Πλήθος τρελό τα περσικά δόρατα.
Μα όλο και κάποιος Σπαρτιάτης, μη νομίζεις,
το φαλλό του θα μετρούσε σαν μέγεθος πιο τρομερό.
Θα γελούσε τότε. Αιωνίως παιδί.
Ο θάνατος το γέλιο αυτό μισεί πιο πολύ.
Κι αν είσαι άντρας, του το χαρίζεις.
Author: webmachine
4.
Στο τέλος μάχονταν με νύχια και με δόντια.
Ένας επίλογος γυμνός, σωματικός.
Με αυτοθυσία σπάνια.
Για να εισπνέουν οι εποχές και τα ήθη.
Κι άσε ν’ απορούν τα πλήθη
για το φθαρτό, τα ουράνια, το γραφτό.
5.
Δεν ήθελαν να ζήσουν πάση θυσία.
Ήταν όντως μια επιλογή ακραία
μα είχε η στρατηγική τους ουσία.
Καθόλου βάρη αναγκαία στον πρόσκαιρο βίο.
Αλλά βαρύτητα. Δεόντως βαρύτητα.
Κριτική του Γιώργου Βέη για την ποιητική συλλογή «Αναπάντητες»
Τα Ποιητικά, τριμηνιαίο περιοδικό ποίησης, τεύχος 26, Ιούνιος 2017
‘Ένατη συλλογή. Η καθημερινότητα εξετάζεται από πολλές γωνίες θέασης. Το ιστορικό δεδομένο συνιστά αναμφίβολα τον κεντρικό άξονα των αναφορών και των αυτοαναφορών. Η ασκημένη παρατηρητικότητα είναι έκδηλη. Η λακωνική διατύπωση επιβάλλει άλλη μια φορά τους κανόνες της προς όφελος του τελικού κειμενικού προϊόντος. Η βεβαιότητα των διαφόρων πορισμάτων μαρτυρεί εσωτερική συνοχή και κυρίως ετοιμότητα συνείδησης να αφομοιώνει το εκάστοτε μήνυμα του κόσμου. Τα δε στοιχεία των έντονων, παρατακτικών αντιθέσεων και η χρήση των ευθύβολων μεταφορών έχουν τεθεί προ πολλού στην υπηρεσία της επεξεργασίας του πρωταρχικού υλικού. Η ρηματική συνέπεια δεν παύει να υποστηρίζει κατά κανόνα τις ποιητικές συνεπαγωγές. Έστω το εξής ενδεικτικό ποίημα, το οποίο τιτλοφορείται «Εν κατακλείδι»: «Εκείνο το άδυτο ρίγος στο σώμα / είχε γεύση μεταφυσική, μια φωνή επιμένει. / Εκτός κι αν τίποτα φυσικά δεν προδίδει. / Εν κατακλείδι, ηδονή, είσαι μεγάλη ιστορία. / Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι με χάδια λιγοστά / κάθε ψυχούλα άσκοπα τρέμει».
ΤΟΣΟΙ ΘΕΟΙ
«Τόσοι θεοί για να πιστέψεις και άνθρωπος κανείς».
Με φραστικά πυροτεχνήματα διασχίζεις πάλι την απουσία.
Ο ουρανός ανέκφραστος παρά τη φαντασμαγορία.
Σαν να κάνει μυστικά μια ευχή:
Όσο αντέχεις ν’ ακούς το σώμα, μην το χαλάς με σκέψεις.
ΤΟ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ
Ανοίγει σαν αυλαία το περιτύλιγμα.
Είναι ένα σπάνιο βάζο, άθραυστο.
Γρήγορα έπαψε να το θαυμάζει.
Τον μαγνητίζει μονάχα ό,τι μπορεί να χαθεί.
Μα κανείς δεν τον καταλαβαίνει;
Τον λατρεύουν, λένε, κι όλο άχρηστα δώρα.
ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΝΙΓΜΑΤΩΝ
Γυρίζω τη θλίψη απ’ την άλλη πλευρά
και μου παίζει ηδονή.
Aκροάζομαι.
Mε ανόητα τσιγάρα, δεν μπορεί,
θα καταλάβω μες στις στάχτες τι συμβαίνει.
Mε ανόητα τσιγάρα
όπως στο μισοσκόταδο κάποτε
ψαύαμε μουσικές
και τα κλειδιά γυρίζαμε αινιγμάτων.
