Aφημένος στο καμένο σώμα της άμμου.
Tελείως γυμνός βυθίζεται στα γουόκμαν της μουσικής.
Mε ματιές που χαζεύουν τη φιλαρέσκεια της θάλασσας.
Tο δεξί πόδι κεκαμμένο
ίσα να μαντεύεις μια βαθύτερη γύμνια.
Στις γύρω ομπρέλες έξαλλοι τουρίστες
σαλιώνουν μέχρι κι εφημερίδες
αφού είδηση δεν παίρνουν πού βρίσκονται.
Mόνος έφτασες και σήμερα, μα ξέρω
ταξιδεύεις στο ίδιο μήκος κύματος.
Tα καΐκια φέρνουν κι άλλους έξαλλους.
«Eμείς πήγαμε πάλι στο… Έχει το καλύτερο πρωινό…»
Έτσι τα φαντάζονται όλα οι πεινασμένοι τους αδένες.
Eνώ εσύ –
σηκώθηκες κιόλας, ντύθηκες,
θ’ αφήσεις τη θάλασσα μόνη.
Όχι, μ’ ένα νεύμα μού δείχνεις τα πράγματά σου.
Σε ποια γλώσσα μπορείς κι αισθάνεσαι;
Aλλά γιατί ν’ ανοίξουμε τώρα κουβέντες.
Aν είναι να μου πει κι αυτός ιστορίες και δράματα
άσε, καλύτερα τα πλάθω μόνος μου.
Eίναι με τη σειρά του το νεύμα μου καταφατικό.
Tα πράγματα ασφαλή.
Author: webmachine
2.
Εγκλωβίζομαι στο λαβύρινθο, Μινώταυρος ίδιος
καθώς υποδύεσαι την Αριάδνη.
Ευφάνταστη μεταμφίεση, μια και δεν είναι της εποχής
την καθημερινή μας επανάληψη τρομοκρατεί.
Κάποιο γέλιο βρίσκεις πρόχειρο, χαριτωμένη τη φυγή.
Το μύθο σου καταδιώκω να παραδώσεις τα νήματα.
Μα τι ιστορία. Δε θα μας σώσει η μυθολογία.
Ούτε τα χειροκροτήματα της ηδονής.
9.
Στην υπεραστική γραμμή των αναμνήσεων
τοποθετείς επίμονες συνομιλίες.
Η εποχή κατά προτίμηση καλοκαίρι
εξαντλεί τις σημασίες.
«Χορεύεις ακόμα σαν παλαβό;» ναυαγούν οι απορίες.
Ωστόσο επιπλέουν λίγοι τσαλακωμένοι στίχοι
σαν αυτοσχέδιο σκάφος
κι ένα γιατί αναπάντητο.
10.
Περιπλανώμενο το θέρος σαν έρωτας
στα βότσαλα μας βρίσκει ανυπέρβλητους.
Σαν θάλασσα δονείσαι που μόλις ανέσκαψε ο Ποσειδών.
Κατρακυλούν ήχοι υπό την επιφάνεια.
Τα μυστικά μας τοπία, θα πεις.
Κι εγώ τη θάλασσα, τον ήλιο, τους μύθους εμπιστεύομαι
κι ατάραχος βυθίζομαι μαζί με τους όρκους.
41.
Το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους.
Μεγεθύνει το σώμα απευθύνοντάς το στ΄ άστρα
που θαυμάζεις κάτι τέτοιες βραδιές.
Μετρημένες αλήθεια, ωστόσο αθάνατες
όπως εκ των υστέρων λέμε
εστιάζονται σ’ εκείνο το σημείο του κορμιού
που εξηγεί ακλόνητα την τρέλα μας.
Τι μέθη κι αυτή χαώδης πριν βγάλει ο ήλιος κακέκτυπα.
Είναι που το σεληνόφως υπαγορεύει στίχους;
Η κατακραυγή του ήλιου;
Χωρίς να ξέρω σ’ αγαπώ.
ΤΟ ΠΙΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
Όλο λες να προσέχω τον εαυτό μου.
Ναι, καπνίζω
μα φροντίζω τη διατροφή μου
και πηγαίνω συχνά στο γυμναστήριο.
Το πιο μυστήριο
δεν περιμένω πια τίποτα.
Από κανέναν.
Ούτε καν από σένα.
Τι δίδαγμα κι αυτό ιστορίας.
Είδες μητέρα ωραία που ήρθαν τα πράγματα;
Γι’ αυτό να πλαγιάζεις γλυκά το βράδυ.
Ο γιος σου τα κατάφερε.
Χαίρει άκρας υγείας.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Πουκάμισο δε θέλω καθαρό
ούτε φαγητό αγαπημένο.
Eυχές δε θέλω για τη μέρα.
Πάψε επιτέλους να γερνάς
άλλο πια μη γερνάς, μητέρα.
ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ
περιέργεια –συμβουλή στους νέους–
περιέργεια
Ezra Pound
«Μπαμπά νικάς τους γίγαντες;»
Έχω ακόμη μιαν απάντηση
σαν μυστικό χάδι της μέρας
για να λάμπεις φανατικά.
«Τους κάνω σκόνη».
Δεν είναι ακριβώς ψέμα.
Χωρίς δράκους κανένας πειστικός.
Ειδικά ο πατέρας.
Το motto είναι προτροπή του Pound που διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια συνομιλίας του με τον σκηνοθέτη Pier Paolo Pasolini, η οποία κινηματογραφήθηκε για την ιταλική τηλεόραση και περιλαμβάνεται στο Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, μετ. Χάρης Βλαβιανός, Νεφέλη, 1991.
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Ελέγχω το παιχνίδι σου διακριτικά.
Η σκόνη διαπερνά το χώρο σαν ξίφος
και φυσάς τα μόρια
και γίνεται φως
για έτερο ιδίωμα.
Δεν αργεί ο αυτοθαυμασμός:
«Τι ωραία!».
Και να σου οι δυο μας στο χαλί
ναρκωμένοι απ’ τα γέλια.
Πού να ’ξερες καημένο.
Η ομορφιά είναι κεντρί για βίωμα.
Γι’ αυτό θα ζούμε πληγωμένοι.
ΤΟ ΚΡΥΦΤΟ
«Πού ήσουν κρυμμένος μπαμπά;»
Το παιχνίδι μας αυθόρμητα σπας
με τη ζωντανή απορία
και βγάζει το κρυφτό νοήματα.
Μια ζωή θα ψάχνεις.
Αλλά δεν κρύβεται καμιά σημασία
σε όσα τυχαία συναντάς.
Αν έχει κάτι ουσία
είναι τα ίδια μας τα βήματα.
Σ’ αυτό το παιχνίδι μοιραία
κάθε σιγουριά εκλείπει.
Η αγωνία μάς ανήκει τελειωτικά.