Καταγράφοντας καίριες αισθήσεις

του Γιώργου Βέη
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Κ, τεύχος 9, Νοέμβριος 2005

Τα είκοσι ένα κομμάτια του τέταρτου ποιητικού βιβλίου του Άγη Μπράτσου είναι σαφώς ομότροπα, τεχνηέντως συμπυκνωμένα, κατεξοχήν ανθρωποκεντρικά. Βεβαίως, μαρτυρούν κραυγαλέα υπαρξιακά αδιέξοδα και δεν παύουν να απομονώνουν με μεγάλη συχνότητα επίπεδα ηθικών κρίσεων, αποκρυσταλλώνοντας στις ευτυχέστερες των περιπτώσεων αρχετυπικά άγη. Με την ομολογούμενη πείρα που έχει αποκομίσει από τη μακρινή πλέον εκείνη πρώτη, αναπόφευκτα πληθωρική αλλά θεματολογικά ενδιαφέρουσα ποιητική του συλλογή, την Prima Vista, που κυκλοφόρησε δέκα χρόνια πριν, από τις εκδόσεις «Οδός Πανός», ο στίχος αντιπαρέρχεται με φανερή άνεση τους κινδύνους ενός αφόρητου, παρατεταμένου ερμητισμού, αλλά και τις όποιες αυτοπαγίδες της αγοραίας αισθηματολογίας.

Το εγώ συνδιαλέγεται στηv ανοικτή σκηνή του ποιήματος ακόμη και με ερμαφρόδιτους, αμφίφυλους χαρακτήρες, επισημαίνοντας με νηφαλιότητα ιδιοπροσωπίες, συμπλέγματα και εμμονές. Μπορεί «Βαθιά μας ο εξωτισμός μέρα νύχτα» στο «Γλώσσα τραβεστί» (βλ. σ.29) να προσδιορίζει τη συντεταγμένη του ψυχολογικού κλίματος, αλλά ο σεβασμός της ετερότητας και η συνεπαγόμενη ισονομία ταυτοτήτων ανάγονται σε καθολικές αρχές βίου. Οι αφορισμοί δεν καλολογούν, ούτε μυθοποιούν, απλώς διαφωτίζουν. Τα πράγματα δηλαδή είναι γυμνά, αλλά όχι εκχυδαϊσμένα. Ο φίλιος, ο διακριτικά διατυπωμένος φιλάνθρωπος λόγος τείνει μάλιστα να εξομαλύνει, να συναιρέσει προς το τέλος του ποιήματος τις εναντιωματικές ροπές, τα πάθη της νύχτας, τους εφιάλτες της ημέρας.

Το ποιητικό υποκείμενο δεν λαλεί απλώς, αλλά τεκμηριώνει φραστικά την απώτερη αίσθηση του πραγματικού. Διαβάζοντας με προσοχή το «Τόσοι θεοί», καταλήγουμε κι εμείς στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος ενδέχεται κατά πάσα πιθανότητα να είναι αλλιώς:

«Τόσοι θεοί για να πιστέψεις και άνθρωπος κανείς».
Με φραστικά πυροτεχνήματα διασχίζεις πάλι την απουσία.
Ο ουρανός ανέκφραστος παρά τη φαντασμαγορία.
Σαν να κάνει μυστικά μια ευχή:
Όσο αντέχεις ν’ ακούς το σώμα, μην το χαλάς με σκέψεις.
(βλ. σ. 27.)

Αρθρωμένη στους αντίποδες του ενδημικού ναρκισσισμού, που ταλανίζει άλλους ομηλίκους και μη ομοτέχνους του ποιητή, η Σκληρή αφή αντιστέκεται τόσο στις Σειρήνες της κάθε είδους βαρύγδουπης συνθηματολογίας, όσο και σε εκείνης της αγοραίας, ποιητικίζουσας έκφανσης. Το ουσιαστικό διαθέτει την αρχική μαρμαρυγή του. Το εύρημα δεν οδηγείται στη ραγδαία αυτοϋπονόμευσή του. Το ρήμα εξακολουθεί να αιφνιδιάζει, σπεύδοντας να προωθήσει την ανάπτυξη της κυτταρικής ποιητικής ιδέας, αλλά δεν φθείρει την αναγνωστική πρόσληψη. Κι αυτά συμβαίνουν συστηματικά, αποτελώντας ταυτόχρονα τα κυρίαρχα γνωρίσματα της συλλογής, η οποία συνεχίζει να διερευνά τις υφολογικές προοπτικές, πoυ πρότειναν τα προηγούμενα βιβλία του Άγη Μπράτσου. Ενδεικτικό παράδειγμα ας είναι πρόχειρα το εξής από το «Ιούλιος, 19:45».

Εύφλεκτα χρώματα θέλγουν συνειδήσεις.
Ενυπάρχουν στη φύση ουτοπίες.
Τη δική μας εννοείται.
Αλτ, τις απορίες λύσατε,

από την αμέσως προηγούμενη εμφάνισή του, δηλαδή το Σαν μουσική, του 2001, «Κέδρος», σε συνδυασμό με την κατεργασμένη, πολύσημη παρρηοία του «Σαν σήμερα» από την πρόσφατη συλλογή του:

Νότες σκληρής αφής
θα έκρουαν θύρες μεγαλείου.
Η μουσική ανένδοτη.
Σ’ ένα τελείως παράφωνο σύμπαν μάς μάγεψε.
Σήμερα εσύ το λες αυταπάτη.
Εγώ σκέτη απόγνωση. Από τότε.
(Απόσπασμα, βλ. σ. 26.)

