Βασίλης Κουγέας: Για την ποίηση του Άγη Μπράτσου

Ομιλία του Βασίλη Κουγέα, ποιητή, καθηγητή και αναπληρωτή Πρύτανη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατά την παρουσίαση της συλλογής Αναπάντητες, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, στις 11.11.2016

Αναρωτιέμαι: τι έχουν τούτα τα ποιήματα κι αξίζει να σκύψεις πάνω τους, όχι μ’ εκείνο το αφηρημένο βλέμμα που διαβάζει κανείς μια είδηση σε μια εφημερίδα; Η ερώτηση είναι ρητορική. Παρακολουθώ χρόνια την αντισυμβατική ποίηση του Άγη Μπράτσου: εξακολουθεί πάντα να με εντυπωσιάζει και να με γοητεύει η δροσιά, η ζωντάνια κι η νεανικότητα των στίχων του, παρ’ όλο που κινούνται γύρω από άξονες όπου για άλλους η κόπωση, η απογοήτευση, η κυνικότητα και το αδιέξοδο κυριαρχούν.

Δείτε, πώς προχωρά τη ρήση του Παλαμά, στο μότο της συλλογής «τίποτε δὲν εἶναι ἀληθινὸ καὶ ὅλα εἶναι πιθανὰ», μια φράση του Γκυ Ντεμπόρ. Γράφει ο τελευταίος: «Δεν είναι τίποτα αλήθεια, όλα επιτρέπονται». Αυτό είναι το κλειδί με το οποίο θέλω ν’ ανοίξω απόψε την ποίηση του Άγη Μπράτσου. Δεν είναι τίποτα αλήθεια σημαίνει ότι τα στερεότυπα βάσει των οποίων σχηματίζονται βεβαιότητες μπορεί να είναι εκ των προτέρων αποφασισμένα, ενδεχομένως να εξυπηρετούν σκοπιμότητες, και πάντως δεν έχουν διασφαλισμένο, ισχυρό δεσμό με την αλήθεια. Αυτό μπορεί να το δώσει μόνο ό,τι είναι ανοιχτό στην αμφισβήτηση, στην αλλαγή, στον επανακαθορισμό του. Ήτοι, το περιεχόμενο της αλήθειας είναι πάντα ρευστό. Το «όλα είναι πιθανά» του Παλαμά δεν παύει να είναι μια διαπίστωση γενναία για την εποχή της, αλλά παθητική, με την έννοια ότι οι πιθανότητες συνδέονται και με το τυχαίο. Ο διορατικός Ντεμπόρ τη μετατρέπει σε ενεργητική. Δίνοντας έτσι, κατά τη ρήση του, τη δυνατότητα σ’ αυτόν που κρίνει κι αποφασίζει να δράσει στο πλαίσιο του: « Αφού δεν είναι τίποτα αλήθεια, όλα επιτρέπονται». Αλλά, το όλα επιτρέπονται δεν είναι ένα συμπέρασμα χωρίς βάρος για το υποκείμενο, καθώς και η απόφαση για ό,τι προκρίνει πως επιτρέπεται, κι αυτή, με τη σειρά της, κρίνεται. Το υποκείμενο καλείται να σκεφτεί, να δράσει, παίρνοντας υπεύθυνα στα χέρια του τη ζωή του, την πορεία του.

Σ’ αυτό το σκηνικό ο Άγης Μπράτσος γράφει την ποίησή του, με οδυνηρή ειλικρίνεια, περιγράφοντας το πώς αντιλαμβάνεται, πώς επιλέγει, ανάμεσα σε άλλα, ό,τι ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του, αλλά και προτρέπει τους άλλους να σκεφτούν με τον ίδιο τρόπο. Φτιάχνοντας την εικόνα του κόσμου που μας / και τον περιβάλλει, δείχνει μια αλήθεια ορατή σ’ αυτόν, την «αλήθεια» του (αλλά και που είναι έτοιμη να αμφισβητηθεί), σπάζοντας ορισμούς, αξιώματα και εν τέλει, κλειστούς ορίζοντες. Ποίηση εσωτερική, με ένταση αλλά και λυρισμό, που επικεντρώνεται κυρίως στον έρωτα – καταφύγιο για όλους. Οι στίχοι του Μπράτσου δεν φοβούνται, δεν κρύβουν λόγια, δεν πολυλογούν, πάνε στην καρδιά του ερωτήματος που θέτουν, προτρέπουν, έχουν το θάρρος κι αναλαμβάνουν την ευθύνη να προτρέψουν. Γράφει: «Μην κάνεις πως δεν το βλέπεις. Μην αναρωτιέσαι προς τι. Ξεκίνα κάποτε κι εσύ».

Το ποίημά του «Προς Θερμοπύλες» είναι ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, στην ελληνική ποίηση γι’ αυτό το θέμα. Αποτελεί χαρακτηριστικό υπόδειγμα των συλλογικών αναπαραστάσεων, με την κοινωνιολογική έννοια. Μας καλεί να διακρίνουμε για το πώς, ως τέτοια, μεταδίδεται, αναπαράγεται και εξελίσσει τη συλλογική μνήμη. Για να μπορέσει να το πετύχει αυτό, η αναπαράσταση πρέπει να διαθέτει βαρύτητα, ώστε να επηρεάζει τη νοητική στάση της κοινωνίας απέναντι στο αντικείμενό της. Γράφει ο Ντιρκχάιμ: «Αυτό που μεταφράζουν οι συλλογικές αναπαραστάσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα αναστοχάζεται μέσα στις σχέσεις της με τα αντικείμενα που την επηρεάζουν». Αυτή την αναπαράσταση παίρνει ο Μπράτσος, σαν σκυτάλη σε αγώνα σκυταλοδρομίας, ανεβάζοντας το επίπεδο της μνήμης σε ουσιαστικές αλήθειες. Γράφει: «Πανέτοιμοι για θάνατο κάθε στιγμή και τώρα /όπως για έρωτα κάποτε και τα δικά του δώρα.[…]Προς Θερμοπύλες και ζωή περιωπής./Σε μια σίγουρη, ζωντανή αθανασία. /Ασφαλώς τη νιώθεις πριν το τέλος.[…] Ένας επίλογος γυμνός, σωματικός./ Με αυτοθυσία σπάνια. / Για να εισπνέουν οι εποχές και τα ήθη./ Κι άσε ν’ απορούν τα πλήθη / για το φθαρτό, τα ουράνια, το γραφτό».

