ΒΑΘΙΑ ΝΥΧΤΩΜΕΝΟΙ

Χαμηλώνεις το φως, ανεβάζεις την ένταση.
«Με σάρκες ζω» σαρκάζεις
και ξεκουμπώνεις σαχλά το τζιν μου.
Ας έχω μυαλό ν’ αφεθώ στην τρέλα
φτιάχνει ατμόσφαιρα για ρόλους.

Στο πετσί σου κι εσύ φαντασιώνεσαι.
Έξοχη σύμπτωση, ανίδεο πλάσμα.
Βαθιά νυχτωμένοι κι οι δυο.

8.

ΕΠΙΔΟΞΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αξιωματικές καλπάζουν σχέσεις και μάχονται.
Σαν πύργοι αναπτύσσονται τα σώματα
κραυγαλέα,  με ρουά.
Η σκακιέρα όμως ισόπαλη κλείνει κι ο βασιλιάς χρόνος
την επόμενη καραδοκεί συνάντηση
μ’ ενδεχόμενα ρουά-ματ.
Επίδοξη βασίλισσα, ρίχνεις με λύσσα τα μαλλιά σου
ανεμόσκαλα στο προσεχές όνειρο.

34.

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Γνωρίζω απταίστως τη θεωρία σου:
Κάθε μέρα ν’ ανεβαίνει σαν παράσταση.
Φημίζεσαι άλλωστε για την απήχησή τους.

Η ζωή παίζεται, λες, σαν παρτίδα σκάκι.
Μπορείς να βγάλεις καινούρια βασίλισσα.
Αλλά σε ποιο παιχνίδι;
Παραβλέπουμε εκ των πραγμάτων τη μέθη.
Συγκρούσεις ισάξιων αντιπάλων
κι όχι «πάρε ένα πύργο»1 ή «σου χαρίζω τη βασίλισσα»
σ’ αψιμαχίες με υποτελείς.

Ξανασκέφτομαι τα παραπάνω λίγα λεπτά πριν φτάσεις.
Η μέρα ξεθωριάζει στους συνήθεις ρυθμούς.
Αναμένοντας βλέπω ήδη όλα τα «πιόνια» μου
να σωριάζονται κατά σειρά.
Θυμίζουν αγρίμια πεταμένα στα σίδερα.
Έτσι μας θέλει ο έρωτας ενίοτε
μήπως κατά τύχη κερδίσει.

1. Μανόλης Αναγνωστάκης, Η Συνέχεια, «Το σκάκι».

ΠΝΕΥΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Βάζεις πνευστή μουσική για δύο
και γδύνεσαι τυφλά στα πρώτα χάδια.
Τα μάτια σου τέσσερα.
Στο λαιμό τα φυλαχτά δύναμη άδεια.
Ανώδυνες σχέσεις ούτε γι’ αστείο.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΦΑΝΑΡΙΩΝ

Καθαρίζουν τα παρμπρίζ στους σηματοδότες.
Εκτοξευμένα από το διάστημα,
κάπως έτσι φανταζόμαστε τις ευαίσθητες περιοχές,
αναστατώνουν τον οίκτο.
Αλλά δεν επιτυγχάνουν περισσότερα.
Δεν μπορούν να καθαρίσουν συνειδήσεις.
Μονάχα επιφάνειες
για να τρέχουμε κατόπιν ασυναίσθητα
ωσάν τετελεσμένο γεγονός.

110.

Η γραμμή του αεροπλάνου τέμνει
για δευτερόλεπτα το ανοιχτό παράθυρο.
Σαν μια πορεία της σιωπής.
Μόνο που εδώ κάτω διαρκεί τόσο πολύ
και μας δίνει άλλου είδους βαρύτητα.

ΒΙΑΣΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Βιαστικά χρόνια δίνουν την εντύπωση
πως μόνη επιθυμία έχουν απλώς να γείρουν.
Ίσως εμείς τα κουράζουμε
και λέω ίσως
γιατί δε θέλω να τελειώσει άλλη μια φράση
με ερωτηματικό.

74.

Ακινητοποιείς το χρόνο.
Άλλη μια πόζα, έτσι!
Ακόμη μία. Λύσε τα μαλλιά
εκεί τα δάχτυλα, η μέση πίσω.
Εντάξει, θα πάρεις τη φωτογραφία
απ’ το χρόνο, όχι από εμένα
που κρατώ αρνητικά για να βλέπω
τα πράγματα νηφάλια.

100.

Το καλοκαίρι με τ’ ακέφαλα σώματα.
Φουσκώνουν, οιονεί τσιχλόφουσκες
και μ’ έναν κρότο πώς καμαρώνουν.
Θα ’ταν ασφαλώς οι προτομές μία επένδυση
αν οι πανηγυρικοί δε χαλούσαν την όψη και τη θέα.

ΚΙ ΑΙΦΝΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΕ

I

Χτες ξεπεράσαμε τον ουρανό
και σήμερα όλα τα τάρταρα.
Έτσι θα ζούμε;
Πότε πολιτισμένα, πότε βάρβαρα;
Φυσικά το ξέρω:
οδός άνω κάτω μίη.1

Το αφύσικο είναι
τόση σοφία λίγες απορίες να λύει
και κανένα, μα κανένα κενό.

1. Oδός άνω κάτω μίη: Οδός άνω κάτω μία, 33 (60).

II

Σε μαγεύω με αγάπη
για να διώχνεις την κακότητα.

Δεν αποκλείεται στο μέλλον
με αγάπη και για χάρη της
να θερίζεις και ανθούς και καρδιές
αλλά πάλι παιδί μου θα είσαι χαρακτήρας
που δε με παραλύει.