Από την άλλη πλευρά, η εμπέδωση της μαθητείας στη σχολή του ύστερου υπερρεαλισμού υπήρξε γόνιμη. Όπως ακριβώς και η μελέτη των τρόπων της επαρκώς συγκερασμένης λυρικής κατάθεσης. Γι’ αυτό και το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει ομολογουμένως τις προσδοκίες και τις εύστοχες προσαρμογές της κειμενικής αφετηρίας.

Από την παρουσίαση της συλλογής «Σκληρή αφή», Στοά του Βιβλίου, 22.4.2005

La nueva vita

Ομιλία του Άγη Μπράτσου κατά την παρουσίαση της Σκληρής αφής στη Στοά του Βιβλίου στις 22.04.2005. Για τη συλλογή μίλησε ο ποιητής και κριτικός Γιώργος Βέης

inv_lanuevavita

Θα ξεκινήσω με την υπόθεση ότι σας αρέσουν τα μικρά μυστικά. Και θα σας πω ότι η εκδήλωσή μας αρχικά ήταν προγραμματισμένη για την 21η Απριλίου, αλλά για λόγους τεχνικούς βρισκόμαστε εδώ απόψε . Δεν έχω πειστεί ότι οι καλοί φίλοι πρέπει να συμπεριφέρονται ενίοτε πανομοιότυπα. Όσοι όμως από τους δικούς μου άκουσαν ότι η παρουσίαση της Σκληρής Αφής θα γινόταν τη συγκεκριμένη ημερομηνία αντέδρασαν λες και ήταν συνεννοημένοι: «Μα καλά, αυτή τη μέρα βρήκατε;». Αναρωτήθηκα τότε: Εάν η ποιητική μας βραδιά απείχε χρονικά από το πραξικόπημα που έγινε σαν χτες, θα είχαμε άλλοθι; Χρειάζεται η ποίηση άλλοθι;

Και για να ξεφύγουμε από το μικρόκοσμό μας, 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζούνε με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Με λιγότερο από 2 δολάρια ζούνε άλλα 2,7 δισεκατομμύρια, ενώ αμέτρητοι δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Μήπως ο ποιητής είναι ο θαυματοποιός που θα ξεδιψάσει τα πλήθη;

Παρά ταύτα, είδα την αντίδραση των φίλων σαν οιωνό. Όχι γιατί φάνηκε πως δε μας χαρακτηρίζει μια ξερή παθητικότητα, αλλά γιατί παραμονεύει ένας άγρυπνος κίνδυνος. Κι αυτός δεν είναι άλλος από την επιθυμία που έχει κανείς να αντιστέκεται χωρίς να έχει αποτολμήσει να κοιτάξει μέσα του και κυρίως να αντιστέκεται όταν δεν είναι ασκημένος να ακούει. Τι άραγε;  Εντός μας ρέουν λέξεις, φλέγονται συναισθήματα. Συναισθήματα που, όσο κι αν γερνάνε βάρβαρα, χάρις στο ίαμα που κάποιες λέξεις ενσταλάζουν φαντάζουν αλώβητα.

Ο ποιητής έχει ένα χάρισμα οδυνηρό. Είναι καταδικασμένος να νιώθει τα πάντα και να μεταπλάθει το άγνωστο σε φιλόξενο σύμπαν. Η ποίηση μας απογυμνώνει από τις βεβαιότητες. Η ποίηση καθιστά το αίνιγμα της ύπαρξης προσιτό, αφού η ουσία της είναι να αποκαλύπτει εκείνες τις λέξεις που ψιθυρίζουν μιαν άλλη ορατότητα ζωής. Κι ας μην ξεχνάμε ότι όλη η φρίκη σ’ ετούτο τον πλανήτη λέξεις μονίμως προϋπέθετε, και μάλιστα δημοφιλείς, όπως η αδελφοσύνη, η δικαιοσύνη, αλλά και στο όνομα της αγάπης κάθε μέρα, κάθε βράδυ πόση ξηρασία. Να, λοιπόν, που η ποίηση πολύ απέχει από το να κάνει δωρεές σε αναξιοπαθούντες. Αντιθέτως, μας θέλει χορτασμένους από επιβίωση, αλλά αιωνίως διψασμένους.

Για ποιο πράγμα αλήθεια; Μα διψασμένους για μια εναντίωση στην ακόρεστη λογική, ώστε να πιάνουμε τους απόηχους που μεγαλύνουν την αθωότητα. Και παρ’ όλο που αυτή η τέχνη δε μας προσφέρει το έδαφος για να υψωθούμε μακάριοι, μας δίνει εντούτοις εκείνο το νεράκι που εξευγενίζει το είδος μας. Αυτή η τέχνη υπόσχεται τη νεότητα στο πιο σαρωτικό όπλο που διαθέτουμε: στη φαντασία.

Κάθε εποχή η ποίηση, προκειμένου να μας βγάλει από το λαβύρινθο της αποξένωσης, έρχεται αντιμέτωπη με έναν πολύ γνώριμο μύθο. Βέβαια, σήμερα στη μάσκα του Μινώταυρου δεν καθρεφτίζονται μόνο οι σφαγές, η πείνα και άλλες προφανείς βαρβαρότητες. Η σύγχρονη προηγμένη τυραννία μάς ναρκώνει με μια ζωή ασφυκτικά ανώδυνη, ώστε να φαίνεται εύκολη υπόθεση η κατάκτησή της. Αλλά εάν αυτός ο κόσμος δεν αναμένει παρά μηχανικούς κατακτητές, γυμνούς από τη διαύγεια που μόνο το συναίσθημα χαρίζει, καμιά μαγεία δε θα αναβλύσει. Και όταν μιλάω για συναίσθημα, δεν υπονοώ ότι η ποίηση αναδεικνύει τη φωτεινή μας πλευρά. Ίσα ίσα, στο άπλετο σκοτάδι μας πορεύεται, αλλά του κάνει μια σπάνια χάρη: να λάμψει. Γι’ αυτό όσοι αντέχουν να ακούνε το σώμα χωρίς να το χαλάνε με σκέψεις ας χαράξουν στο δέρμα τους την ομηρική λέξη ΟΥΤΙΣ. Κι ας είναι αυτός ο κωδικός που θα σπάσει το ανεξήγητο που μας περιβάλλει και θα μας κατευοδώσει στο έσχατο ταξίδι μας προς τη λήθη.

