα ουσιαστικό δεν είναι ακίνδυνα πράγματα. Ενίοτε ακτινοβολούν.  Κι εδώ δεν ισχύει το πρόσταγμα του Κάλβου: «[…] με ποτέ δεν εθάμβωσαν / σκήπτρων ακτίνες». Το θάμβος καιροφυλακτεί και ποιος ξέρει τι επιφυλλάσσει.

Ώστε η Ποίηση, το έργο, δεν παρέχει κανένα άλλοθι. Ίσα ίσα, επιβάλλει στον αναγνώστη, σαν καταδίκη, τη δυνατότητα ν’ αγγίξει  κάτι άλλο πέρα από το προφανές. Το ποίημα ανοίγει τις αισθήσεις, υποβάλλει, στερεώνει κι επιταχύνει έναν εξολοκλήρου προσωπικό βηματισμό και δημιουργεί ένα χρέος που είναι αδιανόητο να απομειωθεί. Το χρέος  να συνευρίσκεσαι ουσιαστικά με τη Φύση και τον Άλλο. Αυτό δεν είναι, άραγε, πολιτική πράξη; Ο Κώστας Αξελός διατυπώνει τον ορισμό: «Πολιτική είναι η τεχνική συνεύρεσης των ανθρώπων».

Ας μη λησμονούμε, προσθέτω, ότι στο υπέδαφος αυτής της τεχνικής ανευρίσκεται η αναγκαιότητα της τέχνης. Πράγματι, η Τέχνη, η Ποίηση είναι αναγκαία όσο στεκόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα.

Η Ποίηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Την υπερβαίνει. Συναρθρωμένη με τη γλώσσα, συγκροτεί μιαν ανέλπιστη δωρεά: μας δίνει το σθένος ν’ ατενίζουμε κατάματα την ομορφιά, τη φθορά, το θνησιγενές πεπρωμένο. Μας ευνοεί με το πλεονέκτημα να οδεύουμε ατρόμητοι προς Θερμοπύλες, με λεκτικές αιχμές προαιώνιες.

Ιδού ένα χειροπιαστό παράδειγμα υπέρβασης της  πραγματικότητας συνδεόμενο με τις  Αναπάντητες, λίγο πριν από την έκδοσή τους. Σχετίζεται και με κάτι άλλο, με την ψυχική μου ανάφλεξη όταν παρακολουθώ  το άθλημα που όρισε αυθεντικά ο Μπιλ Σάνκλι: «Το ποδόσφαιρο είναι σαν ένα πιάνο. Χρειάζεσαι οκτώ άτομα για να το κουβαλήσουν και τρεις που μπορούν να παίξουν αυτό το αναθεματισμένο πράγμα».  Φεβρουάριος του 2016. Είμαι στο νοσοκομείο. Ο γιατρός βλέπει την αξονική. Καθόλου δεν μου αρέσει το ύφος του. Τον ρωτάω: «Πότε θα ξαναπαίξει ποδόσφαιρο ο μικρός;». Με κοιτάζει σαν να του μίλησα σε άλλη γλώσσα. «Ποιο ποδόσφαιρο», απαντά. «Πρέπει να γίνει χειρουργική αποκατάσταση».  Συνειδητοποιώ το παράδοξο τέλος της χρονιάς για τη φανέλα με το 7. Βρίσκομαι πλέον ξημερώματα στο διάδρομο της κλινικής και εκεί καταρρίπτω τα απρόοπτα δεδομένα. Ανόητη τύχη, εδώ είμαι και δεν θ’ αφήσεις το πιάνο βουβό. Τι κάνω;  Αλλάζω την τελευταία στροφή στο ποίημα «Σκηνή πέμπτη», αν και ουδεμία σχέση έχει με τo άθλημα, καθώς είναι ενταγμένο στην ενότητα που απογυμνώνει τα σεξουαλικά τεκταινόμενα. Διαμορφώνω τους στίχους ως εξής:

Ας μοιάζουμε παίγνια χωρίς αντιστάσεις.

