MASERATI 3200 GT

Δεν μπορούμε να κατοικήσουμε τον Άλλο.
John Banville

Τα πίσω φώτα είναι σαν μπούμερανγκ.
Σχεδιασμένα για να κόβουν την ανάσα.
Φυσικά δεν έχουν καμιά προφανή σημασία.
Κανείς άλλος δεν κινδυνεύει παρά εσύ.

Γιατί αν δοθεί ευκαιρία να πιάσεις το τιμόνι
θα ξεχάσεις πρώτα πρώτα
ότι παραμονεύει και η άλλη όψη.

Αρκεί μόνο να γκαζώσεις μόνος
και πιστεύεις πως όλα είναι φανερά.

Βλέπεις, ό,τι είναι αλλιώτικο θαμπώνει
μα δεν οδηγεί αυτομάτως πουθενά.
Υπάρχουν αγκάθια πολλά στο δρόμο
για να μοιραστείς γυμνή τη χαρά.
Και δεν έχεις πιο ακριβή ανάγκη.

Έτσι είναι τα πράγματα, ήταν και θα ’ναι πάλι.
Κοφτερά συνήθως όπως οι άλλοι.

Η ΒΑΛΙΤΣΑ

Είναι εγωκεντρικό / ν’ αγαπάς, όχι τον κόσμο,
αλλά τα ινδάλματά σου αυτού του κόσμου;

Mark Doty, «Στον Καβάφη», Turtle, Swan

Emily ο ύπνος μοιάζει πια με θαύμα.
Είμαι, λέει, κάθε νύχτα στην Αλεξάνδρεια
ως γηγενής της Αιγύπτου1 και αφόρητα νέος
στις διαταγές του Καβάφη.
Είναι άρρωστος και τον ετοιμάζω για το νοσοκομείο.

«Αυτή τη βαλίτσα την αγοράσατε πριν τριάντα χρόνια
ένα βράδυ βιαστικά
για να πάτε στο Κάιρο για διασκέδαση».
Το λέω χωρίς νοσταλγική πρόθεση
πιο πολύ για να σπάσω τη σιωπή.
Λες και είναι η ατμόσφαιρα εύθραυστη υπόθεση.

«Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».2
Τα λόγια του θυμίζουν επική απαγγελία.
Κάθε βραδιά ο ίδιος απόκρυφος διάκοσμος.
Ένας ακραίος εφιάλτης.

«Κάλλιστα» μειδιά τέλος εκείνος και απέρχεται.
Ο τεχνουργός του λόγου βιώνει σαν αλήθεια μεστή τη φθορά
και συνιστά σοφές αποσκευές.

Βλέπεις Emily η ζωή μας απαιτεί πολλή φαντασία
και λιγότερες ενοχές.
Στο κάτω κάτω ένα ταξίδι είναι.

1. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μετά τη γνωριμία του με τον Κ.Π. Καβάφη στην Αθήνα το 1901 γράφει για τον ποιητή: «Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου…», Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Κ.Π. Καβάφη», Διαβάζω, τεύχος 78, 5.10.83, σελ. 24.
2. Ο διάλογος βασίζεται στις αυτόγραφες σημειώσεις της Ρίκας Σεγκοπούλου, ό.π., σελ. 34.

Το motto του Mark Doty μετέφρασε ο Δημήτρης Παπανικολάου στο περιοδικό Ποίηση, τεύχος 24, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2004.

38.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ

Συνοψίζοντας: η θάλασσα, οι σταγόνες που κοσμούν τη γύμνια
σαν φλας απαθανατίζουν την έκσταση.
Ήταν ελληνικό το καλοκαίρι μας. Βαθύρριζο.
Κι εμείς εκτεθειμένοι στη λάμψη του χρόνου:
«Τις οίδεν ει κάτωθεν ευαγή τάδε;».1
Σε πολύ ελεύθερη απόδοση:
«Θά ’ρθει ό,τι θά ’ρθει κι αν εγώ σιωπήσω».2

1. Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στίχος 521: «Ποιος ξέρει αν έχουν αυτά πέραση εκεί κάτω», μετ. Ι.Ν. Γρυπάρης.
2. Σοφοκλέους, Οιδίπους Τύραννος, στίχος 341: «ήξει γαρ αυτά, καν εγώ σιγή στέγω», μετ. Ι.Ν.Γρυπάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι.Δ.Κολλάρου & Σίας Α.Ε.

95.