Καταλήγοντας: «Δεν ήθελαν να ζήσουν πάση θυσία. / Ήταν όντως μια επιλογή ακραία/μα είχε η στρατηγική τους ουσία. / Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο. / Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα».

Πώς βλέπει ο ποιητής τον έρωτα και την ερωτική σχέση, που αποτελεί και τον κύριο άξονα σ’ ετούτο το βιβλίο; Πρώτα, με μια γενικότερη, ειλικρινή παραδοχή. Ο έρωτας είναι πείνα: «Πεινάμε κι ερωτευόμαστε σπασμωδικά». Για το κορμί, το μέσο, γράφει: «Αυτό είναι το σώμα. / Άλλοτε με ναι, κάποτε με όχι / σκοτώνει τις επιθυμίες/ κάποτε αληθείς, άλλοτε ψευδείς. / Αυτό είναι το σώμα, εάν θέλεις μια νύξη. / Ένας δολοφόνος με πρόσωπο αγγελικό». Η απουσία του άλλου αντιμετωπίζεται με τρυφερότητα: «Δε γίνεται να ζω χωρίς εσένα. / Όσο κι αν οι άλλοι μοιάζουν αρκετοί / στο βάθος εσύ μονίμως θάλλεις». Αυτή η τρυφερότητα όμως δεν εμποδίζει σκληρές παραδοχές: «Δε βρίσκω πια για σένα και για μένα / άλλοθι. / Εμείς αθώοι; Ομόφωνα ένοχοι. / Τόσους χιλιάδες βάλαμε ανάμεσά μας».

Αλλού, πάλι, γράφει: «Στο βλέμμα σου η δύση / γίνεται καθρέφτης. / Σε δευτερόλεπτα θα ραγίσει / ο ουρανός και η ψευδαίσθηση. / Αγχωμένος μετρώ τις στιγμές / κι αναμετρώ την ανεξήγητη αίσθηση. / Αμετανόητος είμαι, το ξέρω, γιατί κοίτα, δες / μπορώ να καταλάβω τη σαγήνη / μονάχα σαν εύρημα μέσα στο χρόνο».

Πώς βλέπει τον κόσμο, έναν κόσμο αποξένωσης μέσα στον οποίο πρέπει να επιβιώσει και να επιβιώσουμε; Γράφει: « Όλες οι εποχές διαφημίζουν μεγαλεία. / Αυτό είναι το δράμα. /Τα μεγαλεία παίρνουμε στα σοβαρά / και απωθούμε μ’ ένα νεύμα τετελεσμένα γεγονότα / για ν’ αντέχουμε το χρόνο και κάθε άλλη ακρότητα. / Δεν είναι κάτι άλλο η ανθρωπότητα. / Είναι στην κυριολεξία μια νηπενθής χειρονομία».

Γι’ αυτή την «παγίδα» ο Γκυ Ντεμπόρ έχει υποστηρίξει ότι η αλλοτρίωση του θεατή από το αντικείμενο της παρατήρησης (που είναι αποτέλεσμα της δικής του μη συνειδητής δραστηριότητας) σημαίνει ότι, όσο περισσότερο παρατηρεί, τόσο λιγότερο ζει. Όσο περισσότερο αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του  εντός των κυρίαρχων εικόνων της ανάγκης, τόσο λιγότερο κατανοεί τη δική του ύπαρξη και τη δική του επιθυμία. Ο Μπράτσος κρατάει μια σωστή ισορροπία ανάμεσα σε όσα παρατηρεί και σε όσα ομολογεί για τον εαυτό του. Με τους στίχους του μας καλεί να προχωρήσουμε προς μία ανεπηρέαστη αυτογνωσία. Κύρια επίπτωση της κοινωνίας του θεάματος είναι η αποξένωση των ανθρώπων από την προσωπική εμπειρία. Που, αν και φαίνεται ότι αντισταθμίζεται από τις τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει, τελικά εντείνει την ηθική απομόνωσή τους από την πραγματικότητα, αλλά κι από τον εαυτό τους. Όμως, κατά τον Μπράτσο, δεν ζούμε −δεν πρέπει να ζούμε− έτσι απλά, όπως έτυχε. Οι επιλογές αναδεικνύονται σημαντικές, ίσως όχι πάντα, αλλά αρκετές φορές. Ο έρωτας είναι αλυσοδεμένος, όχι άσχετος με όσα συμβαίνουν έξω, γύρω μας, στην κοινωνία. Ο ποιητής δεν αγνοεί, βλέπει τον κίνδυνο. Γράφει: «Κανείς άλλος δεν κινδυνεύει παρά εσύ. / Γιατί αν δοθεί ευκαιρία να πιάσεις το τιμόνι / θα ξεχάσεις πρώτα πρώτα / ότι παραμονεύει και η άλλη όψη. / Αρκεί μόνο να γκαζώσεις μόνος / και πιστεύεις πως όλα είναι φανερά. / Βλέπεις, ό,τι είναι αλλιώτικο θαμπώνει / μα δεν οδηγεί αυτομάτως πουθενά. / Υπάρχουν αγκάθια πολλά στο δρόμο / για να μοιραστείς γυμνή τη χαρά».

Δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι το νόημα του όρου Αναπάντητες που χρησιμοποιεί ο Μπράτσος για τον τίτλο της συλλογής του. Μ’ αρέσει που μ’ αφήνει να του δώσω περιεχόμενο, διαβάζοντας τους στίχους του. Είναι κλήσεις − και όχι μόνο κλήσεις αλλά κι ερωτήσεις προς τον άλλο, που δεν είναι βέβαιος για τις απαντήσεις του, δεν ξέρω κι αν πραγματικά νοιάζεται. Κι αυτό θέλει θάρρος. Σ’ αυτές τις Αναπάντητες που κάνει ο ποιητής ενσωματώνει τη θέση του, συχνά σκληρή, καθώς ο άλλος είναι απών, συνδιαλέγεται επομένως με την ανάμνησή του ή με μια κατάσταση που τείνει να γίνει ανάμνηση − ένα ενδιάμεσο πεδίο, που όμως το αντιμετωπίζει με τρυφερότητα. Το λίγο πριν παρόν πάθος μετατρέπεται σε απουσία: « Όλα μπορούν να γίνουν με υποθέσεις./ Ακόμα κι εσύ σ’ εμένα να γυρίσεις./ Αρκεί να περιμένω αιώνια».

Θα κλείσω, πάλι, με λόγια του Ντεμπόρ, αφού τον πάντρεψα με το νόημα της ποίησης του Άγη Μπράτσου. Γράφει, ο οξύνους, αιρετικός Γάλλος:

Ναι. Τριγυρνάμε μέσα στη νύχτα και αναλωνόμαστε από τη φωτιά.

Ο Μπράτσος το αποδέχεται με ειλικρίνεια, κι αυτό είναι ένα κόσμημα στην ποίησή του. Οι Θερμοπύλες κι ο Μάης του ’68 αστράφτουν μέσα στο χρόνο, αλλά είναι εκεί, στο παρελθόν, κι ύστερα χάνονται, ξεθωριάζουν στη δίνη του. Ο Μπράτσος ανακαλεί μια εικόνα από το παρελθόν με δύναμη, φτιάχνει ένα λάβαρο για τις πραγματικές αξίες, χωρίς περιττά στολίδια. Από την άλλη, αυτό φέρνει στο νου ένα άλλο σύνθημα σε κάποιον τοίχο: «Γάμα τον Μάη. Ζήσε τώρα». Μοιάζει εύκολο, αλλά δεν είναι, όταν, όπως ο Μπράτσος, έχεις την αίσθηση της πραγματικότητας, κι ο τρόπος που σκέφτεσαι και ενεργείς δεν πάσχει από αμνησία.

Το τραπέζι

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Αναπάντητες στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 11.11.2016

MPRATSOS_11_11_16_IMG

Η αποψινή εκδήλωση δεν προκάλεσε, απ’ ό,τι είδα, κυκλοφοριακή συμφόρηση στην οδό Ακαδημίας.

Αλλά και να συνέβαινε κάτι παρόμοιο, τι θα σήμαινε για το απώτατο μέλλον;

Έχω υπόψη μου την επίσκεψη του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη το 1927. Πανζουρλισμός. Άφησε εποχή. Άραγε, τι απέγινε αυτή η εποχή; Και μεταγενέστερα, στη δεκετία του ’70, τι απέδωσε η συγκυρία όταν τα στάδια σείονταν, καθώς οι Έλληνες τραγουδούσαν Άξιον εστί και Επιτάφιο.

Σε τι σόι κρατική οντότητα μας περιέκλεισαν οι πολυπληθείς, θυελλώδεις κοινωνοί του ποιητικού λόγου;

Δεν είναι, φαίνεται, εφικτό το έργο ενός ποιητή  να αρτιώσει αμετάκλητα τη συλλογική συνείδηση. Ούτε διαθέτει κάποιου είδους απόκρυφες δυνάμεις για να λυτρώσει εσαεί το κοινωνικό μόρφωμα.

Αναμφίβολα, ενδυναμώνει το φρόνημα σε δύσβατες ιστορικές περιστάσεις. Όμως υφίστανται  ομαλές περίοδοι στην Ιστορία;

Αναλογίζομαι τη θέση του Αντόρνο, όπως πρωτοδιατυπώθηκε: «Μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποίηση».

Αλήθεια; Απεναντίας, η ποίηση γράφεται επειδή ο κόσμος ανέκαθεν ήταν και είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, όχι μόνο  για τους πάμπολλους που διαβιούν περιχαρακωμένοι στην οικονομική άπνοια και στην εκμηδενισμένη τους προσωπική ελευθερία, αλλά είναι στρατόπεδο συγκέντρωσης και για τους ολίγιστους ευνοημένους  και εξίσου εκτεθειμένους –όπως όλοι μας− στη διά βίου αποδυνάμωση και στην αιφνίδια αποφλοίωση της αθωότητας.

Αναφωνούν  ορισμένοι κατά καιρούς: Τι θέση παίρνει στα μείζονα πολιτικά ζητήματα ο πνευματικός κόσμος;

Σταχυολογώ ενδεικτικά δύο περιπτώσεις από τον 19ο και τον 20ό αιώνα, έχοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ότι στις μέρες, με το Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει προσβληθεί από μια εφιαλτική ασθένεια: τη δημόσια φλυαρία.

«Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, […]η χρηστή διοίκησις […] και η πρόληψις της χρεωκοπίας». Ευσυνείδητη λειτουργία των θεσμών, πρόληψη της χρεοκοπίας. Μα τι διαβάζω; Περικοπή από την ιδεολογική πλατφόρμα ενός υφιστάμενου πολιτικού συνασπισμού;

Είναι ο Παπαδιαμάντης και άρθρο του εν έτει 1896, λίγα χρόνια μετά τη χρεοκοπία, τη χρονιά τέλεσης των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα και ένα έτος πριν από την ήττα στον πόλεμο του 1897.

Ομίλησε ο Παπαδιαμάντης. Μα ποιες επέτυχε να προλάβει εθνικές συμφορές.

Το δεύτερο απόσπασμα μας οδηγεί απευθείας σε έναν Άγγελο −κυριολεκτικά και μεταφορικά−  της Ποίησης, στον Σικελιανό. Έγραψε  στην  Κατοχή ότι είναι απαραίτητη μια «επείγουσα οικονομική ισορρόπηση μεταξύ όλων των Ελλήνων».

Είναι η ίδια κοινωνική εξισορρόπηση η οποία μετέπειτα θα ξέπεφτε σε σύνθημα στους εξώστες και στις πλατείες για να θαμπώνει την εκάστοτε λαοθάλασσα.

Όταν όμως είσαι θαμπωμένος, σχεδόν τυφλωμένος, μπορείς ν’ ανυψωθείς; Κι αν στιγμιαία υπερυψωθείς, δεν θα καταπέσεις ραγδαία; Εμείς εθελοτυφλούμε κι εμάς μαγεύει η τρέλα. Να στη συντροφιά μας και ο Σαίξπηρ: Πώς το είπε στον Βασιλιά Ληρ; «Είναι το κακό της εποχής μας, οι τρελοί να οδηγούν  τους τυφλούς».

Αρκούν τα παραδείγματα. Γιατί , όσο και να ερευνηθεί η στάση  ποιητών και συγγραφέων, δεν έλειψαν  οι θέσεις μα ούτε και τα μαρτύρια και οι εξορίες. Ακόμη και αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, το έργο τους, και μόνο αυτό,  θα έπρεπε να επαρκεί για κάθε δέκτη. Διότι το έργο δεν αφήνει περιθώριο για άλλοθι σε κανέναν.  Το λέει ο ποιητής, το λέει ο Γιάννης Ρίτσος στην Ελένη:

«ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ’ η ομορφιά του ανθρώπου».

Είναι επιπλέον κρίσιμο, επειδή απαιτούμε θέσεις και επικοινωνούμε με το λόγο, να έχουμε κατά νου πως οι λέξεις είναι το μοναδικό και εντελέστερο δομικό υλικό για να προσδώσουμε  στην ύπαρξη  μια οικουμενική υπόσταση. Και οικουμενικός, στα μάτια μου,  είναι όποιος ματώνει καθημερινά για να μην καταστρέψει τον Άλλο.

Χρειάζεται αγώνας για να μην απολέσουν οι λέξεις την ακεραιότητά τους, αλλά και για να μη σε παγιδέψουν. Γιατί βεβαίως ένα ρήμα ή ένα ουσιαστικό δεν είναι ακίνδυνα πράγματα. Ενίοτε ακτινοβολούν.  Κι εδώ δεν ισχύει το πρόσταγμα του Κάλβου: «[…] με ποτέ δεν εθάμβωσαν / σκήπτρων ακτίνες». Το θάμβος καιροφυλακτεί και ποιος ξέρει τι επιφυλλάσσει.

Ώστε η Ποίηση, το έργο, δεν παρέχει κανένα άλλοθι. Ίσα ίσα, επιβάλλει στον αναγνώστη, σαν καταδίκη, τη δυνατότητα ν’ αγγίξει  κάτι άλλο πέρα από το προφανές. Το ποίημα ανοίγει τις αισθήσεις, υποβάλλει, στερεώνει κι επιταχύνει έναν εξολοκλήρου προσωπικό βηματισμό και δημιουργεί ένα χρέος που είναι αδιανόητο να απομειωθεί. Το χρέος  να συνευρίσκεσαι ουσιαστικά με τη Φύση και τον Άλλο. Αυτό δεν είναι, άραγε, πολιτική πράξη; Ο Κώστας Αξελός διατυπώνει τον ορισμό: «Πολιτική είναι η τεχνική συνεύρεσης των ανθρώπων».

Ας μη λησμονούμε, προσθέτω, ότι στο υπέδαφος αυτής της τεχνικής ανευρίσκεται η αναγκαιότητα της τέχνης. Πράγματι, η Τέχνη, η Ποίηση είναι αναγκαία όσο στεκόμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα.

Η Ποίηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Την υπερβαίνει. Συναρθρωμένη με τη γλώσσα, συγκροτεί μιαν ανέλπιστη δωρεά: μας δίνει το σθένος ν’ ατενίζουμε κατάματα την ομορφιά, τη φθορά, το θνησιγενές πεπρωμένο. Μας ευνοεί με το πλεονέκτημα να οδεύουμε ατρόμητοι προς Θερμοπύλες, με λεκτικές αιχμές προαιώνιες.