Μας βλέπουν σαν όντα χωρίς αντιστάσεις;

Ας είναι. Ποτέ κανείς δεν είναι

όσα βλέπουν οι άλλοι, όσα κι αν δουν.

Έτσι γράφονται τα ποιήματα. Ακόμη κι όταν χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, μπορείς να δώσεις έστω με  ένα στίχο άλλη τροπή στα πράγματα.

Μίλησα για προαιώνιες λέξεις. Αυτή η παραδοχή δεν είναι για την ελληνική γλώσσα μια στεγνή διαπίστωση. Να, ας θεωρήσουμε ότι όλη αυτή την ώρα έξω χιονίζει και ότι οι νιφάδες έδωσαν την έμπνευση σε κάποιον από το ακροατήριο να σχολιάσει στον διπλανό του την ομιλία της κυρίας Ρουκ  ψιθυρίζοντας: «Έχω την αίσθηση ότι τα λόγια της ως “νιφάδες χιόνος πίπτωσι”». Η φράση «νιφάδες χιόνος πίπτωσι»  είναι ομηρικός  στίχος και δεν χρειάζεται επεξήγηση γιατί ο Όμηρος ταυτίζεται με το DNA μας. Βέβαια, επειδή η πραγματικότητα είναι αυθαίρετη, θα μπορούσε άλλος ακροατής, λιγότερο ρομαντικός και περισσότερο κυνικός, την ώρα που άκουσε τους στίχους του Κάλβου «με ποτέ δεν εθάμβωσαν / σκήπτρων ακτίνες» να μονολογήσει το στίχο από τη ραψωδία Α: «δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν  ανάσσεις». Ουτιδανός, τι ολοζώντανη λέξη.  Όταν δηλαδή κυβερνά ουτιδανούς,  τιποτένιους, ο βασιλιάς γίνεται  δημοβόρος. Τώρα εάν το «δημοβόρος» ξενίζει κάποιον και νιώσει το νόημα  σαν να σημαίνει «αιμοβόρος», απλούστατα  θα έχει πλήρως κατανοήσει τους μηχανισμούς της εξουσίας αποκλειστικά χάρη στα αρχέγονα γλωσσικά μας ιζήματα. Φτάσαμε αβίαστα μέχρι τον Όμηρο, τις γλωσσικές μας καταβολές. Είναι μια αποκαλυπτική διαδρομή διότι φανερώνει το κεκρυμμένο αυτονόητο, δηλαδή ότι ο Ποιητής δεν παίζει με τις λέξεις. Μία είναι η αγωνία του: να τις διατηρεί ολοένα νέες και ελκυστικές , ιδίως όσες είναι χιλιοπαθημένες, όπως οι έννοιες αγάπη, ισότητα, χρέος, τιμή, δικαιοσύνη.

Έχω στο μυαλό μια εικόνα. Καμιά φορά στην ακροθαλασσιά εντοπίζεις μέσα στο νερό βότσαλα με ηχηρά χρώματα. Τα πιάνεις και σύντομα, μόλις στεγνώσουν, τι κρίμα, ο καθαρόαιμος  χρωματισμός, όλη η γοητεία τους χάνεται. Αυτό ακριβώς δεν πρέπει ποτέ να πάθουν οι λέξεις στα χέρια των ποιητών, δεν πρέπει να χάσουν τη λάμψη τους.