Όσο για μένα, φεύγοντας από αυτό το υπόγειο που θέρμανε η παρουσία σας, αλλά η αισθητική του καθόλου δε με αγγίζει, θα γλιστρήσω σε ένα άλλο καταγώγιο, αυθεντικό. Εκεί με ήχους και καπνούς ανεξιχνίαστους θα αναπολήσω το σύνθημα La nueva vita. Ένα σύνθημα που δε λέει να ξεθωριάσει, όσο η πραγματική ζωή είναι απούσα. Η νέα ζωή, λοιπόν, η άλλη ζωή, που όλο έρχεται. Ιδίως για τους ελάχιστους που αναζητούν όσα όνειρα πνέουν ενάντια στην ευκολία.  Για τους ελάχιστους που καμιά πραγματικότητα δε μοιάζει ποτέ αρκετή.

Έτσι η ευχή του comandante Che να γίνουν τα παιδιά του καλοί επαναστάτες δεν αποκλείεται κατά βάθος να σημαίνει αυτό: να γίνουν καλοί Ποιητές.

Το… μήλο κάτω απ’ τη μηλιά

Δημοσίευμα  στον Ριζοσπάστη από την ομιλία του Άγη Μπράτσου στη Στοά του Βιβλίου στις 8.6.2004 για το Γιατρό Επαρχίας της Έρης Ρίτσου

inv_ritsoy1
inv_ritsoy2

giatros_eparxias
Έρη Ρίτσου
Γιατρός Επαρχίας
Κέδρος, 2004

Χρόνια γράφει. Προφανώς, νιώθοντας βαριά την ποιητική κληρονομιά του πατέρα της, το έκρυβε. Το «αποκάλυψε» με δύο τρυφερότατα και εξαιρετικά διδακτικά παραμύθια («Κέδρος»). Τώρα κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο για ενήλικες. Αναφερόμαστε στη μονάκριβη κόρη του Γιάννη Ρίτσου, την Έρη Ρίτσου, και στη συλλογή εννέα διηγημάτων της «Γιατρός επαρχίας», το οποίο παρουσίασε προχτές το βράδυ ο «Κέδρος», με ομιλητή τον Άγη Μπράτσο.

«Πολύ μεγάλα τα φτερά που φόρεσες/ βάρυνες/ δεν πέταξες./ Και τόσα πουλιά/ σκοτωμένα». Με αυτούς τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου, συνόψισε ο Αγης Μπράτσος το ανθρωπολογικό «κλίμα» των διηγημάτων. Ενα «πουλί σκοτωμένο» είναι στο διήγημα «Επίσκεψη» ο ηλικιωμένος εργένης, στο σπίτι του οποίου η συγγραφέας εισάγει έναν επισκέπτη, σαν «από μηχανής» ακροατή της εξομολόγησης του μοναχικού ανθρώπου. Ηρωίδα στο διήγημα «Μια συνέντευξη που δε δόθηκε» είναι η κόρη ενός διάσημου ζωγράφου, η οποία πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα μιας δημοσιογράφου: «πώς νιώθεις που είσαι κόρη του διάσημου ζωγράφου Ντι;». Το παιδί κάθε διάσημου νιώθει το γονιό ως «το στίγμα της ζωής του». Στο διήγημα «Ενας ταλαντούχος άνθρωπος» κάποιο «ρόλο» παίζει και ο «Ριζοσπάστης». «Μια παρέα νέων ανθρώπων, ψάχνουν, ή χάνουν τη δουλιά τους, όταν διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ή όταν κάποιος καρφώνει στο διευθυντή τους επειδή τους είδε στο τρόλεϊ να διαβάζουν “Ριζοσπάστη”», όπως είπε ο Α. Μπράτσος. Στο «Ταξίδι» πρωταγωνιστεί ένας άνθρωπος που δεν κάνει τίποτα για να ξεφύγει από την άεργη, άχαρη ζωή του.

Στο εκτενέστερο και τελευταίο διήγημα «Γιατρός επαρχίας», όπως επισήμανε ο Α. Μπράτσος, «ο ρυθμός είναι υποδειγματικός, κάθε λέξη ζυγισμένη με ακρίβεια και όλα τα πρόσωπα της μικρής κοινωνίας στη δεκαετία του 1950 έχουν ειδικό βάρος στην εξέλιξη του μύθου». Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νεαρός γιατρός, ο οποίος μετά τις σπουδές του επιστρέφει στη γενέτειρά του, το Καρλόβασι Σάμου, το επάγγελμά του.

Ο Α. Μπράτσος εξομολογήθηκε ότι διαβάζοντας το «Γιατρό επαρχίας», αντιστρέφοντας τα πρόσωπα του διηγήματος «Μια συνέντευξη που δε δόθηκε», σαν σε όνειρο, ρώτησε τον Γιάννη Ρίτσο: «Πώς νιώθετε που έχετε κόρη την Ερη;». «Δε θα σας μεταφέρω την απόκρισή του, γιατί αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι να διαβάσετε το “Γιατρό επαρχίας” και να δώσετε τη δική σας απάντηση και σε αυτό το ερώτημα», τόνισε ο παρουσιαστής του βιβλίου, απευθυνόμενος στο ακροατήριο.