Για τα μάγια της αγάπης είναι ουσία
κι η πιο κτηνώδης φαντασία.

Μάλλον άδοξα σε μαγεύω.
Ό,τι και να συμβεί
δική σου θα έχεις οντότητα.

Ανέκαθεν παιδός η βασιληίη.2

2. Αιών παις έστι παίζων, πεσσεύων· παιδός η βασιληίη:
Ο αιώνας παιδί είναι που παίζει πεσσούς· του παιδιού η βασιλεία, 93 (52).

III

Εάν υπήρχαν αιώνιες νύχτες
πώς θα ερχόταν η ώρα να φύγεις;

Τίποτα δε σκοτώνει όσο μια στιγμή.
Τώρα σκορπάς θεατρικά φιλιά
και ροδοπέταλα στο κατώφλι.
Αυτό σημαίνει πως θα ξανάρθεις προσεχώς
κι ας αναδίδουν απουσία όσα κάνεις.

Να με πάλι ανοιχτός στο τίποτα
για τις πνοές που θα γράψουν ιστορία.

Δε σε περιμένω απλώς.
Κάνω προσφορές
στις ώρες που τα πάντα φέρουσι 3
εσύ να έρχεσαι
να έρχεσαι κι ας φεύγεις
χωρίς ελάχιστο ειρμό.

Καλή μου αιωνιότητα
δεν ήθελα να σε κάνω δική μου πάση θυσία.
Κι αν είμαι γεμάτος απορία
είναι που δε βρίσκω λύση.
Γιατί να ζούμε σαν ξένες προς τη δική σου φύση
τόσες αμέτρητες στιγμές.

3. Ώρας, αι πάντα φέρουσι: Οι ώρες, που τα πάντα φέρνουν, 64a (100).

IV

Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί.4
Τα διαφανή σου ρούχα θα το φιλοσοφούσαν
εάν οι γοφοί σου δεν παρωδούσαν
στο ρυθμό της μουσικής το πνεύμα.
Μέσα στο μπαρ δείχνεις
με κάθε σου νεύμα σοφή αφέλεια.
Τη σωτήρια πολυτέλεια τώρα να ζεις.

4. Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί: Η φύση να κρύβεται αγαπά, 8 (123)

V

Tρελαινόσουν στα υγρά μας αν υπάκουα.
Μα ήταν για μένα άκεα5.
Αρχαία φάρμακα δηλαδή
και όχι βλαμμένη υποταγή.

5. Άκεα: Φάρμακα,88(68).

VI

«Με την επιθυμία να μάχεσαι είναι δύσκολο
γιατί αυτό που θέλει το αγοράζει με ψυχή».6
Σπουδαίο να γηράσκεις αεί διδασκόμενος.
Να διαχωρίζεις επιθυμίες και ψυχή.
Άκου ψυχής ωνείται.

Και όμως ζωή είναι το πρόβλημα
που ανατρέπεις με τρέλα μανική
και με τις έξαλλες επιθυμίες.
Η τετράγωνη λογική πώς δεν το ξέρει;
Γιατί δεν παραιτείται;

6. Θυμώ μάχεσθαι χαλεπόν· ο γαρ αν θέλη, ψυχής ωνείται: Με την επιθυμία ν’ αντιμάχεσαι είναι βαρύ· γιατί αυτό που θέλει, με ψυχή το αγοράζει, 70(85).

VII

Διάφανη πεταλούδα η ψυχή.
Με τα χείλη στο φιλί σφράγισέ τη
για να μη σκοτεινιάζει.

Ήλιος νέος εφ’ ημέρη εστίν 7
η σκέψη άδικα σαρκάζει.
Αφού δίχως φτερουγίσματα ψυχής
το φως ποιον νοιάζει.

7. Ήλιος νέος εφ’ ημέρη εστίν: Ο ήλιος νέος κάθε μέρα είναι, 58b(6).

VIII

Ο άρχοντας Πλούτωνας φιλόξενος και με πολλά ονόματα
σε ύμνο για τη Δήμητρα ομηρικής πνοής
εμφανίζεται και ως Πολυδέγμων.
Και ήθος ανθρώπων δαίμων8
θυμάμαι σαν ποίημα.

Κάποτε ανούσια ανόσια υπερούσια
και άλλοτε ζωηρά κενή
η ζωή μπορεί να γίνεται μύθος.
Λαμπρή τροφή για εκείνον με τα πολλά ονόματα
για τον φιλόξενο που δέχεται τους πάντες.

Πολυδέγμων και ήθος ανθρώπω δαίμων.
Η όμοια κατάληξη αισίως λαμπρή.
Εσένα κι εμένα ο δαίμων κι ο Πολυδέγμων
δε μας εγκαταλείπουνε στιγμή.

8. Ήθος ανθρώπω δαίμων: Το ήθος στον άνθρωπο δαίμων, 94 (119).

ΙΧ

Καιρός να το ξέρω.
«Για κανέναν δεν είναι το καλύτερο
να γίνεται αυτό που θέλει».9

Αλλά σε θέλω τώρα και για πάντα.
Δε βλέπω πουθενά το λάθος.
Προφανώς.

Δείχνεις τη φύση μου σαν κάτι ευρύτερο.
Ψευδώς.

Επιτέλους ένας λόγος σοβαρός
να μη θέλω πια το καλύτερο.

9. Ανθρώποις γίνεσθαι οκόσα θέλουσιν ουκ άμεινον:
Για τους ανθρώπους να γίνονται όσα θέλουν δεν είναι το καλύτερο, 71 (110).

Η απόδοση των αποσπασμάτων στη νέα ελληνική έγινε από τον Ευάγγελο Ρούσσο. Ηράκλειτος (Περί φύσεως), εκδ. Παπαδήμας, 1987.