Τις υποθετικές νιφάδες που αναφέρθηκαν πρωτύτερα συνόδευσε ένας όρος άνευ περιεχομένου για την ποιητική τέχνη: η έμπνευση.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια απογευματινή, καλοκαιρινή έξοδο με φίλους. Διευθετούσαν πού θα καθόταν ο καθένας στο τραπέζι. «Ο Άγης εδώ, να βλέπει το ηλιοβασίλεμα»,  ακούω μια φωνή λες και θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου εάν έχανα την έμπνευση, σε περίπτωση που με τοποθετούσαν αλλού.  «Ώστε έτσι νομίζουν;» χαμογέλασα. Ποια έμπνευση. Εάν δεν μπορώ το ηλιοβασίλεμα που βλέπω, ή φαντάζομαι ότι βλέπω, να το μεταβάλω στην ανατολή που κρύβεται εντός μου, τότε  πάει, δεν έχω τίποτα να γράψω.

Πολλούς ποιητές ένιωσα. Όχι μείζονες και ελάσσονες, όπως ατυχώς χαρακτηρίζονται. Για εμένα όσοι διαβάζω είναι εν δυνάμει μέγιστοι.

Μάλλον ισχύει και στην Ποίηση ο ακραιφνής κανόνας για τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Σαν πυροτέχνημα γενετικού υλικού οι στίχοι διαχέονται, αλλά μόνο ένας ίσως διεισδύσει στα τείχη του Άλλου. Δεν θέλει και πολλά ο άνθρωπος για να κρατηθεί από έναν στίχο. Ο Σεφέρης, επί παραδείγματι, στο κρεβάτι του νοσοκομείου απήγγελλε στη γυναίκα του Μαλακάση.

Τέτοιες μέρες,ο Σεφέρης μάς οδηγεί συνειρμικά στα 18 Κείμενα του Κέδρου, έκδοση του 1970. Συγκεντρωμένοι οι συνεργαζόμενοι  λογοτέχνες συζητούν σχετικά με το περιεχόμενο του πρώτου συλλογικού, υπαινικτικού βιβλίου με αντιδικτατορικό πνεύμα, αλλά κάποια στιγμή οι νεότεροι φωνασκούν και επικρατεί ένταση. Ο Ηρόδοτος θα σχολίαζε τη σκηνή: «Εβουλεύοντο οι Έλληνες, και  […]εσχίζοντο αι γνώμαι». Να κάτι  που ξέρουμε αριστοτεχνικά  και ως Νεοέλληνες: Να συσκεπτόμαστε και οι γνώμες να διχάζονται. Αίφνης από την κορυφή του τραπεζιού ακούγεται ο Σεφέρης: «Χμ, χμ, χμ… Κύριοι, ησυχία», και πέφτει άκρα του τάφου σιωπή.