Δημοσίευση: Ριζοσπάστης, Πέμπτη 10 Ιούνη 2004

Ζωζώ Σαπουντζάκη

Από την τηλεοπτική εκπομπή Στην υγειά μας, 12.4.2011

Είναι εξαιρετικά δύσκολο για μένα να διαχωρίσω την ιδιωτική πλευρά της Ζωζώς από τη δημόσια εικόνα της. Αυτό δεν οφείλεται σε δική μου αδυναμία. Απλούστατα, τέτοια διάκριση δεν υφίσταται. Κι εδώ, νομίζω, βρίσκεται το μυστικό που εξηγεί την ιδιαίτερη θέση την οποία  κατέχει η Ζωζώ στην επιθεώρηση και στο χώρο του θεάματος γενικότερα. Ενώ ξεκίνησε την καριέρα της ως παιδί-θαύμα, και όπως όλοι γνωρίζουμε τα παιδιά –θαύματα δεν έχουν την ανάλογη εξέλιξη, κατάφερε να μετεξελιχθεί και να γίνει η χαρισματική πρωταγωνίστρια και η πρώτη Ελληνίδα  show woman επειδή αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην τέχνη της. Μοναδική της αγωνία ήταν και είναι όχι μόνο η κατάκτηση κάθε φορά των εκφραστικών της μέσων, αλλά και η συνεχής τελειοποίησή  τους.

Αν παρατηρήσει κανείς τη Ζωζώ στην καθημερινότητά της, θα διαπιστώσει ότι βιώνει την κάθε μέρα σαν να έχει τζενεράλε.  Υποβάλλει δηλαδή  τον εαυτό της σε μια αξιοθαύμαστη αυτοπειθαρχία, προκειμένου ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί στις σκηνικές απαιτήσεις.

Δύο ανεξίτηλες μνήμες μου από την εποχή που την παρακολουθούσα μέσα από τις κουίντες. Πρώτα  θα αναφέρω  την ευλάβεια με την οποία  η Ζωζώ ακούει τους συντελεστές της παράστασης, είτε πρόκειται για τον σκηνοθέτη είτε για τον χορογράφο ή τον συνθέτη, σαν να είναι μαθήτρια της Δραματικής Σχολής – άλλωστε αυτή η μαθητεία είναι το γνώρισμα κάθε γνήσιου καλλιτέχνη. Αλλά το πλέον εντυπωσιακό είναι πως η Ζωζώ είτε εμφανίζεται στο κατάμεστο Ηρώδειο είτε τραγουδάει για μια παρέα δίνει και στις δυο περιπτώσεις τον καλύτερο εαυτό της.

Πιστεύω πως αυτό συμβαίνει επειδή, όταν ανεβαίνει στη σκηνή, μεταμορφώνεται. Θα έλεγα πως χάρη σε μια έμφυτη σοφία γνώριζε ανέκαθεν και ένιωθε το ειδικό βάρος του στίχου που της έγραψε πριν από λίγα χρόνια ο Σταμάτης Κραουνάκης: «Τόσα χιλιόμετρα λαμέ και δε σε νίκησα καημέ» και με την τέχνη της αγωνίζεται  να επουλώσει αυτό τον καημό.

Κλείνω με μια χαρακτηριστική εικόνα. Της τηλεφωνώ πριν από λίγες μέρες στο κινητό.  Ήταν στην Κινέτα και καθάριζε το σπίτι. Της λέω: «Μα τι κάνεις, απόψε  έχεις παράσταση». Και μου απαντά: «Τώρα μαζεύω τις πευκοβελόνες  και το βράδυ θα πάω στο Αγγέλων Βήμα να κάνω τη σταρ».

Αυτή είναι η Ζωζώ.

Άγης Μπράτσος

Ο ποιητής Άγης Μπράτσος είναι ανιψιός της Ζωζώς Σαπουντζάκη

Διαβάστε ακόμα:

Κριτική της της Φαίδρας ΖΑΜΠΑΘΑ – ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ για την ποιητική συλλογή «Σαν Μουσική»

της Φαίδρας ΖΑΜΠΑΘΑ – ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Ριζοσπάστης, Πέμπτη 18 Απρίλη 2002

Ο Άγης Μπράτσος πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση το 1995 με τη συλλογή «PRIMA VISTA». Ακολούθησε η «ΖΩΗΡΗ ΘΕΑ» (1998). Ερωτικός με λυρικούς στίχους στη συλλογή του «Σαν μουσική» τραγουδάει την αγάπη και τον έρωτα, μέσα από μια ποιητική «μουσική». Αφαιρετικός, χτίζει τη ραχοκοκαλιά της ποίησής του με λόγο σφιχτό, δίνοντας έμφαση στο συναίσθημα και στις διεργασίες της ψυχικής του δόνησης.
«Περιεργάζονται με δέος επιθυμίες. / Ενδέχεται να εκραγούν ανά πάσα στιγμή».
Βαθιά ανθρώπινος, αληθινός, στέρεος διεισδύει στα μυστικά της ζωής, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις εναλλαγές και τις αντιφάσεις.
«Αφόρητο να θυμάσαι. / Στα κενά βρίσκουν έδαφος οι μνήμες / και στήνουν πλούσια σκηνικά για πτωχές συνειδήσεις» (Εκδόσεις «Κέδρος»).