Ξυλάρμενες σιωπές
πλησιάζουμε
όπου να ’ναι θα βουίξει ο τόπος.
Η πολύπλαγκτος1 ελπίς του Σοφοκλέους
αντέχει στο ίδιο βάθος με το χρόνο.
Είναι η σημαία μας.
Την ατενίζουμε στα διαστήματα υπό σκιάν.
Επειδή είμαστε άνθρωποι και τον Κρέοντα
τραγωδία κάνουμε μ’ άλλο όνομα.

1. Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στίχος 615: «Η άστατη».

ΟΛΑ ΓΝΩΣΤΑ

μνήμη Τάσου Μήνη

Πάλι μεσάνυχτα σε σιγοπίνω σκέψη.
Ξημερώνει 17 Νοέμβρη.
Ένας αδέσποτος κρότος διασχίζει το δρόμο
ανυψώνεται   ζητεί άσυλο.
Θα του ανοίξεις μυαλό;

Κοιτάζω από τα εύλογα παράθυρα
μήπως λυθούν οι απορίες.
Αιώνια ψάχνω το νόημα.
Τα φώτα   η κίνηση   πασίγνωστα
μα τόσο αδύναμα ν’ αποκαλύψουν
την πηγή του αναπάντεχου.
Μάλλον η εξάτμιση μιας μηχανής
σε ύφος άγρυπνης στιγμής
ήταν σαν χτύπημα τρομοκρατών.

Το ξέρω, γρήγορα θα πτοηθώ να βλέπω
ν’ απαιτώ για  όλα εξηγήσεις.

Δεν είναι πάντα ζητούμενο οι απαντήσεις.
Και η τροχιά μας σ’ ένα σχήμα εννοιών
όπου όλα τετραγωνισμένα
ακόμα και τα σύμβολα
γίνεται φαύλος κύκλος.
Κι όμως υπάρχουμε για να θέτουμε ερωτήματα.
Καμιά φιλήσυχη τάξη δεν παραμονεύει.

Μηχανικά βλέπω τις φωτεινές επιγραφές.
Δεν υπαινίσσονται. Απρόκλητα λένε
Μη φοβάσαι την επιθυμία.
Παράξενο, τρέμω και ας μη φυσάει.
μπροστά σε ό,τι ενεδρεύει.

Φαίνεται σχεδόν αφύσικο να νιώσω
τι ’ναι αυθεντικό και μου ανήκει
ώστε πια να μην το πολεμάω.

Κανονικά χρειαζόταν ψυχρό αεράκι
αφού το φθινόπωρο περασμένο
και σ’ αυτή την ιστορία
όπως τότε το ’73.
Άκου κανονικά. Τι εύρημα.
Ευτυχώς οι εξαιρέσεις μάς προσγειώνουν στο αυτονόητο:
Ποια ομαλότητα διασπά τις ιδέες
όταν πρόκειται να εκραγούν.

Αλήθεια, πώς γεννιέται μια ιδέα ή μια ιστορία;
Άραγε υπήρξα το μακάριο παιδί που θυμάμαι
ή μήπως είναι κι αυτό εφεύρημα;

Παραείμαστε τρυφεροί με την ανάμνηση
κι εκείνη μεγεθύνει το ασήμαντο.
Από μια πλευρά πολύ σοφά.
Καθεμία εποχή περιμένει δικαίωση.
Και όταν ο χρόνος μοιάζει χαμένος
ζητά συχνά ψευτοεδραίωση.

Να τος πάλι, διψά γι’ αναμετρήσεις ο έρημος χρόνος.
Ποτέ δεν είχε για μένα ή για σας άλλο τρόπο.
Άλλη ματιά να στρέψει στη φύση
και άλλη στο δικό μας ανώτερο ίσκιο.
Μια και όλα είναι ρίσκο αψηφώ τις συγκρίσεις.
Στο τέλος δεν απομένει παρά το αίσθημα, μια αίσθηση
μια πτυχή που έδωσε το βλέμμα στα πράγματα
και τ’ αποκαλούσαμε δεδομένα.
Δικά μας σχεδόν.

Μια τελευταία εικόνα σαν εισπνοή
πριν ξαναβρεθώ στην πεζή πολυθρόνα.
«Πόση ώρα ταξιδεύεις στο χρόνο;»
σαρκάζουν τα ξέφρενα δευτερόλεπτα.

Όποτε βλέπω καθαρά
διακρίνω στα βαθιά μου νερά ένα είδωλο.
Είτε συμβολίζει μια ιδεολογία είτε τον έρωτα
με καταδιώκει σαν τύψη απρόβλεπτα
κι επιδιώκει το θρίαμβο στην ψυχή.
Δεν τη φοβάται κι ας είναι παντοδύναμη.