Ιδού ένα χειροπιαστό παράδειγμα υπέρβασης της  πραγματικότητας συνδεόμενο με τις  Αναπάντητες, λίγο πριν από την έκδοσή τους. Σχετίζεται και με κάτι άλλο, με την ψυχική μου ανάφλεξη όταν παρακολουθώ  το άθλημα που όρισε αυθεντικά ο Μπιλ Σάνκλι: «Το ποδόσφαιρο είναι σαν ένα πιάνο. Χρειάζεσαι οκτώ άτομα για να το κουβαλήσουν και τρεις που μπορούν να παίξουν αυτό το αναθεματισμένο πράγμα».  Φεβρουάριος του 2016. Είμαι στο νοσοκομείο. Ο γιατρός βλέπει την αξονική. Καθόλου δεν μου αρέσει το ύφος του. Τον ρωτάω: «Πότε θα ξαναπαίξει ποδόσφαιρο ο μικρός;». Με κοιτάζει σαν να του μίλησα σε άλλη γλώσσα. «Ποιο ποδόσφαιρο», απαντά. «Πρέπει να γίνει χειρουργική αποκατάσταση».  Συνειδητοποιώ το παράδοξο τέλος της χρονιάς για τη φανέλα με το 7. Βρίσκομαι πλέον ξημερώματα στο διάδρομο της κλινικής και εκεί καταρρίπτω τα απρόοπτα δεδομένα. Ανόητη τύχη, εδώ είμαι και δεν θ’ αφήσεις το πιάνο βουβό. Τι κάνω;  Αλλάζω την τελευταία στροφή στο ποίημα «Σκηνή πέμπτη», αν και ουδεμία σχέση έχει με τo άθλημα, καθώς είναι ενταγμένο στην ενότητα που απογυμνώνει τα σεξουαλικά τεκταινόμενα. Διαμορφώνω τους στίχους ως εξής:

Ας μοιάζουμε παίγνια χωρίς αντιστάσεις.

Μας βλέπουν σαν όντα χωρίς αντιστάσεις;

Ας είναι. Ποτέ κανείς δεν είναι

όσα βλέπουν οι άλλοι, όσα κι αν δουν.

Έτσι γράφονται τα ποιήματα. Ακόμη κι όταν χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, μπορείς να δώσεις έστω με  ένα στίχο άλλη τροπή στα πράγματα.

Μίλησα για προαιώνιες λέξεις. Αυτή η παραδοχή δεν είναι για την ελληνική γλώσσα μια στεγνή διαπίστωση. Να, ας θεωρήσουμε ότι όλη αυτή την ώρα έξω χιονίζει και ότι οι νιφάδες έδωσαν την έμπνευση σε κάποιον από το ακροατήριο να σχολιάσει στον διπλανό του την ομιλία της κυρίας Ρουκ  ψιθυρίζοντας: «Έχω την αίσθηση ότι τα λόγια της ως “νιφάδες χιόνος πίπτωσι”». Η φράση «νιφάδες χιόνος πίπτωσι»  είναι ομηρικός  στίχος και δεν χρειάζεται επεξήγηση γιατί ο Όμηρος ταυτίζεται με το DNA μας. Βέβαια, επειδή η πραγματικότητα είναι αυθαίρετη, θα μπορούσε άλλος ακροατής, λιγότερο ρομαντικός και περισσότερο κυνικός, την ώρα που άκουσε τους στίχους του Κάλβου «με ποτέ δεν εθάμβωσαν / σκήπτρων ακτίνες» να μονολογήσει το στίχο από τη ραψωδία Α: «δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν  ανάσσεις». Ουτιδανός, τι ολοζώντανη λέξη.  Όταν δηλαδή κυβερνά ουτιδανούς,  τιποτένιους, ο βασιλιάς γίνεται  δημοβόρος. Τώρα εάν το «δημοβόρος» ξενίζει κάποιον και νιώσει το νόημα  σαν να σημαίνει «αιμοβόρος», απλούστατα  θα έχει πλήρως κατανοήσει τους μηχανισμούς της εξουσίας αποκλειστικά χάρη στα αρχέγονα γλωσσικά μας ιζήματα. Φτάσαμε αβίαστα μέχρι τον Όμηρο, τις γλωσσικές μας καταβολές. Είναι μια αποκαλυπτική διαδρομή διότι φανερώνει το κεκρυμμένο αυτονόητο, δηλαδή ότι ο Ποιητής δεν παίζει με τις λέξεις. Μία είναι η αγωνία του: να τις διατηρεί ολοένα νέες και ελκυστικές , ιδίως όσες είναι χιλιοπαθημένες, όπως οι έννοιες αγάπη, ισότητα, χρέος, τιμή, δικαιοσύνη.

Έχω στο μυαλό μια εικόνα. Καμιά φορά στην ακροθαλασσιά εντοπίζεις μέσα στο νερό βότσαλα με ηχηρά χρώματα. Τα πιάνεις και σύντομα, μόλις στεγνώσουν, τι κρίμα, ο καθαρόαιμος  χρωματισμός, όλη η γοητεία τους χάνεται. Αυτό ακριβώς δεν πρέπει ποτέ να πάθουν οι λέξεις στα χέρια των ποιητών, δεν πρέπει να χάσουν τη λάμψη τους.

Τις υποθετικές νιφάδες που αναφέρθηκαν πρωτύτερα συνόδευσε ένας όρος άνευ περιεχομένου για την ποιητική τέχνη: η έμπνευση.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια απογευματινή, καλοκαιρινή έξοδο με φίλους. Διευθετούσαν πού θα καθόταν ο καθένας στο τραπέζι. «Ο Άγης εδώ, να βλέπει το ηλιοβασίλεμα»,  ακούω μια φωνή λες και θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου εάν έχανα την έμπνευση, σε περίπτωση που με τοποθετούσαν αλλού.  «Ώστε έτσι νομίζουν;» χαμογέλασα. Ποια έμπνευση. Εάν δεν μπορώ το ηλιοβασίλεμα που βλέπω, ή φαντάζομαι ότι βλέπω, να το μεταβάλω στην ανατολή που κρύβεται εντός μου, τότε  πάει, δεν έχω τίποτα να γράψω.

