Απαράμιλλος ήμουν.
Μοιάζει με αρχή ποιήματος.
Πώς ξεγελάει η ζωή.
Author: webmachine
71.
Στα πρωτοσέλιδα ούτε ένας υπαινιγμός.
Μα τι πλέον συνταρακτικό
από μια νύχτα με πανσέληνο;
Με συντροφιά τον γκιόνη, μερικά τριζόνια
α, ναι, και νυχτολούλουδα.
ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος
Οδυσσέας Ελύτης, «ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ»,
Τα Ελεγεία της Οξώπετρας
Η ξαφνική βόλτα με τα ποδήλατα
καταλήγει σε δραματικό αγώνα
ποιος θα προσπεράσει ποιον.
Πώς θα με φτάσεις παιδί μου
αν νιώθεις υπέρβαρη χαρά;
Η εξοχή μάς προκαλεί ψύχραιμα
να δρέψουμε τη δική της σοφία.
Και όμως δε φλέγομαι να ξέρεις πτηνά κι αγριολούλουδα.
Πώς ξεφυτρώνουν οι κίνδυνοι
θέλω να μάθεις οριστικά.
Στην ανηφόρα κιόλας επιβραδύνω
για να με φτάσεις θριαμβικά.
Πανίσχυρος μεταφράζω τι σκέφτεσαι.
Για σένα ο κόσμος γυρίζει στις ακτίνες μας
Τι ευτυχία.
Θα έχουμε φίλο το δρόμο και ηλιοβασίλεμα
κι επιταχύνω τη σκέψη για πανάκριβα δώρα.
Δε χρωματίζω πια στη φωνή μου εικόνες
παρά μόνο τη συμβουλή μου:
«Κάθε δρόμος έχει μια αίσθηση.
Την οδηγείς. Δεν είναι λίγο.
Σε οδηγεί. Είναι πολύ».
Σαν θεό με ακούς.
Πού να ’ξερες τι τέρας είμαι.
Το μόνο που βλέπω, πότε θα με ξεπεράσεις.
Λες και στο μέλλον σε μια στροφή.
σαν αυτή που ήδη χαιρετήσαμε
ενεδρεύει άλλη ευτυχία μυστική.
82.
Αισθάνομαι χρόνια αργότερα σαν ηθοποιός
τις μέρες με άδεια σχεδόν την πλατεία.
Μετά από ποιο γεγονός;
Είναι άνευ σημασίας οι τίτλοι των σκηνών.
Άλλωστε εναλλάσσονται τα έργα
και δε διαφεύγουν της προσοχής μου
οι πρόβες για το επόμενο.
61.
Απαράμιλλος ήταν.
Μα λεπτομέρειες τέτοιες δε χτυπάνε στο μάτι.
«Ουδείς αναντικατάστατος» θα πουν και τίποτε άλλο.
85.
Το χαμόγελο της εκφωνήτριας
όταν περνά στην επόμενη είδηση.
«Απανθρακωμένος βρέθηκε
τα ξημερώματα ο συνταξιούχος».
Έλλειψη ευαισθησίας;
Θα ’ταν μία πολύ πρόχειρη κρίση.
Απεναντίας πρόκειται, νομίζω,
για μια έξοχη προβολή της πιο ακλόνητης αλήθειας.
Μη στριμώχνεστε έτσι να δείτε τη ζωή.
Γιατί στο τέλος θα γίνετε είδηση, τέτοια είδηση.
ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ III
Να φύγεις. Τι πειράζει.
Με ό,τι βρίσκουμε μπροστά μας
ξαναφτιάχνουμε σωσίες
κι αφήνουμε προσδοκίες στο ανήμπορο μυαλό
να πρωταγωνιστούν σταθερά.
Κι όλα αυτά προς τέρψη των αναμνήσεων
−τίποτα δε γίνεται χωρίς κοινό−
που ξεχασμένες εκεί κάτω, στο παρελθόν,
διψούν για νέες καταστάσεις.
Να φύγεις.
Θα βρω έναν σωσία να τις ξετρελάνει.
Δε θέλουν και πολύ.
Ψοφάνε για παραστάσεις.
27.
Πες μου για το χίλια εννιακόσια εβδομήντα.
Εσύ που έγραψες
στην υπεραστική γραμμή των αναμνήσεων
−έτσι δεν ήταν;−
δεν έχεις ένα κέρμα πια για συνδιαλέξεις.
Παραφουσκώνουν και φεύγουν καραβάκια χάρτινα.
Καλά το θυμάμαι; Έλα, μη γίνεσαι λευκή σελίδα.
(Ακούγεται μόνο η εκπνοή των τσιγάρων.
Ακολουθούν οι σκέψεις, βαριές, παχύσαρκες.)
Ήταν ο μονόλογος κι είναι η αγάπη μου
και ειλικρινά δεν περιμένω κάτι χολιγουντιανό.
(Οι καύτρες έγιναν κι αυτές στάχτη.)
Απέκαμες πια, καραβάκι.
Αν γίνω όνειρο, ταξιδεύουμε πρώτη θέση.
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ II
Ικέτευα χάδια.
Ήρθαν δάχτυλα στιβαρά
πήραν αθόρυβα τα διαλυτικά τού χαϊδεύω
και με διέλυσαν.
Πάντως ήρθαν.
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ III
Οι νιφάδες γυροφέρνουν τη σιωπή
κατακάθονται στη νοσταλγία
και σιγολιώνουν σαν λέξεις
σαν κουβέντες ανθρώπων που μόλις αγαπήθηκαν.