Θυμωμένες αισθήσεις και στριμωγμένες προσδοκίες
Κριτική για τη συλλογή Αναπάντητες. Γράφει ο Δημήτρης Αθηνάκης, «Βιβλίο- Ιδέες», Η Καθημερινή, 4.3.2017

Ο Αγης Μπράτσος (γενν. 1963) γνωρίζει πλέον καλά τι σημαίνει ουσία. Εχοντας περάσει απ’ όλους τους κάβους της γραφής στην πορεία προς τη μινιμάλ ωριμότητα, ύστερα από τόσες ποιητικές καταθέσεις μάς παραδίδει το κουκούτσι της ποιητικής σκέψης, ενώ κι αυτό αργά το ξεφλουδίζει, ώσπου να μείνει ένα απόφθεγμα. Οχι, τα ποιήματα της πρόσφατης συλλογής του δεν είναι αποφθεγματικές απόπειρες· είναι αυτό που χάθηκε μέσα στον μετανεωτερικό ορυμαγδό της αφιλτράριστης πληροφορίας και του έξαλλου ή άκριτου πειραματισμού.
Ο Αγης Μπράτσος καταθέτει ποιήματα που ενυδατώνουν την ξεραμένη λεξιλαγνεία και εικονοποιία και τις μπολιάζουν με νόηση. Λέξη-κλειδί, η νόηση, η οποία επισκέπτεται την Ιστορία, την πόλη, το σώμα, τον φόβο και τη ρεαλιστική προσδοκία –αξιοπρόσεκτη η οποιαδήποτε αποφυγή ονειρικής έξαρσης–, καθώς εκείνη είναι που φιλτράρει το καθημερινό γίγνεσθαι, δίχως ποτέ να συναντάει τον κυνικό ορθολογισμό.
Εξάλλου, η παρουσία του ορθολογισμού στις «Αναπάντητες» μιξάρεται με την υπόκωφη, μα πάντα ρεαλιστική, νοσταλγία του μέλλοντος. Ο ποιητής με αυτήν ακριβώς τη νοητική επεξεργασία των ποιημάτων και της εικονοποιίας τους μοιραία οδηγείται στον ανελέητο σαρκασμό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ποιήματα της ενότητας «Σε τιμή γνωριμίας», όπου όλα τιτλοφορούνται από γρήγορα αυτοκίνητα, ενώ ο Μπράτσος τα χρησιμοποιεί για να σαρκάσει την ταχύτητα ως αντιθετικό σχήμα με τη ράθυμη ανακύκλωση της ύπαρξης.
Συνολικά, πέντε είναι οι ενότητες των «Αναπάντητων». Κάθε μία εξ αυτών, με πιο «θυμωμένη» εκείνη που τιτλοφορείται «XXX movies», επιβεβαιώνει τις στριμωγμένες προσδοκίες σ’ ένα μπαούλο που πάνω του κάθονται θυμωμένες αισθήσεις, έτοιμες να πάρουν τ’ όπλο τους. Το όπλο τους δεν είναι άλλο από τον ίμερο, εκείνο το πάθος που επιφέρει την κλινοπάλη, κατά τον Κωστή Παπαγιώργη.
Το οξυγόνο που δίνουν τα όνειρα για την επιβίωση έχει τελειώσει και ο Μπράτσος έχει αναλάβει το δύσκολο έργο του κατευνασμού του θυμού, όταν εκείνος κυριεύει τις αισθήσεις. Και το καταφέρνει. Ο ποιητής παίρνει τον ρόλο του μονωδού της αστειότητας –αν όχι της γελοιότητας– της ύπαρξης, που έχει αποφασίσει να μην πάρει στα σοβαρά τον εαυτό της.
Οι «Αναπάντητες» είναι μάλλον η καλύτερη στιγμή του Αγη Μπράτσου. Μια έξοχη στιγμή.
ΙΔΕΩΔΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Διάπυρες φωνές κι απεγνωσμένες σημαίες.
Συγκέντρωση διαμαρτυρίας, θα πουν οι ανταποκριτές
αδιάφορα πριν την επόμενη είδηση.
Σαν να μην είναι ορατό πως άλλη μάς ταιριάζει αφήγηση.
Κι ας μην το λέει κανείς ξεκάθαρα
στην πλατεία δε χωρά μια βιαστική εξήγηση.
Κάθε κορμί ελεύθερο εδώ και τρομερό.
Ας είμαστε λίγοι και άοπλοι.
Και λοιπόν; Φόβος και τρόμος οι ιδέες.
First time
Stand there and undress.
I don’t want you to say anything.
Let me believe that you’ll also undress
your old body for the first time.
It’s not yet another fantasy.
Thanks to this perspective
one gives food to passions
that there be no victim.