Απομακρύνω ήσυχα το υλικό μου.
Είναι κι ο ήλιος στη δύση του, διακριτικός κι αυτός.
Στοχασμοί φωταγωγούν την πορεία:
Ο απών, η απούσα, το απόν.
Γαλήνιος απέρχομαι φίλοι
μα λαμπροί παραμένετε και μ’ έπαρση.
Τις χλιαρές μου πλέον δέσμες αποσύρω
έκθαμβος που μου βγάζουν τη γλώσσα.
Author: webmachine
ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ
Βραδιάζει και αφημένοι στην αμμουδιά.
Ο ουρανός, η νύχτα ζωγραφίζουν
κι αυτοί γυμνοί, σαν ερωτευμένοι.
Η μνήμη ξέρει καλά το σώμα
και ήδη χρωματίζει τη δική μας στέψη.
Με κάνει σχεδόν ευτυχισμένο.
Γιατί αν ήμουν πράγματι
δε θα με θάμπωναν ζωγραφιές.
Ούτε καν μια σκέψη.
Τίποτα. Αληθινά τίποτα.
Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΠΛΟ
Ποτέ σου δεν άγγιξες όπλο
αλλά δεν έχει καμιά σημασία.
Η αγάπη είναι υπερόπλο.
Με ένα «όχι, σήμερα δε γίνεται»
κλείνεις με φιλάκια το τηλέφωνο
για ν’ αρχίσω τη ζωή την αιώνια.
Με σκότωσες κι απόψε λυρικά.
Πολύτιμος ο ουρανός, δε λέω.
Όμως για σένα διψούσα ο τρελός.
Για ελάχιστη και βέβαιη γη.
ΘΝΗΤΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ
Αποζητώ το στήθος σου μετά τον έρωτα.
«Ίδιος με βρέφος». Με συγκρίνεις μα είναι παρωδία.
Λίγη τριχοφυΐα και πολλές θνητές ανάγκες
πληγώνουν τον ύπνο με το δάχτυλο στο στόμα.
Είναι σημάδια πεντακάθαρα.
Ανίατα μεγάλωσα κι ας κρύβω άγουρα σκοτάδια.
Κι εσένα, τι καλά, δε σε πτοούν
πολεμικές λαβές στο κρεβάτι
ούτε κραυγές ηδονής.
Ειρηνικά να ζήσουμε ήθελα.
Το ξέρεις και όλα τα συγχωρείς.
Θέλω να πω, κάνεις το σώμα βεγγαλικό.
Δεν το σιγοκαίς ευλαβικά γι’ αθανασία.
ΓΛΩΣΣΑ ΤΡΑΒΕΣΤΙ
Ζόρικοι μύες κι εξωτικά νεύματα στον παράδρομο
καταλήγουν σε άδοξα και τετριμμένα μες στο αμάξι.
«Ορέγομαι την αθωότητα, δεν είμαι διαφορετικός»
απαντά στον καθρέφτη
αλλάζοντας με κραγιόν τις εντυπώσεις.
Στο αυτοσχέδιο σύμπαν του δεν ψεύδεται.
Μπορεί να τον εξάπτουν οι σκιές
αλλά τον μαγεύει πάνω σ’ ένα στήθος η ακουστική
που έχουν τα ζωντανά δάκρυα.
Μοιάζει αίφνης οικείος, κωμικά γυμνός.
Τι πιο φυσιολογικό. Μιλάμε την ίδια γλώσσα
και ψάχνουμε λίγη μουσική, όχι κρυφά νοήματα.
Βαθιά μας ο εξωτισμός μέρα νύχτα.
ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ
«Χωρίς το βλέμμα σου νιώθω άστεγος».
Τα ίδια και τα ίδια λες τις νύχτες
και σημαδεύεις το δέος.
Μα κάθε βράδυ ρίγη το πολύ να πάρεις
και όλο το ψεύδος πως τα πάντα σου έδωσαν.
Να δεις, στην ψυχή σου βρίσκουν το αγνό παιδί.
Ε βέβαια, εσύ θα τους πέφτεις βαρύς.
ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Όταν σε θέλω, ψάχνω το πρόσωπό μου.
Λεπτό δε σκέφτομαι εσένα.
Μωρό μου, αυτό είναι παιχνίδι.
Έλα, δώσε μια ευκαιρία στην αλήθεια.
ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ II
Ας ερχόταν ξανά.
Όπως είναι ή θέλω να φαντάζομαι.
Οι μόνες δυνατές εκδοχές αυτές μοιάζουν.
Και με νοιάζουν
όσο δε βλέπω τελικά μεγάλες διαφορές.
ΕΡΑΣΤΕΣ, XII
Με ανάσες λιώνεις μουσική, γιγαντώνεις τα χείλη.
Στα σεντόνια η άχνα μιας τύχης.
Πίσω από τη σάρκα μας ψυχές αντιστέκονται.
Άκου, άγρια τους μυς μην παίζεις.
Οι σπασμοί δε γυαλίζουν παραισθήσεις.
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
I. Έναρξη
Ο ουρανός απωθεί τα άστρα του
κι εμείς ικανοί να τα αγοράσουμε
όχι σαν μεγιστάνες μα σαν ερωτευμένοι
ευχές απλώνουμε για δίχτυ
και πετάμε ψηλά, ψηλότερα, φιλιά
που σκάνε σαν πυροτεχνήματα.
Κρυφογελάμε κατά διαστήματα
που όλα φαίνονται δικά μας.
II. Διάλειμμα
Aν ποτέ χωρίσουμε
όλα θα τα πάρω
τόσα όνειρα.
Έτσι γυμνό στην υγρή απουσία
θα με σκέφτεσαι
για ζεστασιά πιο πολύ.
III. Φινάλε
Kαι τα αστέρια τι ήταν;
Aποτσίγαρα απελπισμένων, πάει, τέλειωσαν.
Tότε γκάζωσες, αφήνοντας πίσω άγρια σκόνη.
Ήταν που όλα θα τα ’παιρνες.
IV. Προσεχώς
Διασχίζω τον αδυσώπητο καύσωνα.
Στο βάθος του δρόμου αχνίζουν νερά
όπως στα έργα του σινεμά γίνεται.
Tι σύμπτωση.
Έχω ανάγκη από σκηνοθετικά ευρήματα
για να φτάσω στην άλλη άκρη.
Aνοίγω περισσότερο τα βήματα.
Aς δω οτιδήποτε εκεί πέρα.
Έστω κι αν είναι η υγρή απουσία των όρκων.
Διψάω πολύ.
Eπιταχύνω το βήμα. Διψάω.
Δε θέλω νερά πεντακάθαρα.
Δώστε μου βρόμικες ψευδαισθήσεις.