To Thermopylae

for Roxanne

1.

They combed their hair before the battle.
On the shield they admired their bodies.
Ready for death at any time and now
as with love once and its own gifts.
My, what battles it too hid
though it had its narrows open.

2.

With bodies glossy as a panoply
they deride the Fates in Thermopylae.
“It’s better. We’ll fight in the shade,”
they smile and threaten with spirit
the entire time as if they had won.

Our works are human but immense
thanks to the spirit and this alone.
It’s a matter of choice.
“In the shade,” as Dienekes says.

With such words, chum, you go elsewhere.
To Thermopylae and a fabulous life.
To a secure, animate immortality.
For certain you feel it before the end.
Don’t pretend you can’t see it.
Don’t wonder of what avail.
Do set forth.

3.

A horde of wild Persian spears.
But, don’t think, there’ll always be some Spartan
who’ll measure his phallus as if of an enormous size.
Then he’d laugh. An eternal child.
It’s this laugh that death hates most.
And if you are a man, you give it to death.

4.

In the end they fought tooth and nail.
A naked, physical epilogue.
With rare self-sacrifice.
For the times and morals to inhale.
And let the crowds wonder about
the perishable, the heavens , the destined.

5.

They didn’t want to live at all costs.
It was indeed a extreme choice
but their strategy had gist.
No needed weights in their transient life.
But gravity. Due gravity.

Those uninvolved

The road was closed.
Tear gas, barricades, fires.
How were you to come to me?
Yet another bloody evening.

Strange things.
I feel I’m hearing the demonstrators:
Those in love and those uninvolved
are never innocent without participating.

I can no longer find an alibi for you and for me.
We innocent? Unanimously guilty.
We placed so many thousands amongst us.

“They fired at a demonstrator”

Now for music, the riddled silence.
A mute resonator, the now empty street.
A lifeless, airless scene.
All round the quelling forces.

Those fools think they killed you.
They see only what is apparent to the eye.
Their mind doesn’t go any farther.
That’s pretty obvious.
I cogitate:
With blood we cover our every faith.
And as I think, somewhere afar it’s windy.

Instinctive attitude

Barricaded onetime in the stormy room
we translated passion as an inexplicable phenomenon.
What didn’t we do for the body! And we’ll go on doing
as long as we are hungry and fall in love spasmodically.
For isn’t love also hunger?

Graffiti

1.
THINK IT OVER

“My cunt is more fiery than your Molotov cocktail.”
Written with red spray on the wall
in time it’ll fade away.
Never mind, real blood will continue flowing steadily.
Think it over.
You are choking with injustice and all of a sudden you are roused.
And when above all you are turned on, then you exist.

2.
EVERYTHING IS A PUZZLE

“Don’t fuck with your mind.
Don’t think with your cock.”
Odd the graffiti on the wall of tolerance.
One more puzzle for you.
And yet a reason for meditating in various ways,
To be roused by hook or by crook.

Thus you expand feelings, meanings
and make time attractive.

Paradoxical is only how gradually
all the necessary end in a puzzle.

Straight out

Arid road. Not a single tree.
All the more strikers raise their voices
and clench their fists like cypresses.
They are fixed to the ground for it to become
a friendly landscape on a human scale.

But I’ll say it straight out, without comparisons.
Neither vox populi nor God’s ire.
We face facts and go on living.

In the end, a comparison is suitable.
We are a deep conviction, like hidden roots, like trees.

Thus do we write History.
Though a course given to time
for us there is no one and nothing tangible.

Ideal meeting

Flaming voices and frantic flags.
A protest meeting, reporters will call it,
indifferent before the next news item.

As if it weren’t apparent that another report was more apt.
And though no one speaks bluntly ,
in the square there’s no room for a rash explanation.
Every body here is free and formidable.
We are only a few and unarmed.
So what? Ideas are fear and terror.

«ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΑΝ ΔΙΑΔΗΛΩΤΗ»

Τώρα για μουσική η διάτρητη σιγή.
Ο άδειος πια δρόμος άφωνο ηχείο.
Ένα τοπίο άψυχο σαν άπνοια.
Ολόγυρα οι δυνάμεις καταστολής.