 

Κι εσύ ψυχή σαν τον Οιδίποδα τυφλά
στρέφεσαι στο είδωλο, αυτή τη Σφίγγα.
Είναι μια ύλη αστρική, πεπρωμένη
και μ’ αινίγματα οπλισμένη.
Και κάθε θνητός δεσμώτης.
Ως πότε;
Με την κραυγή «Δεν υπάρχεις!»
θα μπορούσε κανείς να τη σκοτώσει.
Να ελευθερωθεί.

Μα οι λέξεις δεν είναι παίξε γέλασε.
Κι ίσως ελευθερία δεν είναι η άνοδος στο φως
αλλά μια κάθοδος στο πιο κυτταρικό σκοτάδι.

Όσο για τη γνώση μοιάζει κάποτε ονειρική.
Τυχεροί που είμαστε.
Τα όνειρα προκαλούν κάθε τυχόν ερμηνεία.
Και η ζωή στηρίζεται σε υποθέσεις
για να γίνει διαρκής αφετηρία.

Ερμηνείες, υποθέσεις, αινίγματα.
Αυτό είμαστε λοιπόν
ένα άπληστο πεδίο.
Κοινοί θνητοί μα ικανοί να βιώνουμε τα πάντα.
Κι όμως δεν πρόκειται για δράμα
αλλά για μια μάσκα κωμικά φτιαγμένη.

Κακά τα ψέματα. Φτάνοντας στο αμήν1
μπορεί και να πάρουμε το ύφος τυράννων.
Βλέπεις, κάθε ύπαρξη δείχνει σπουδαία
αν με λίγη μαεστρία ξαφνικά κατορθωμένη.
Ώστε όλα είναι στο χέρι μας.
Αυτή η φρίκη τι φορτίο.

Η φρίκη και η τυραννία
μ’ εκτοξεύουν στο ’73.
Σε μια σφαίρα εξωπραγματική
όσο και οι εθνικές επέτειοι.
Είμαι δέκα χρονώ εκείνο το Νοέμβρη.
Σαν παραμύθι τέσσερις στίχοι:

1. «Δεν μπορείς να γράψεις ποίηση άμα δε φτάσεις πρώτα στο αμήν», Ezra Pound.

 

Παπαδόπουλε φασίστα
πάρ’ τη Δέσποινα την πλύστρα
πάρ’ τη Δέσποινα και μπρος
δε σε θέλει ο λαός.

«Όταν έτσι τραγουδάς, το άπειρο χωράει στο νου
και οι πύλες του ανέφικτου μπορεί να πέσουν.
Οι Συνταγματάρχες πώς θα μπορέσουν
με τις ερπύστριες ν’ αλλάξουν τον ρου;
Ένα μόνο μην ξεχνάς μικρέ.
Γεννιόμαστε για να πετάμε
και όλο μηχανευόμαστε φτερά».

Αυτές οι μνήμες χαρίζουν ευεξία.
Αν και δε βάζω το χέρι στη φωτιά
πως μου είπες ποτέ τέτοια λόγια.
Έτσι κι αλλιώς πραγματικό είναι ό,τι αναζητούμε.

 

Κι εκείνη την εποχή –ή μήπως κάθε χρονική στιγμή;–
ποιος μπορούσε ποιος μπορεί
να βλέπει την πραγματικότητα γυμνή.
Μια οπτική σαν τη δήλωση του Ποιητή:
Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει.
Είναι εθνική επιταγή.2

Μετά το Πολυτεχνείο είσαι παράνομος.
Σε θυμάμαι κλεισμένο στο άλλο δωμάτιο.
Ο Ιωαννίδης να πλανιέται σαν μολυσμένος αέρας.
Άραγε θα μπει και σπίτι μας;

Οι ώρες τα βράδια ηχούν με Ντόιτσε Βέλε.
Είναι παράδοξο
η προσδοκία ξαναζεί από τη Γερμανία
όχι ο θάνατος3.
Και τα Ες Ες πώς άλλαξαν όνομα και στολές.
Έγιναν ΕΑΤ/ ΕΣΑ και είναι δικά μας παιδιά.
Είμαστε λοιπόν όλοι Ναζί;

2. Απόσπασμα από την περίφημη δήλωση που έκανε ο Γιώργος Σεφέρης ενάντια στη Χούντα στις 29 Μαρτίου του 1969.