Πολλούς ποιητές ένιωσα. Όχι μείζονες και ελάσσονες, όπως ατυχώς χαρακτηρίζονται. Για εμένα όσοι διαβάζω είναι εν δυνάμει μέγιστοι.

Μάλλον ισχύει και στην Ποίηση ο ακραιφνής κανόνας για τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Σαν πυροτέχνημα γενετικού υλικού οι στίχοι διαχέονται, αλλά μόνο ένας ίσως διεισδύσει στα τείχη του Άλλου. Δεν θέλει και πολλά ο άνθρωπος για να κρατηθεί από έναν στίχο. Ο Σεφέρης, επί παραδείγματι, στο κρεβάτι του νοσοκομείου απήγγελλε στη γυναίκα του Μαλακάση.

Τέτοιες μέρες,ο Σεφέρης μάς οδηγεί συνειρμικά στα 18 Κείμενα του Κέδρου, έκδοση του 1970. Συγκεντρωμένοι οι συνεργαζόμενοι  λογοτέχνες συζητούν σχετικά με το περιεχόμενο του πρώτου συλλογικού, υπαινικτικού βιβλίου με αντιδικτατορικό πνεύμα, αλλά κάποια στιγμή οι νεότεροι φωνασκούν και επικρατεί ένταση. Ο Ηρόδοτος θα σχολίαζε τη σκηνή: «Εβουλεύοντο οι Έλληνες, και  […]εσχίζοντο αι γνώμαι». Να κάτι  που ξέρουμε αριστοτεχνικά  και ως Νεοέλληνες: Να συσκεπτόμαστε και οι γνώμες να διχάζονται. Αίφνης από την κορυφή του τραπεζιού ακούγεται ο Σεφέρης: «Χμ, χμ, χμ… Κύριοι, ησυχία», και πέφτει άκρα του τάφου σιωπή.

Άφησα τελευταίο ένα θεατρικό τραπέζι. Ο Στρίντμπεργκ υποστήριζε πως ένα τραπέζι, δύο καρέκλες και ένα πάθος αρκούν για το δράμα. Τι φωταψίες εκείνο το καλοκαίρι που το πέρασα στις πρόβες, στα παρασκήνια και στις κουίντες.  Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Κηποθέατρο, έτος 1970. Στη σκηνή το τραπέζι και επάνω του η ηθοποιός εκτελεί το νούμερο. Κάνει στριπτίζ. Όχι, μη φανταστείτε κάτι τρομερό. Στο τέλος φοράει μόνο τα εσώρουχα. Δεν θυμάμαι πια το χρώμα, αλλά κι αν δεν ήταν μαύρα, θα έπρεπε. Πώς να την περιγράψω. Όπως ο Όμηρος τη θεά Αφροδίτη; Για να θυμηθώ: μαρμαρυγή σημαίνει λάμψη, ίμερος με  γιώτα και δασεία είναι ο πόθος. Πράγματι, είχε σαν την ομηρική Αφροδίτη «όμματα μαρμαίροντα και στήθεα ιμερόεντα». Ενδεχομένως −γιατί στην Ποίηση και στο βλέμμα ενός παιδιού όλα είναι δυνατά− να ήταν μια γυναίκα αναδυόμενη, θαρρείς, από τους στίχους του Εμπειρίκου: «Μετά την ομορφιά της στέκει και παρατηρεί τους θαυμαστάς».Το βέβαιο είναι ένα:  Κάποιο βράδυ μετά την παράσταση  τη βλέπω στα παρασκήνια να κλαίει με λυγμούς. Γρήγορα μαθαίνω την αιτία. Ένας θεατής σκανδαλίστηκε και την έβρισε. Φαντάζομαι  πως ο ίδιος ουδόλως σκανδαλιζόταν από τα αποκτηνωμένα βασανιστήρια  που γίνονταν στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας 18 λίγα μέτρα παραπέρα, στο άντρο της Υποδιεύθυνσης της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών. Μου προκάλεσε ιερή αγανάκτηση αυτός ο μιασμένος βάρβαρος.  Στην πραγματικότητα, δεν κατακλύστηκα μονάχα από μένος εναντίον του. Τότε ένιωσα, επιπλέον, τη συντριπτική δύναμη των λέξεων, αφού  είδα με τα μάτια μου πως ήταν ικανές να θρυμματίσουν τη γυναίκα  που στο τραπέζι επί σκηνής στεκόταν σαν άγαλμα. Ένιωσα όμως πως με το ίδιο όπλο, τις δικές μου πια λέξεις, θα μπορούσα να ανασυνθέσω τα θρύψαλα και να ξαναστήσω το άγαλμά της στο τραπέζι εφ’ όρου ζωής. Θα μου πείτε, από αυτό το συμβάν κατάλαβες πως είσαι ποιητής; Δεν ξέρω. Εκείνο που γνωρίζω καλά είναι πως εμείς οι θνητοί  έχουμε ένα κουσούρι, να κατασκευάζουμε  την αλήθεια. Και ένα ακόμη σοβαρότερο ελάττωμα: δεν μας φτάνει η αλήθεια, θέλουμε, τρομάρα μας, να είναι και ωραία.

Φτάσαμε στο τέλος, η βραδιά θα περάσει. Θα προτιμούσα καλύτερα να μας προσπεράσει όπως το όχημα από τις Αναπάντητες:

Και πορευόμαστε. Αλλά μη γελιόμαστε.