Οι ανόητοι νομίζουν σε σκότωσαν.
Βλέπουν μονάχα τ’ οφθαλμοφανές.
Ο νους τους παραπέρα δεν πάει.
Είναι προφανές.
Σκέφτομαι δυνατά:
«Με το αίμα διανύουμε κάθε μας πίστη».
Και όσο σκέφτομαι, από κάπου μακριά φυσάει.

Ποιητικές συλλογές ώριμης θέασης και νεανικής φρεσκάδας

της Μαρίας Στασινοπούλου
Εφημερίδα των Συντακτών, ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, 13.11.2016

agis-bratsos-anapantites
Αγης Μπράτσος «Αναπάντητες» Κέδρος, 2016 Σελ. 78 |

Οι Αναπάντητες είναι το έβδομο κατά σειράν ποιητικό βιβλίο του Αγη Μπράτσου. Προηγούμενα: Prima Vista, Ζωηρή θέα, Σαν μουσική, Σκληρή αφή, Πρώτο φως, Τόσα λόγια. Περιέχει πέντε ποιητικές συνθέσεις («Προς Θερμοπύλες», «Αναπάντητες», «XXX Movies», «Ζωή σε τιμή γνωριμίας», «Νεκρή φύση»), αφιερωμένες σε πρόσωπα οικεία και αγαπητά. Συχνά, ως μότο, αλλά και μέσα στους στίχους, δηλωμένες ή υπόρρητες διακειμενικές οφειλές, από τον Σικελιανό, τον Παλαμά και τον Παπαδιαμάντη μέχρι τον Πεσόα, τον Βιτγκενστάιν και τον Μπάνβιλ.

Ο χρόνος, η ιστορία, το «φαιδρόν» της αιωνιότητας, η διάρκεια του πάθους, το σώμα και το μυαλό, το πνεύμα και το άπιαστο και μετέωρο της ψυχής, οι ιδέες και οι συλλογικές διεκδικήσεις. Ο Μπράτσος συνεξετάζει αλλά δεν «μπερδεύει τη ζωή με την τέχνη». Διαλέγεται με τον «άλλο», με την κοινωνία, αλλά και με τη φύση, τα δέντρα, ακόμα και με τα πράγματα, τις μάρκες αυτοκινήτων.

«Κάθε δυσκολία είναι ρεαλισμός. / Δεν κρύβει φανταστικούς λωτούς. […] / Αλλά τι να κάνει κανείς τους λωτούς; / Υπάρχουμε. Κυρίως αντέχουμε. / Οχι μόνο τα πάντα, μα και το τίποτα / που λίγο πολύ μας αναλογεί.».

Ποίηση ώριμη, κατασταλαγμένη, ύφος θυμοσοφικό, κάποτε υπονομευτικά ειρωνικό.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ομιλία για την ποιητική συλλογή Αναπάντητες

Ομιλία της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ για την ποιητική συλλογή Αναπάντητες στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 11.11.2016

Αρχίζεις να διαβάζεις την πρώτη ενότητα των ποιημάτων: «Προς Θερμοπύλες» και νομίζεις ότι ο ποιητής δίνει οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους στο ταξίδι προς το θάνατο. Μας λέει, μάλιστα, και τι θα πρέπει να περιέχουν οι αποσκευές μας. «Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα». Στη συνέχεια, συστήνει και μερικά αντιβιοτικά: το αίμα, τη σκέψη: «Σκέφτομαι δυνατά: / Με το αίμα διανύουμε κάθε μας πίστη. / Και όσο σκέφτομαι, από κάπου μακριά φυσάει». Και το δίκιο. «Σε πνίγει το άδικο κι αίφνης εξεγείρεσαι. / Κι όταν πρωτίστως διεγείρεσαι, τότε υπάρχεις».

Ψάχνεις στη ζωή έννοιες σημαντικές για να κρατηθείς και τελικά «όλα γρίφος καταλήγουν τ’ αναγκαία». Αλλά εμείς «Τα δεδομένα αψηφούμε κι επιζούμε».