Σέριφος

γράφει ο Άγης Μπράτσος

serifos
Η παραλία Λια το 2010

«Ένα ευτυχισμένο αίνιγμα που δεν μπορεί να παράγει αγωνία». Η σημαδιακή αυτή σκέψη του Λαμπεντούζα δεν υπονοεί κανέναν ταξιδιωτικό προορισμό.

Κι όμως οι περιπλανήσεις μπορούν να ακυρώσουν την αγωνία και ενδέχεται να καταλήξουν κάποτε σ’ ευτυχισμένα αινίγματα.

Σέριφος, τέλη Ιουνίου. Άνυδρο περιβάλλον, ξερολιθιές, αέρηδες. Τα τρία θεμελιώδη συστατικά των Κυκλάδων στο απόγειό τους.

Καθώς προσεγγίζεις το λιμάνι, η Χώρα, σ’ ένα ανάλαφρο ύψωμα, δεν δεσπόζει απλώς στο τοπίο. Μοιάζει με αγκαλιά που διαφυλάσσει τον κρυμμένο χάρτη των επιθυμιών.

Άραγε, κατά πού πέφτει το Λεπίδι, ο οικισμός που ονομάστηκε έτσι από ένα συμβάν του 1394, στην κατακτημένη τότε από τους Βενετούς Σέριφο. Ο δυνάστης της εποχής, Αδόλδος, ως αντίποινα για την απεργία των μεταλλωρύχων, γκρέμισε από τα τείχη του κάστρου τους προύχοντες και έξι κληρικούς, εξ ου και το Λεπίδι.

Και το Μεγάλο Λιβάδι πού βρίσκεται; Εκεί συγκεντρώνονται στις 21.8.1916 οι απεργοί μεταλλωρύχοι, οργανωμένοι από τον αναρχικό συνδικαλιστή Κωνσταντίνο Σπέρα, οι οποίοι διεκδικούν οκτάωρη εργασία, αύξηση ημερομισθίων και μέτρα ασφαλείας. Φαίνεται, υπάρχουν ορισμένα αιτήματα διαχρονικά. Τώρα ο σύγχρονος δυνάστης είναι ο Γερμανός Γεώργιος Γρόμαν. Ο πατέρας του, Αιμίλιος, εκμεταλλευόταν τα μεταλλεία και μέχρι το 1906 είχαν εξορυχθεί 2.800.000 τόνοι σιδηρομεταλλεύματος που εικάζουν ότι εξήχθησαν κυρίως στη Γερμανία για τις ανάγκες της πολεμικής της βιομηχανίας. Οι συνθήκες εργασίας των εργατών, απάνθρωπες. Δουλεύουν από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, σε στοές χωρίς υποστυλώματα. Αδύνατο να εξακριβωθεί πόσοι μεταλλωρύχοι βρήκαν το θάνατο στο κολαστήριο. Στις 21 Αυγούστου, λοιπόν, ένα απόσπασμα της χωροφυλακής αποβιβάζεται στο νησί και πυροβολεί αδιακρίτως το πλήθος των εργατών, ανάμεσά τους και πολλά γυναικόπαιδα. Σκοτώνονται τέσσερις μεταλλωρύχοι. Το αιματοκύλισμα οδήγησε σε παραίτηση τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαίμη, καθώς και στην εφαρμογή του οκτάωρου. Η δυναστεία Γρόμαν κυριάρχησε στο νησί ως το 1940. Τελευταία υπόμνηση: ο γιος του Γεωργίου, Αιμίλιος, έδρασε στην Κρήτη ως συνταγματάρχης των Ες Ες και εγκληματίας πολέμου.

Είναι γνωστά τα παιχνίδια της Ιστορίας. Ας μην είμαστε άβουλοι στα δάχτυλά της. Oι εποχές μπορεί να αλλάζουν όμως το ίδιο συμβαίνει και με τους δυνάστες, που βρίσκουν ποικιλώνυμα προσωπεία.

Αιφνίδια αλλαγή σκέψεων. Ο οικισμός στο λιμάνι αποπνέει την αίσθηση του μέτρου. Με τη γλυκύτητα και την υπομονή που έχει ο φλοίσβος οι πρώτες εικόνες σε προιδεάζουν για ένα καίριο δώρο, την απλότητα. Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς για οτιδήποτε έχει μια διαβρωτική ικανότητα να παραμένει ανεξίτηλη. Με την πρώτη ματιά είναι φανερό ότι η Σέριφος δεν αρέσκεται σε παιχνίδια εντυπώσεων. Πρόκειται για μια σταθερή διαπίστωση καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Το φως εδώ διαστέλλει το χρόνο. Λες και ένα αόρατο, παμπάλαιο ρολόι τοίχου σημαίνει τις ώρες σαν να χαλαρώνουν σε αμέριμνους κυματισμούς. Διόλου παράδοξο το γαιδουράκι που ξεπροβάλλει στο στενοσόκακο, βγαλμένο, θαρρείς, από ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης. Για πόσα χρόνια ακόμα;

Από τα έγκατα του χρόνου ο μύθος του Περσέα και της Μέδουσας θέλει ξαφνικά να αναδυθεί. Ο τύραννος της Σερίφου Πολυδεύκης επιδιώκει να απαλλαγεί από τον Περσέα. Γι’ αυτό τον στέλνει να κόψει το κεφάλι της Μέδουσας που έκανε όσους το κοίταζαν να πετρώσουν. Μετά τον άθλο του ο Περσέας επιστρέφει στο νησί. Ο Πολυδεύκης αμφισβητεί το επίτευγμά του , τον προκαλεί να του δείξει το κομμένο κεφάλι, κι έτσι ο τύραννος πετρώνει.

