ΕΡΑΣΤΕΣ, XI

Ευρηματική ανάγκη παίζει στο δέρμα.
Η δίψα μας, πρωτόγονη, διασπά ένοχα μυστικά.
Συμπαγής έλξη συνειδητά διαλέγει
το χρόνο για αντίπαλο.
Αν και αήττητος, καθόλου απρόσιτος.
Γι’ αυτό φαντάζει στα μέτρα μας.

54.

Στην πρώτη επαφή με τη θάλασσα
βυθίζω το φορτίο με την ένδειξη
ΠΡΟΣΟΧΗ! ATTENTION!
Βγαίνοντας κατόπιν χτενίζω τα μαλλιά
με δάχτυλα υγρά, όσο να ’ναι, από τις τύψεις.
Έπειτα στέκομαι ακίνητος
σιγή να τηρήσω ενός λεπτού.
Όχι για όσα έφυγαν στο βυθό αλλά για εκείνα
ξέρεις, τα σπουδαία που δεν έφτασαν ποτέ.
Τέλος κάνω μεταβολή
υπερήφανος που κράτησα τους τύπους.

66.

Πλήρης άυλων αγαθών.
Όλων εκείνων που για χάρη τους
η ζωή σφύζει, για χάρη τους ξεφλουδίζουν οι ελπίδες
ανέκαθεν εκτεθειμένες στο έλεός τους.
Τα άυλα αγαθά. Αμύθητη περιουσία
στη γη της Επαγγελίας, των μύθων.
Αλλά εδώ κάτω η α-πορία, διάσημη και τραγική
δεν περιμένει κληρονομιές ξαφνικές.
Ούτε βέβαια φιλανθρωπίες.

102.

«Τη θάλασσα ποιος θα την εξαντλήσει;»1
στέναζε ο περίφημος νεκρός.
Θα εξατμιστούν κάποτε προβλέπουν οι επιστήμονες
διαβάζω σήμερα και μένω ενεός.
Κι οι επιμένοντες να γίνουν
«γλαυκοί δωρητές του πελάγους»2
σκιαμαχούν με το άπειρο και τη σημαία καθενός.
Να που τίποτα δε μένει όρθιο.
Τα πάντα ρει, κοσμιότερη διατύπωση.
Θα την επέλεγα αν στην πιο κάτω γραμμή:
Κι η στύση όλο αναίδεια θα καταπέσει.
Ηράκλειτε φίλε μου καταλαβαίνεις;
Ακόμη κι όταν δεν είμαστε αμαθείς
ημιτελή καταλείπουμε τόσα σχέδια
προσβλέποντας σ’ ωκεανούς και θάλασσες.
Πόσο βαθιά μάς ζαλίζουν
και νιώθουν τη δίψα μας για το εκεί πέρα.
Όχι, δεν υπαινίσσομαι τ ’ άστρα και τα φεγγάρια
μα κάτι εγγύτατο στην όψη μας εν αντιθέσει
με νυχτωμένους ουρανούς και τα τοιαύτα.
Επιστημονικά, ποιητικά τερτίπια, ακούγεται ο νεκρός.
Πότε ήρθε πλάι μου;

1. Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα, Κ’ [ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ].
2. Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, «Αιθρίες», ΧΙV.

80.

Νομίζω, μα ναι, ακούω το σφύριγμα.
Ο άνεμος προ των πυλών.
Τώρα να δω πώς θα κάνεις να ωχριούν
όσα μια ζωή τρέχουν πίσω του.

68.

Το αγαπημένο μουσικό θέμα σφραγίζει τα χείλη
να μην πω, να μην προλάβω και πω ούτε μια λέξη
κι η πολυπόθητη ευτυχία ξαφνιασμένη
στρέψει την πλάτη.

67.

Αναμφισβήτητα κι εγώ σ’ αγαπώ.
Επειδή σε συντάσσω με δοτική.
Αγαπώ τινί σημαίνει αρκούμαι.

ΑΛΛΟΘΙ

Δεν είχα πει «παντοτινά» και το αισθανόμουν.
Σε αντιφάσεις να περιπέσω, προς τι;

72.

Δεν υπογραμμίζουμε τη λάμψη των άστρων τόσο
όσο τη μαρμαρυγή του σώματος.
Οι σταγόνες του διάσπαρτες ακτινοβολούν σαν καλοκαίρι
καθησυχάζοντας τη θάλασσα.
Κυρίως δε λέμε ο έχων ους ακουσάτω.
Η ευτυχία είναι εκ γενετής μη απευθυντέα.

69.

Κατακόκκινος σαν ήλιος ή μάλλον σαν αίμα
πρόθυμο να χυθεί υπέρ βωμών και εστιών.
Τι εξόφθαλμη αδικία με φλέβες και αρτηρίες
να πηγαινοέρχομαι σταθερά
στην καρδιά του μεγάλου τίποτα.
Και τι αδυσώπητη εμμονή, χωρίς τυμπανοκρουσίες
ή πανηγυρικές περί δικαίου αυταπάτες,
συντηρεί ζωντανές τις ελπίδες
και όσα με προβάλλουν κατακόκκινο σαν ήλιο.