16.

Όνειρο

Αναζητώντας ύφος για την επόμενη πράξη
εκδοχές σωρεύονται και αναμένουν:
θεατές, απόψεις κι εκείνο το εύγε
σαν προέκταση χρονική.
Τελευταία ματιά στον καθρέφτη.
Άπληστο σώμα επιτέλους απηχείς την αποκάλυψη.
Πολυμήχανο, σε οδυνηρούς κατέφυγες θεούς.
Ορμητήριο μύθων, να τοι λοιπόν οι άλλοι
έρχονται, πλησιάζουν, κατέφθασαν.
Λυσσομανούν οι προτιμήσεις κι εκτινάσσονται.
«Είναι η σειρά σου να βγεις», αφυπνίζομαι.
Ξεχάστηκα πάλι και πρέπει να βγω στη σκηνή.

73.

Ο πανδαμάτωρ, σε όλους τους καιρούς ο δεξιοτέχνης
εισχωρεί μέχρι αυτά τα λόγια – το κόκαλο.
Κάθε γραμμή στο έλεός του, κάθε στιγμή στη γραμμή
στην ουρά, αγκομαχούν για μια θέση, έστω όρθιοι.
Ο πανδαμάτωρ συγκατανεύει, σχεδόν τρέχει μαζί τους
τους πιάνει απ’ το σφυγμό, μουντζουρώνει τα πρόσωπα
στα σώματα τέλος κρέμεται σαν κουρέλι.
Ο παναδαμάτωρ, αυτός ο ίδιος, ο προαιώνιος φόβος.

SOS

στον Δημήτρη Χαραλαμπόπουλο
της δεκαετίας του ’80

Σκοτάδι και αναλαμπές.
Η περιγραφή σαν τίτλος αλλά μόνο σαν.
Απλώς ταξιδεύω νύχτα με θάλασσα
κι ένας φάρος υποσημαίνει
εδώ τα μοιραία.

Στη γλώσσα του νερού φιλικός
εκπέμπει μια αίσθηση SOS.

Στο κινητό μου συγγενής ήχος:
«Νέο μήνυμα. Ανάγνωση;».
Στο τέλος υπογράφεις «ο σος»
ο δικός σου όπως μαθαίναμε στ’ αρχαία.

Εκτός αν κάτι άλλο σημαίνει.
Σε κάθε τόπο, σε κάθε γλώσσα, με κάθε τρόπο
οι δικοί μας στα δάχτυλα μας παίζουν.
Αυτός κι αν είναι κίνδυνος.

ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ ΔΟΞΑ I

Πρώτη φορά με πιάνει κόκκινο στο γραφείο σου.
Ηχούν φρένα και πνοές για ζωτικό χώρο
σαν να μην πέρασε λεπτό έκτοτε.

Είμαι πηλός αμετανόητος, μ’ εξυψώνει το παραμικρό
αλλά εκεί στον κόσμο σου
βαραίνει η κουρασμένη μας δόξα.

Κάθε νοσταλγία σπασμένο παιχνίδι στα χέρια μας
κι εμείς καθόλου παιδιά.

Απότομα προσγειώνομαι στο δρόμο.
Κορνάρουν κι οι άλλοι από πίσω.

Πάντα φασαρίες κάνουν για το αυτονόητο.
Ποιος δεν τρέχει γυμνός στο άγνωστο
να θέσει φαντασία σε τροχιά.
Πώς αλλιώς να βρεις θέση και ροή στο χρόνο.

ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ

Τι σημασία τα φθαρμένα του ρούχα.
Είναι παιδί ζάπλουτο.
Θυσία γίνεται.

ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΗ ΔΟΞΑ II

Τα βήματα οδηγούν δρόμους.
Απέναντι στο γραφείο σου πάλι, πεζός σαν τις μέρες μου.
Κοιτάζοντας ψηλά το μύθο σου με θέλγουν ιδέες
καθαρές σαν οξυγόνο.
Καθόλου δεν ωφελεί.

Η διαυγής επιδερμίδα σου θολώνει τη σκέψη
δυσκολεύει την αναπνοή.

Λιμνούλες εγκάρδιες, αξιοθέατα πτηνά και πράσινο
στο ύψος στέκονται της απουσίας σου.
Γιατί εδώ κάτω στην επιφάνεια παντού κρυφές αιχμές
και λύεται η συνέχεια και άλλη παίρνουν τα γεγονότα υφή.

ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ, ΙΙ

Aντηχούν κύματα στα στεγανά της μνήμης.
Σπάζοντας το φράγμα του απέραντου
αύτανδρες ιδέες στα καθημερινά θα στραφούν.
Νοήματα θνητά και σώματα χειροπιαστά σαν να λέμε.

ΜΕΓΕΘΥΣΜΕΝΗ ΗΧΩ

Tη φύση του ανασκάπτει σαν φιλόσοφος
και ήχο κρούει αδειανό στο μέταλλο της φωνής του:
«Είμαι τελικά ο Κανένας;».
Μεγεθυσμένη ηχώ αντικρούει το σύμπαν
αρμονικά σαν απάντηση.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Σαν σήμερα παίζαμε τραγούδια.
Ξαπλωμένοι σε τοπία διαφυγής.
Τα μάτια κλειστά.

Φανταχτερά φιλιά, αναίμακτα χάδια
ψιθύριζαν μιαν άλλη ορατότητα
και χανόμασταν σ’ έναν ορίζοντα ηχηρό
σαν ράπισμα στο μηδαμινό μας χρόνο.

Νότες σκληρής αφής
θα έκρουαν θύρες μεγαλείου.

Η μουσική ανένδοτη.
Σ’ ένα τελείως παράφωνο σύμπαν μάς μάγεψε.

Σήμερα εσύ το λες αυταπάτη.
Εγώ σκέτη απόγνωση. Από τότε.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ I

Όσο περνά ο καιρός, διογκώνεται
ο ζωτικός χώρος της νοσταλγίας.
Ανίατος πάθησις, γνωματεύεις
−λες και γιατρεύονται οι αγωνίες−
ενώ μπορούσες στοργικά να πεις:
Απλώς το δέρμα αφήνεται
κουρασμένο και ανήμπορο
στα πιο μαλακά δάχτυλα του χρόνου.