Αν τύχει στο δρόμο σαν ίλιγγος καιρός

ανοιχτός για επικίνδυνα όνειρα

μια και δε βγαίνουν μυθικοί λωτοί

ας κάνουμε τη γρήγορη ευχή

σαν Λότους η ψυχή να προσπεράσει

την προσμονή, την εμμονή αυτή

να ζούμε ανώδυνα. 

Αλλά θα κλείσω με ένα άλλου είδους προσπέρασμα. Άνοιξη του 1995, μόλις έχει κυκλοφορήσει το πρώτο μου βιβλίο. Κατηφορίζω την οδό Σκουφά. Στο πεζοδρόμιο απέναντι μια μορφή με μαγνητίζει. Όχι , αυτή τη φορά δεν είναι κάποια άλλη Αφροδίτη. Φοράει λευκό πουκάμισο και λευκό παντελόνι.

Αυτός  είναι… δεν είναι; Καθώς πλησιάζουμε και τον κοιτάζω εντατικά, σχηματίζω τη βεβαιότητα. Εκείνος είναι, ο Οδυσσέας Ελύτης. Του είχα ταχυδρομήσει το  Prima Vista, όμως ακαριαία και ενστικτωδώς αποδιώχνω τη σκέψη να του απευθύνω το λόγο. Τι να του έλεγα, είμαι ο Άγης Μπράτσος και σας έστειλα τα ποιήματά μου; Ήμαρτον, Κύριε. Έχει κι εκείνος τώρα προσηλώσει το βλέμμα του σ’ εμένα. Φτάνουμε σε απόσταση αναπνοής και, καθώς κοιταζόμαστε, νεύει το κεφάλι. Ανταποδίδω το νεύμα και προσπερνάμε ο ένας τον άλλο παντοτινά. Πώς αλλιώς;

Από την παρουσίαση της συλλογής «Αναπάντητες» στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει

Με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στην εκδήλωση με θέμα: Βραχύς κατάλογος / τα οκτώ βιβλία που έφτασαν ως την τελική λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2005, Στοά του Βιβλίου, 24.5.2006. Πίσω, από αριστερά, ο Νάσος Βαγενάς και ο Αργύρης Χιόνης.

Κριτική της Παυλίνας Παμπούδη για την ποιητική συλλογή «Αναπάντητες»

Poeticanet, 30.10.2016

Δεν υπάρχει ποίηση που να μην έχει το Φόβο στη ρίζα, τα φύλλα και τα άνθη της, που να μην έχει το φόβο  στα υλικά της. Το πολύ ουσιαστικό «φόβος», τα τελείως αμετάβατα ρήματα «φοβάμαι» – «φοβίζω», το βαρύ επίθετο «φοβερός/ η /ο », καθώς και τα συνώνυμα και τα παράγωγα τους, (τρόμος, δέος, φρίκη, αγωνία, πανικός), συναντώνται πυκνά στους στίχους όλων.

Ο Φόβος πάει με όλα: με τον έρωτα, με το θάνατο με τις υψηλές συλλήψεις, με τις διαπροσωπικές σχέσεις – τις εξίσου δύσκολες σχέσεις με το ανθρώπινο και το θείο.

Τα ποιήματα τα εξυφαίνουν πάντα – άλλοτε εμφανώς άλλοτε με κρυφές βελονιές / υπαινιγμούς – ο φόβος του ανοίκειου, ο φόβος του Άλλου, ο φόβος του εαυτού, ο φόβος της ύπαρξης και της μη ύπαρξης.

Εφόσον λοιπόν το τωρινό θέμα του Poeticanet είναι ο Φόβος, ας συμμετάσχει και η στήλη άλατος, παρουσιάζοντας την παρούσα σοδειά ποιητικών συλλογών και από αυτή την οπτική γωνία.

Ορίστε:  μια από τις ποιήτριες της στήλης έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο για τον φόβο, με τίτλο «ΦοΒ». (Ο τίτλος θυμίζει το κίνημα των φωβιστών του περασμένου αιώνα – που ναι μεν η ετυμολογία του προέρχεται από το γαλλικό fauve= αγρίμι – αλλά τι άλλο βιώνουν εκτός από φόβο τα αγρίμια;)

Ας αρχίσουμε λοιπόν, παίρνοντας συνέντευξη από τους στίχους του βιβλίου αυτού.

ΑΓΗΣ ΜΠΡΑΤΣΟΣΑΝΑΠΑΝΤΗΤΕΣΚέδρος

ΕΡ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΣΑΣ;

ΑΠ:
Ας είμαστε λίγοι και άοπλοι. / Και λοιπόν; Φόβος και τρόμος οι ιδέες.

ΕΡ: ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ;

ΑΠ:
Είμαστε βαθύ φρόνημα, σαν ρίζες κρυφές, σαν δέντρα. / Έτσι γράφουμε την Ιστορία. / κι ας είναι μια πορεία δοσμένη στον καιρό / για μας κανείς και τίποτα απτό.
(…)
Δίχως μια έκτη αίσθηση πώς να αποθεώσεις τη ζωή. / Πώς να βρεις την πίσω πόρτα στις προσόψεις.

ΕΡ: ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ;

ΑΠ:
Είμαστε παράξενα όντα. / Ο άπλετος νους απρόσμενη έχει χωροταξία. / μυστική σαν την αυθαιρεσία να λες / στον πρώτο τυχόντα στο δρόμο / σε θέλω τραγικά.
(…)
Είμαστε βλέπεις, πεπεισμένοι / πως έχουμε ανώτερη ζωή / όταν απηχεί τις ενδείξεις μιας άλλης.

ΕΡ: ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ;

ΑΠ:
Άνθρωπος είμαι, με λόγια ζω.