Άφησα τελευταίο ένα θεατρικό τραπέζι. Ο Στρίντμπεργκ υποστήριζε πως ένα τραπέζι, δύο καρέκλες και ένα πάθος αρκούν για το δράμα. Τι φωταψίες εκείνο το καλοκαίρι που το πέρασα στις πρόβες, στα παρασκήνια και στις κουίντες.  Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Κηποθέατρο, έτος 1970. Στη σκηνή το τραπέζι και επάνω του η ηθοποιός εκτελεί το νούμερο. Κάνει στριπτίζ. Όχι, μη φανταστείτε κάτι τρομερό. Στο τέλος φοράει μόνο τα εσώρουχα. Δεν θυμάμαι πια το χρώμα, αλλά κι αν δεν ήταν μαύρα, θα έπρεπε. Πώς να την περιγράψω. Όπως ο Όμηρος τη θεά Αφροδίτη; Για να θυμηθώ: μαρμαρυγή σημαίνει λάμψη, ίμερος με  γιώτα και δασεία είναι ο πόθος. Πράγματι, είχε σαν την ομηρική Αφροδίτη «όμματα μαρμαίροντα και στήθεα ιμερόεντα». Ενδεχομένως −γιατί στην Ποίηση και στο βλέμμα ενός παιδιού όλα είναι δυνατά− να ήταν μια γυναίκα αναδυόμενη, θαρρείς, από τους στίχους του Εμπειρίκου: «Μετά την ομορφιά της στέκει και παρατηρεί τους θαυμαστάς».Το βέβαιο είναι ένα:  Κάποιο βράδυ μετά την παράσταση  τη βλέπω στα παρασκήνια να κλαίει με λυγμούς. Γρήγορα μαθαίνω την αιτία. Ένας θεατής σκανδαλίστηκε και την έβρισε. Φαντάζομαι  πως ο ίδιος ουδόλως σκανδαλιζόταν από τα αποκτηνωμένα βασανιστήρια  που γίνονταν στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας 18 λίγα μέτρα παραπέρα, στο άντρο της Υποδιεύθυνσης της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών. Μου προκάλεσε ιερή αγανάκτηση αυτός ο μιασμένος βάρβαρος.  Στην πραγματικότητα, δεν κατακλύστηκα μονάχα από μένος εναντίον του. Τότε ένιωσα, επιπλέον, τη συντριπτική δύναμη των λέξεων, αφού  είδα με τα μάτια μου πως ήταν ικανές να θρυμματίσουν τη γυναίκα  που στο τραπέζι επί σκηνής στεκόταν σαν άγαλμα. Ένιωσα όμως πως με το ίδιο όπλο, τις δικές μου πια λέξεις, θα μπορούσα να ανασυνθέσω τα θρύψαλα και να ξαναστήσω το άγαλμά της στο τραπέζι εφ’ όρου ζωής. Θα μου πείτε, από αυτό το συμβάν κατάλαβες πως είσαι ποιητής; Δεν ξέρω. Εκείνο που γνωρίζω καλά είναι πως εμείς οι θνητοί  έχουμε ένα κουσούρι, να κατασκευάζουμε  την αλήθεια. Και ένα ακόμη σοβαρότερο ελάττωμα: δεν μας φτάνει η αλήθεια, θέλουμε, τρομάρα μας, να είναι και ωραία.

Φτάσαμε στο τέλος, η βραδιά θα περάσει. Θα προτιμούσα καλύτερα να μας προσπεράσει όπως το όχημα από τις Αναπάντητες:

Και πορευόμαστε. Αλλά μη γελιόμαστε.

Αν τύχει στο δρόμο σαν ίλιγγος καιρός

ανοιχτός για επικίνδυνα όνειρα

μια και δε βγαίνουν μυθικοί λωτοί

 

ας κάνουμε τη γρήγορη ευχή

σαν Λότους η ψυχή να προσπεράσει

την προσμονή, την εμμονή αυτή

να ζούμε ανώδυνα. 

 

Αλλά θα κλείσω με ένα άλλου είδους προσπέρασμα. Άνοιξη του 1995, μόλις έχει κυκλοφορήσει το πρώτο μου βιβλίο. Κατηφορίζω την οδό Σκουφά. Στο πεζοδρόμιο απέναντι μια μορφή με μαγνητίζει. Όχι , αυτή τη φορά δεν είναι κάποια άλλη Αφροδίτη. Φοράει λευκό πουκάμισο και λευκό παντελόνι.

Αυτός  είναι… δεν είναι; Καθώς πλησιάζουμε και τον κοιτάζω εντατικά, σχηματίζω τη βεβαιότητα. Εκείνος είναι, ο Οδυσσέας Ελύτης. Του είχα ταχυδρομήσει το  Prima Vista, όμως ακαριαία και ενστικτωδώς αποδιώχνω τη σκέψη να του απευθύνω το λόγο. Τι να του έλεγα, είμαι ο Άγης Μπράτσος και σας έστειλα τα ποιήματά μου; Ήμαρτον, Κύριε. Έχει κι εκείνος τώρα προσηλώσει το βλέμμα του σ’ εμένα. Φτάνουμε σε απόσταση αναπνοής και, καθώς κοιταζόμαστε, νεύει το κεφάλι. Ανταποδίδω το νεύμα και προσπερνάμε ο ένας τον άλλο παντοτινά. Πώς αλλιώς;