Παρόμοια, αντικρίζοντας τις παραλίες της Σερίφου πετρώνεις στιγμιαία από την ακραία τους σαγήνη. Είναι εξαιρετικά πολυάριθμες, 72 συνολικά, και σε προκαλούν να ξαναγίνεις πρωτόπλαστος. Ν’ αφεθείς στην αθωότητα. Η Ψιλή Άμμος κι ο Άγιος Σώστης μπορεί να είναι διάσημες , αλλά οι αμμουδιές Λια, Καράβι, μαζί με τόσες άλλες, σχεδόν αχαρτογράφητες, είναι ολωσδιόλου αναπάντεχες. Αναμένουν φυσικά εκείνον που τολμά να νικήσει όποια Μέδουσα ρημάζει την καθημερινότητά του. Στην παραλία Συκαμιά , εκτός από τη δύση που αναβαπτίζεται στο πέλαγος η ταβέρνα με τις ιδιαίτερες γεύσεις φέρνει στο νου τον Παπαδιαμάντη.«Καλόν μαγαζείον», θα μας έλεγε.

Και οι νύχτες; Όχι, δεν υπάρχει φανταχτερή νυχτερινή ζωή. Ζητούμενο άλλωστε είναι οι εσωτερικοί κραδασμοί μέρα νύχτα, στοιχειώδες υλικό για ευφάνταστες αποδράσεις.

Από τα αξιοθέατα μπορεί να παραλείψει κανείς το μνημείο πεσόντων στα μεταλλεία. Είναι αρκετό να θυμάται τους στίχους του Νικηφόρου Βρεττάκου από τις «Επιτύμβιες στήλες»:

Δεν ξέρω γιατί πεθαίνουν οι ήρωες.
Άλλος τρόπος διακόσμησης του τοπίου δεν υπήρχε;
Τι λέτε γι’ αυτό εσείς που επιζήσατε;

Ποιος ξέρει, θα ξαναδώ τη Σέριφο; Δεν έχει καμιά σημασία. Η Σέριφος θα βρίσκει τρόπο να ξαναζεί. Αρκεί το δέρμα να θυμάται.

Κριτική του Βασίλη Καλαμαρά για την ποιητική συλλογή «Σαν Μουσική»

του Βασίλη Καλαμαρά
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ 2001, Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, τεύχος 183, 14.12.2001

Ειρωνικά επινοεί και ειρωνικά φθάνει στο αποτέλεσμα. Μπορεί να χορτάσαμε, είναι σαν να μας λέει, μάτια, στομάχι και αυτιά, φαΐ της ύλης και το άλλο το άυλο, αλλά τι να το κάνεις, όταν ακόμη και το θαύμα που περιμένεις μαζί με άλλους, λίγους ή πολλούς, διαφορετικούς, σου φαίνεται μη πραγματοποιήσιμο; Τον πολιτισμό που μόνον πολιτισμός δεν είναι κι ας έχει τόσα στολίδια κι ας έχει τόσα πλουμίδια, δώρα που δεν είναι δώρα, καθώς η θλίψη κατεβαίνει επί των κεφαλών μας και πώς να την εξαγοράσεις. Έτσι, τα δώρα αλλάζουν φορά ενέργειας κι από θετική γίνεται αρνητική, κατάρα σ’ ένα σπίτι που φτιάξαμε με των απορρυπαντικών τα αρώματα, τα χρώματα τα βιομηχανικά, τροφές με συντηρητικό, έτσι και οι ψυχές. Ψυχές νεκρωμένες μπροστά στην ταχύτητα των νέων καιρών, θεατές ενός έργου προβλέψιμου, κι από κοντά όλα προβλέψιμα: πού θα πάω, τι θα δω, τι θ’ ακούσω. Σαν μουσική όλα ετούτα ακούγονται· όχι η μουσική είναι απούσα.

Κριτική της Δήμητρας Παυλάκου για την ποιητική συλλογή «Prima Vista»

της Δήμητρας Παυλάκου
Κυριακάτικη Αυγή, 2 Ιουνίου 1996

Ο Α.Μ. στο Prima Vista πραγματικά ενορχηστρώνει τη μελωδία για πολλά όργανα μόνος του, φαίνεται ότι διαθέτει καλό μουσικό αυτί, οι λέξεις του πάλλονται, είναι περισσότερο βιωματικός από τον Κ.Κ. και οριοθετεί το χώρο του μ’ έναν έντονο και διάχυτο, απροσδιόριστο και κορυφωμένο ερωτισμό. Δείχνει πως ξέρει να διηγείται, αλλά συχνά αυτό που περισσεύει σε συναίσθημα δεν επενδύεται αλλού και αιωρείται. Ακόμα όμως και τότε δείχνει ότι η μουσικότητα δεν είναι τυχαία αλλά ένα μοτίβο, που κατά τη γνώμη μας μπορεί να το κρατήσει για τα ούτως ειπείν του. Θα ‘πρεπε για τους σχολιάζοντες την ποίηση του καιρού να αφιερώνονται κατά καιρούς και κάποια μονόστηλα για τις πρώτες συλλογές. Βεβαίως η καλοσύνη είναι ένα προτέρημα που καλό είναι να διαθέτουν οι κριτικογράφοι, αλλά δεν αρκεί. (Ούτε και περισσεύει…).