3. «Ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία», Paul Celan, «Φούγκα του Θανάτου», μετ. Αντώνης Τριφύλλης, εκδ. Πλέθρον, 1983.

 

Το μέλλον είναι αόρατο. Ολόιδιο με το νέο δικτάτορα.
Σαν τις δυο μέρες στο πρώτο σου κρησφύγετο
θα μείνει κι ο ορίζοντας κλειστός;

Όχι, σε λίγους μήνες θα μιλάμε απογειωμένοι.
Οι φοιτητές με λέξεις ομηρικές μεγεθυσμένοι
Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία
σαν να σμίλεψαν συνειδήσεις.
Μα πρώτα ζήτησαν ουρανό
όσοι προχωρούν στα σκοτεινά.
Τους είπανε ήρωες4 και το ξεχνάμε.
Τι να σημαίνει και ποιοι είναι ήρωες.
Πόσοι δέχονται τη ζωή σαν πρόβλημα;
Έχουμε βάρος ειδικό και αναγκαιότητα
ή μας ορίζει μια στυγνή τυχαιότητα;

Έτσι, δεν κρύβω θαυμασμό για τον απρόσωπο λαό.
Όποιος έχει στα σπλάχνα χαλασμό5 και ουσία
μεταμορφώνει την ωμότητα.
Στη γη αποτυπώνει ένα πρόσωπο έναστρο.

4. «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά», Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός», Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’.

5. «Νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η προς την Πατρίδα αγάπη μου».

 

Κι έχει σημασία στα Επίκαιρα της εποχής
αλλοτινής κι αυριανής
όταν διακρίνεις τον ίδιο λαό6
να δοξολογεί κάθε Παττακό.
Η γνωστή παλιά ιστορία.
Δεν αλλάζουν μόνο οι σκοτεινές εποχές προσωπεία.

Σαν χτες ο ναζισμός και ο φασισμός.
Σήμερα, αλήθεια, ποιος;
Τότε αγνοούσα τη διαλεκτική.
Ούτε καν σκεφτόμουν το δώρο για τα Χριστούγεννα
ένα θρυλικό ζευγάρι γάντια τερματοφύλακα.
Αν και μικρός, είχα του Αχιλλέα την μήνι.
Ναι Τάσο Μήνη πώς ήθελα να μ’ έχεις φύλακα
σ’ ένα ντέρμπι ζωής και θανάτου.
Γιατί παιχνίδι μού φαινόταν ο αγώνας σου.

6. «Φοβάμαι / τους ανθρώπους που εφτά χρόνια / έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι / και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου / βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας / “Δώστε τη Χούντα στο λαό…” […] / Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. / Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο», Μανόλης Αναγνωστάκης, ποίημα γραμμένο το Νοέμβρη του 1983 που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.

 

Πόσο μοιάζει μ’ ευλογία
να νιώθεις στο πετσί την αδικία.
Και με πείσμα παιδικό ν’ αγωνιάς
αν θα μιλήσεις κάποτε καθαρά
εάν θα ζήσεις ποτέ ξάστερα.

Στην πολυθρόνα μου ξανά και όλα μοιάζουν πολύπλοκα
γιατί δεν είμαι πια δέκα χρονώ.
Τίποτα δεν είναι ανώδυνο
αν θες να ζεις με λογισμό και μ’ όνειρο7.

Στην τηλεόραση τώρα βουλιάζω σε σφαγές
και αθάνατες διαφημίσεις.
Αλλάζω ναρκωμένος τα κανάλια.
Καθόλου ήχος. Μόνο εικόνες.
Και συγκίνηση καμία.
Ασφαλώς έχουν δίκιο όσοι λένε
πως μια εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις.
Όμως να, χίλιες εικόνες οδηγούν σε αφασία.

7. Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Γ΄, 1.

 

Τι ν’ απέγιναν εκείνα τα γάντια και τα οράματα;
Στις μέρες μας είναι κρυπτογραφικός κάθε σκοπός.
Κάποτε ο εχθρός είχε τουλάχιστον όνομα.
Έστω κι αόρατος έδινε στόχο.

Τι άστοχη εξήγηση.
Αν όλα τόσο πρόθυμα τα δικαιολογώ
στο τέλος θ’ απομείνω χωρίς εαυτό.

Είναι σαν αλήθεια στο χρόνο γραμμένη
ελεύθεροι να ζούμε πολιορκημένοι
μια και στοχεύουμε το άγνωστο.