Εντύπωση:  Ο Α. Μπ. είναι ένας λόγιος ποιητής του καιρού του (ενώ, το ίδιο καλά, θα μπορούσε να είναι ένας οργισμένος ποιητής άλλων καιρών). Η ικανότητα σύνθεσης και ανάλυσης ορατών και αόρατων που διαθέτει και καλλιεργεί, επηρεάζει κάπου την «ποιητικότητα» των ποιημάτων του, αλλά ενδυναμώνει την «επιθετικότητα» που χρειάζονται για την άμεση τους πρόσληψη.

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ

Στρατιώτες ακέφαλοι στο πεδίο εδραίοι.
Σκυλεμένοι και γυμνοί αποκαλύπτουν
ολόιδια, μονότονη περιτομή.

Χωρίς τα διακριτικά στολής
αδύνατο ν’ αποφανθείς
εάν Μουσουλμάνοι ή Εβραίοι.

ΣΤΑ ΙΣΑ

Άνυδρος δρόμος. Μα ούτε ένα δέντρο;
Ολοένα κι άλλοι απεργοί υψώνουν φωνή
και σείουν γροθιές σαν κυπαρίσσια.
Στεριώνουν στο έδαφος για να γίνει τοπίο
φιλικό στ’ ανθρώπινα μέτρα.

Μα θα το πω στα ίσα, χωρίς παρομοιώσεις.
Ούτε φωνή λαού ούτε οργή Θεού.
Τα δεδομένα αψηφούμε κι επιζούμε.

Τελικά ταιριάζει μια παρομοίωση.
Είμαστε βαθύ φρόνημα σαν ρίζες κρυφές, σαν δέντρα.

Έτσι γράφουμε την Ιστορία.
Κι ας είναι μια πορεία δοσμένη στον καιρό
για μας κανείς και τίποτε απτό.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Τρομοκρατία είναι το πάθος
να ζουν οι άλλοι όπως εμείς.
Μια επιβολή σε όλα
τα μήκη και τα πλάτη γης
θρυαλλίδα γίνεται στο χάος.
Κι εμείς εντός του κατοικούμε.

Όσα ποιούμε σημαίνουν ζωή
θα πούμε και θα λέμε παρ’ ελπίδα.
Δεν είναι λάθος.
Το θέσαμε σαν πάθος εξαρχής.

Και βάζουμε μοντέρνα βία
σαν απόκριση, σαν υπόκρουση μουσική.
Κι αφού θα γράψουμε στο τέλος ιστορία
ν’ αλλάξουμε γιατί, για ποιους την οπτική.

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Eίσαι με το μέρος εκείνων που πέτρες πετούν
ή με όσους ασπίδες και ρόπαλα κραδαίνουν;
Aπ’ την πλευρά στέκω της σκληρής ανάγκης
ιδανικά να θυσιάζομαι πιστεύοντας.
Σταθερά μπλεγμένος στην ουτοπία.

ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ II

Θέλουμε στιγμές, κι άλλες στιγμές
κραυγάζουν τα πλήθη.
Θα τις έχουν, για να λουφάξουν μια κι έξω
όταν δουν πως οδεύουν στο άπειρο
με τέτοιου είδους παροχές.

«Μόνοι στο πλήθος;», του Γιάννη Πανούση

iporta.gr, 05/07/2016

Υπάρχουμε. Κυρίως αντέχουμε.
Όχι μόνο τα πάντα, μα και το τίποτα
που λίγο πολύ μας αναλογεί

Άγης Μπράτσος, Αναπάντητες

Η κοινωνική αποδιοργάνωση και η ανομία δύσκολα ορίζονται και δυσκολότερα προσδιορίζονται οι συνέπειές τους όταν το πολιτικό παιχνίδι είναι εξαρχής “υπονομευμένο’’. Αβεβαιότητες, ανασφάλεια και κίνδυνοι όχι μόνο δημιουργούν ένα γενικευμένο κλίμα αποκλεισμών αλλά καλλιεργούν και την ψυχολογία του ηθικού πανικού.

Χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς της Δημοκρατίας και με ανυπαρξία μίας πραγματικής κοινωνίας των πολιτών ο καθένας προσπαθεί μόνος του να βρεί λύση. Μάταια.

Οι κανόνες, η ανοικτότητα, η ταυτότητα, ο σεβασμός στον ξένο, η ενσυναίσθηση δεν δημιουργούνται από τη μία στιγμή στην άλλη. Μας λείπει η κουλτούρα του “συν-ανήκειν”, η αίσθηση ότι κάποιοι μας νοιάζονται και μας προστατεύουν.

Έτσι σήμερα δεν μας κρατάνε πιά “ζωντανούς” οι φθαρμένες ιδέες [και οι διεφθαρμένοι τάχα κήρυκές τους] αλλά οι δικοί μας άνθρωποι. Όχι σπουδαίοι ή διάσημοι. Απλοί άνθρωποι που μας αγαπάνε και που ξέρουν να διαβάζουν στα μάτια μας – κι όχι στα “κοινωνικά δίχτυα” -τον πόνο, τη διάψευση, το αδιέξοδο.

Εγγραμματέντιμοι [σε αντίθεση με τους αγραμματοανέντιμους της εξουσίας], με τη σοφία της ζωής χαραγμένη στα χέρια και στο γέλιο, με πανταχού παρόν το φιλότιμο [και όχι το άτιμο συμφέρον].

Τη χαμένη μπέσα ψάχνουμε να βρούμε μέσα στο πλήθος των βολεμένων εαυτούληδων. Χωρίς αυτήν την έννοια της λεβεντιάς και της ντροπής καμία κοινωνική συμφωνία “ανάπτυξης” δεν είναι δυνατή.