Αν μάλιστα ισχύει αυτό που έχει γράψει κάπου ο Μ.Μαρκίδης, ότι δηλαδή η πίτα έχει κοπεί ερήμην μας, δηλαδή εκ των προτέρων, όπως το παιδί γεννιέται μιλημένο (κατά Λακάν), τότε πραγματικά τι να σου κάνει η καλή πρόθεση. Γράψεις δεν γράψεις για μερικούς, θα προηγηθούν και θα καθιερωθούν όσοι ξέρουν πώς να επενδύσουν την κριτική σου στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων ή όσοι διαθέτουν τους κατάλληλους προωθητικούς μηχανισμούς. Κάποιοι γράφουν καλά, αλλά τους τρώει η μαρμάγκα της αποσιώπησης. Αυτή είναι της μόδας. Τον καιρό του Εγγονόπουλου ήταν η επίθεση και ο διασυρμός. Καλό είναι όλοι οι πρωτοεμφανιζόμενοι κάποια πράγματα να τα ξέρουν. Ο Άρθουρ Μίλερ στο έργο του «Οι μάγισσες του Σάλεμ» το λέει καθαρά:  το μεγαλύτερο κακό είναι ν’ αφήνεις τους άλλους στην άγνοια.

Μακάρι οι ποιητές, πρωτοεμφανιζόμενοι ή όχι, που τους αποσιώπησε η κριτική, που τους αγνόησε η καθεστηκυία πρωτοκαθεδρία, να μην πτοηθούν και να συνεχίσουν με γνώμονα την ψυχή τους. Έτσι όπως δομήθηκαν όλοι οι χώροι –της ποίησης συμπεριλαμβανομένης– στην εποχή μας, όπου κι αν αντισταθείς, αγώνας ζωής είναι.

Φωτογραφίζοντας τα όρια της πόλης

του Παναγιώτη Καραβασίλη
Εξόρμηση, Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 1996

«Όπου οι λίγες ώρες μυστικιστικής ευτυχίας διακόπτονται από ένα  αιματηρότατο γεγονός» (Ουμπέρτο  Έκο)

Το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Άγη Μπράτσου ως φαίνεται και απ΄ το σημείωμα του εξωφύλλου: γεμάτο υποσχέσεις και προοπτικές. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Το 1990 γράφτηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Πρώτη γραφή, πρώτες εντυπώσεις όχι βέβαια πρωτόλειες, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά με ξεχωριστές και ιδιάζουσες μορφές αποκτά μια ξεχωριστή ταυτότητα καθώς εναντιώνεται στο πνεύμα των καιρών, όταν ο ήχος της ποιητικής έμπνευσης μπορεί να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία μιας προσλαμβάνουσας  μέσα σε έναν κόσμο απροσπέλαστο: άλλοτε εγκεφαλικός, άλλοτε ισχυρά βιωματικός, αποκτά μια γνήσια φόρμα:  «Ο άλλος την εικόνα σου του κόσμου αλλάζει» (Ν. Γαβριήλ Πεντζίκη, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής) και ο νέος ποιητής «Ενδεχομένως να την παραλλάζει. Να καταστρέφει. / Ας είναι κι ατελείς, οι ανδριάντες παρατάσσονται. / Η φθορά καραδοκεί και καταθέτει ωτοασπίδες σοβαρά. / Υποκλίνομαι σ’ ανδριάντες παρ’ όλα αυτά / και υφίσταμαι τους λόγους που σεμνά φιλοτέχνησα μόνος. / Τα ανωτέρω  -οι θεωρίες- στην εγκατάλειψη προχωρούν / κι η εγκατάλειψη ως είθισται προελαύνει ξανά» (…) «…Κατάκοπο τέλος με διαπομπεύεις / και σωρηδόν χειροκροτήματα την ευτυχή αναγνωρίζουν έκβαση: / παράφοροι ψίθυροι κι εναγκαλισμοί.  / Πλανώνται τα βλέμματα – διαχρονικοί Εφιάλτες. / Δεν ψάχνουν μονοπάτια, δεν αστειεύονται καν. / Αναιρώ πάραυτα. Οι μυθολογίες δεν είναι της εποχής». Μπορεί να καταγράφει ολόκληρη την ιστορία του ο ποιητής, μπορεί να ζωγραφίζει με τους στίχους του το φως που επιθυμεί, το πολυεπίπεδο δράμα της πόλης, με ξεχωριστά σύμβολα αισθητικά με κάποιο άρωμα θυμού, ενάντια στον ταριχευμένο καιρό, η τέχνη του να μας δημιουργεί ψευδαισθήσεις, αλλά η αλήθεια του να βρίσκεται στους ποιητές της ζωής.

«Το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους. / Μεγεθύνει το σώμα απευθύνοντάς το στ’ άστρα / που θαυμάζεις κάτι τέτοιες βραδιές. / Μετρημένες αλήθεια, ωστόσο αθάνατες / όπως εκ των υστέρων λέμε / εστιάζονται σ’ εκείνο το σημείο του κορμιού / -το μη ορισμένο αλλά οριστό-  / που εξηγεί ακλόνητα την τρέλα μας. / Τι μέθη κι αυτή χαώδης / πριν βγάλει ο ήλιος κακέκτυπα. / Είναι που το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους; / Η κατακραυγή του ήλιου; / Χωρίς να ξέρω σ’ αγαπώ».