Και είναι φυσικά κοινό μυστικό.
Ψηλά το φως ακμάζει
αλλά και το χαμηλό σκοτάδι
γιατί δεν είναι δύσκολο να καταπέσεις.
Μα τι με νοιάζει.

 

Καιρός για καμιά αυταπάτη.
Στο τίποτα δεν πρόκειται να ενδώσω.
Θ’ ανυψωθώ κι ας σαρωθώ.
Ας είναι το φως.
Ας είναι το σκοτάδι.
Ας είναι κάτι.

16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1968

μνήμη Αλέκου Παναγούλη

Αν οπόταν πεθαίνη / πονηρός βασιλεύς /
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον, / ήθελον μείνει ολίγα / ουράνια φώτα.
Ανδρέας Κάλβος, Λυρικά,
Ωδή έκτη [XVI], «Αι ευχαί», ε΄

«Πρωτοβουλία Μητροπολιτών ετελέσθησαν χθες
δοξολογίαι εις Μητροπολιτικούς Ναούς της χώρας
επί τη διασώσει του κυρίου Πρωθυπουργού». 1

Δεν αναφέρει το δημοσίευμα
τι στάση κράτησαν οι πιστοί.
Εξυπακούεται. Κατάνυξη και γονυκλισίες.
Όχι δα να κάνουν αντίσταση.

Και με δημοκρατία η ζωή
λίγος παράδεισος, κόλαση πολλή.
Αυτό κι αν είναι δοκιμασία.

Επαρκούν οι μεγαλόσταυροι
και το πλήθος εισακούεται
σε κάθε περίσταση.
Λένε μάλιστα καλού κακού:
«Είναι τα επίγεια συναφή με τα ουράνια.
προσιτά σε εικασίες».

Α, μην
είστε απόλυτοι, ήθελα να πω.
Μα εν χορώ τη φωνή μου παρακούνε σαν αμήν.

Κατά το δοκούν ερμηνεύουν Γραφές και γραφές.
Δε νιώθουν ποτέ διχασμένοι.
Γι’ αυτό δε συγκινούνται από καμιά θυσία.
Ξέρουν καλά πως για μας
οδυνηρά μεγαλεία καραδοκούν.
Και ανίσχυρες ασπάζονται, φιλήσυχες ζωές.

1. Το απόσπασμα από την εφημερίδα Τα Νέα αναφέρεται στην απόπειρα δολοφονίας του αρχηγού των Απριλιανών Γεωργίου Παπαδόπουλου που επιχείρησε ο Αλέκος Παναγούλης στις 13.8.1968.

ΝΕΟΤΗΤΑ, Ι

Στο χάος της μνήμης αθώα καλοκαίρια
όταν στο φράχτη ανεβασμένοι απογεύματα
μαντεύαμε ήχους οχημάτων.
Γιωταχί θα ’ναι ή φορτηγά;
Απλά ερωτήματα, σίγουρη ζωή, δυσκίνητος χρόνος.
Δεν ξέραμε τότε προορισμούς.
Γνωρίζοντας σταδιακά παράφορες λεπτομέρειες
βάρυνε η έξαψη του παιχνιδιού, αγριεμένες οι ώρες.
Έκτοτε, κι η νύχτα βιαστική.

ΠΡΕΖΟΝΙΑ

Φαίνονται χωρίς στοιχειώδη εξάρτυση
να πέφτουν σε εξαρτήσεις και θανάτους
ούτε καν πια πρωτοσέλιδους.
Αίτια και λύσεις δεν ανατέμνω.
Ας έχουμε κατανόηση ζωντανοί.
Ελπίζω αναίτια τα μέγιστα.

ΕΡΑΣΤΕΣ, IX

Ελάχιστες κορυφαίες στιγμές.
Για τον ένα μοιραία κατάληξη.
Μουσική διαρκείας για τον άλλο.
Ώσπου να συμπέσουν οι γνώμες
δε διατρέχουν κινδύνους.

2.4.2000

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Στρίβοντας δεξιά στο πρώτο στενό όπως μου είπαν
έχοντας ήδη βγάλει το φλας, την είδα αίφνης.
Ήταν, πώς να το περιγράψω
εκθαμβωτική και σ’ απορροφούσε.
Πανσέληνος. H μοναδική τελεία που
αν και χωρίς κάθετη γραμμή
δεν είναι παρά ένα θαυμαστικό.
Eίναι πράγματι τέλεια
αλλά ευτυχώς για μας μπορούμε
υπό την επήρειά της
να φτιάχνουμε σχήματα λόγου.
Παραπλήσια ολόφωτοι για μια στιγμή.