Η ενότητα «Αναπάντητες» επικεντρώνεται στον Άνθρωπο και βέβαια κυριαρχεί το πάθος: «δίνει κανείς τροφή στα πάθη / για να μη γίνεται βορά». Το πάθος είναι συνώνυμο του σώματος. «Αυτό είναι το σώμα. / Άλλοτε με ναι, κάποτε με όχι / σκοτώνει τις επιθυμίες / κάποτε αληθείς, άλλοτε ψευδείς». Το πάθος είναι επικίνδυνο γιατί συχνά μεταμφιέζει την αλήθεια για να είναι αυτό που θα επικρατήσει. Αλλά είναι και ευλογία αν πέσει στο σωστό σώμα, γιατί τελικά το σώμα είναι αυτό που διευθύνει την ύπαρξή μας. Ο άνθρωπος όμως, τελευταία, τείνει να υποτάσσεται στις διαφημίσεις για εφικτά μεγαλεία και σε ομορφιές με «οικεία χαρακτηριστικά. / Πώς θα μπορούσα αλλιώς να τη θαυμάζω».

Στη συνέχεια ο ποιητής στρέφεται στα αρνητικά στοιχεία της σύγχρονης ανθρώπινης ψυχολογίας, γιατί: «Βλέπεις, απελπιστικά ξεχάσαμε το βάθος./ Αυτό που ήθελα να έχω. Να έχεις». Η ειρωνεία δεν λείπει. «Τι κωμωδία κι αυτή. / Με άγνωστα ιδίως σώματα / σε κάθε είδους συνευρέσεις / να βρίσκουμε ξεκάθαρη ζωή». Γιατί δυστυχώς: «Είμαστε, βλέπεις, πεπεισμένοι / πως έχουμε ανώτερη ζωή / όταν απηχεί τις ενδείξεις μιας άλλης». Η ενότητα αυτή καταλήγει: «Ψέμα, σύντροφοι. Δεν είμαστε ελεύθεροι».

Η επόμενη ενότητα λέγεται MOVIES και παρουσιάζει τον κόσμο όπως εμφανίζεται στην οθόνη, πράγμα που υπονοεί πως έτσι έχει καταντήσει η ζωή μας, μια παράσταση. Αλλά εμείς ξέρουμε πως: «Ποτέ κανείς δεν είναι / όσα βλέπουν οι άλλοι, όσα κι αν δουν». Απ’ τη μια σκηνή στην άλλη γίνεται όλο και πιο αισθητή η αδυναμία της εικόνας να δείξει τη βαθειά πραγματικότητα «το ψυχόδραμα [που] παίζεται εδώ».

Η επόμενη ενότητα έχει τον τίτλο «Ζωή σε τιμή γνωριμίας». Εδώ τα ποιήματα εμπνέονται από παγκόσμια αστέρια της λογοτεχνίας και της διανόησης όπως ο Fernando Pessoa, ο Ludwig Wittgenstein και ο John Banville. Εμπνέεται ο ποιητής δεν σημαίνει ότι ταυτίζεται. Απλά σκάβει το συγκεκριμένο χωράφι, που τον εμπνέει, σε βάθος κι εκεί βρίσκει τις δικές του αλήθειες, «σαν Λότους η ψυχή να προσπεράσει / την προσμονή, την εμμονή αυτή / να ζούμε ανώδυνα». Ή «Βλέπεις, ό,τι είναι αλλιώτικο θαμπώνει / μα δεν οδηγεί αυτομάτως πουθενά».

Η τελευταία ενότητα «Νεκρή φύση» είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση. Συνομιλούν για να ξεκαθαρίσουν πώς αλληλοαντικρίζονται. Βρήκανε μια γλώσσα κοινής αποδοχής που δεν σημαίνει και κατανόηση.

Και το σωτήριο χιούμορ πάντα: «Σε τι θολά νερά , φίλε, ταξιδεύουν οι λέξεις. Γι’ αυτό τα κάνουμε θάλασσα». Ναι, πραγματικά, οι λέξεις είναι πανίσχυρες για μας τους ανθρώπους, αλλά ακατανόητες για τη φύση. Εκτός εάν ο άνθρωπος κατορθώσει με τις λέξεις να πλησιάσει τα πλάσματα της φύσης: τη θάλασσα, το κυπαρίσσι, τη λεύκα, τον κέδρο.

Έτσι θα ζούμε με τη φύση τον πιο πολύτιμο σύντροφο και θ’ αφήσουμε κατά μέρος τις μεταφυσικές απορίες για την ύπαρξή της, την ύπαρξή μας. Άλλωστε όλοι ξέρουμε ότι όλες αυτές οι ερωτήσεις θα είναι για πάντα αναπάντητες.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