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ που έρχονται, που φεύγουν / ο έρωτας κι ο θάνατος, οι διαδρομές της ζωής, οι αντιθέσεις, η ωραιότητα, η σιωπή, οι ερημίτες που κατοικούν στην πόλη μας, τα συναισθήματα με μια βαθιά ποιητική πειθαρχία και ποικιλομορφία και αρχιτεκτονική κανονίζει ο νέος ποιητής το μέτρο της αισθητικής σκέψης του. Σε μια εποχή σπασμένη που κανείς δεν μας διαβάζει, όπως έλεγε ο Νίτσε, ο Άγης Μπράτσος δεν έχει λύσεις χωρίς αναζητήσεις, ακόμα και σ’ αυτούς που κρύβονται στα σεσηπότα μέλη: σαπισμένα μέλη, δίδει φάρμακο, κινητοποιώντας παραστάσεις, υποκειμενικές ιδέες μεν, αλλά με προοπτική ενός αντικειμενικού οράματος» . Ξέρει πλέον πως οποιοδήποτε σκοτάδι μεγαλώνει τις σκιές:

«Έπειτα στέκομαι ακίνητος, σιγή να τηρήσω ενός λεπτού. / Όχι για όσα έφυγαν στο βυθό αλλά για εκείνα / ξέρεις, τα σπουδαία που δεν έφτασαν ποτέ. / Τέλος, κάνω μεταβολή υπερήφανος που κράτησα τους τύπους» (…) «Κι η Οδύσσεια όραμα που κρύβει λιγότερα από μια κατάδυση. / Τα μυστικά της θάλασσας δεν είναι πέρα στους ωκεανούς / αλλά βαθιά στο νερό που μας βρέχει / κι αν πιαστούν ανέρχονται ένα ένα».

ΟΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΕΣ ροές εικόνων και συνειρμών, ο ποιητικός λόγος μέσα από μια ξεχωριστή ενόραση, φαίνεται να βλασταίνει και να κάνει καρπούς και μαζί με την αίσθηση της ρεαλιστικής πραγματικότητας, ξετυλίγουν επαρκώς το κουβάρι των ερωτημάτων μας. «Κατατρώγω τις σάρκες μου. / Στην εποχή που έκανε το σώμα αξιοθέατο / δυσφημώ μια τέτοια απελευθέρωση. / «Αναζητείς πάλι χώρο να καθαρογράψεις την ψυχή σου. / Ας πηγαίνω σιγά σιγά». / Έτσι μου ‘λεγες  όταν μ’ έπιαναν αυτές οι ώρες / κι ανεβοκατέβαινα τόσους ορόφους απελπισίας». (…) «Καθαρά βλέπω σήμερα την αιτιώδη διαδρομή. / Ελπιδοφόρα ήταν τα γεγονότα, / εκτίμηση κατά κρίση αντικειμενική. / Το πανάρχαιο αίνιγμα. Αυτό δε σκέπτεσαι; Γι’ αυτό δε γράφεις;» Αυτοί οι στίχοι μού φέρνουν στο μυαλό τους στίχους του φίλου μου ποιητή Μένη Καλατζόπουλου. «Ξέρεις τι έμεινε για σένα ποιητή; Τα πλαστικά περιστέρια στη βιτρίνα κι ένα κόκαλο με ραδιενέργεια. Την εφημερίδα και τ’ απόβλητα των ειδήσεων που άφησα στους νεκρούς». Σίγουρα ο νέος ποιητής Άγης Μπράτσος  έχει τα καύσιμα που χρειάζεται και μας ταξιδεύει με την ποιητική του συλλογή. Σίγουρα είναι προικισμένος με όλα τα αισθητικά εργαλεία που συνθέτουν την ποίηση και τις ωραίες ιδέες:

«Για να μεταχειριστώ μια λέξη μόνο / θαλπωρή χαρακτηρίζω το ευνοούμενο όνειρο καθενός. / Μια λέξη μόνο μόνο για να σηκώσει κεφάλι / το τμήμα εκείνο που με τα λόγια τα πολλά στεκόταν αθέατο. / Κι είναι αυτό που αναγγέλλει με κακεντρέχεια: / Ο ευρών αμειφθήσεται». (…) «Στην εποχή της πιο εξαγριωμένης τεχνολογίας / παλεύουν με νύχια και με δόντια. / Τους βλέπω, θέλουν να μείνουν άνθρωποι. / Δηλαδή; / Να γράφουν τρέχει αίμα και να σκέπτονται αιμορραγώ».

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ στίχος του ποιητή δείχνει την διαλεκτική του σκέψη για τον κόσμο, όταν οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται όχι με τα πλήρη δικαιώματά τους, αλλά σαν έμβολα και μοχλοί και άξονες, τότε μιλάει για την πρώτη ύλη τη Σάρκα και το αίμα. Εναντίον αυτού του «άουτο ντα φε» προτάσσει τον άνθρωπο και το συναίσθημα ψάχνοντας για έναν κώδικα επικοινωνίας, ξεχωριστό, μας μεταγγίζει τους παλμούς της ψυχής του, με ένα άλμα ποιητικό και με αναλαμπές γίνεται συμμετρικός στο μύθο του απρόοπτου. Η ικανότητά του να χειρίζεται  τη γλώσσα είναι προφανής, μέσα στο ρεπερτόριο του, υπάρχει η δόμηση, και η ενότητα με μια ιεραρχική μαχητικότητα και λειτουργία : Το λειτουργικό μέρος μονοπωλεί την προσοχή του συνόλου της ιδέας του. Έτσι κλείνει πολλά πράγματα στην ποιητική συλλογή του: «Ποιητής είναι εκείνος που πιάνει και κλείνει τον ουρανό και τη γη, μες στο κλουβί της φόρμας του». Έλεγε ο Κινέζος Λι Τσι το 300 π.Χ., για την αξία της μορφής και του περιεχομένου. Αυτό το επιτυγχάνει πλήρως ο νέος Ποιητής Άγης Μπράτσος. Τρεις ενότητες ποιητικές δίχως ανισότητες, με μια θέαση ενός κόσμου που αλλάζει όψεις βιαίως μέσα από κλυδωνισμούς και εντάσεις: Αναγνωστικό αισθημάτων!