ΝΕΟΤΗΤΑ III

Στην κόψη ακραίας νεότητας
σχοινοβατούν τυφλές επιθυμίες.
Με ακριβά θεάματα διαπερνώ το χρόνο.
Καθεμία αίσθηση συμβάλλει.
Όσο για τον άρτον, κερδοφόρος ο βίος
όταν κατά τι πλουσιότερη
πάλλει με σθένος η φαντασία.

Η αλήθεια γυμνή

της Ασημίνας Ξηρογιάννη
Bookstand, 02.07.13

Με τόσα λόγια

ντυμένο το αίσθημα

για να γυμνωθεί.

Στο έκτο ποιητικό βιβλίο του ο Άγης Μπράτσος επιλέγει να μας κοινωνήσει διανοητικές και συναισθηματικές εμπειρίες μέσω του χαϊκού. Στην αρχή του βιβλίου ο στίχος του Walt Whitman (Leaves of Grass, “Song of Myself”): “When I give, Ι give myself”. Για όσους αναγνώστες δεν θυμούνται ακριβώς, το χαϊκού (ιαπ.: 俳句, “αστείος στίχος”) είναι μια ιαπωνική ποιητική φόρμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο.

Πειθαρχώντας λοιπόν στην φόρμα του ιδιαίτερου αυτού είδους (κάνοντας μόνο κάπου κάπου μικρές παρατυπίες στη μορφή), ο Μπράτσος πετυχαίνει να μεταδώσει μεγάλες αλήθειες, κάνοντας ταυτόχρονα τον αναγνώστη να αισθανθεί. Λιτός και σαφής εκ των πραγμάτων, ουσιαστικός, άκρως στοχαστικός και διαυγής, δίνει τίμια τη μάχη του με την καθαρότητα και τη λευκότητα και την κερδίζει. Φιλοσοφεί ποιητικά πάνω στην τέχνη, τη ζωή, τον έρωτα, τη φύση και ερεθίζει στο έπακρο τη σκέψη μας. Τα «Τόσα Λόγια» ακουμπούν την ψυχή μας, μάς δίνουν τροφή για τόσες σκέψεις και τέτοιο προβληματισμό που είναι σαν αόρατα να ξαναγράφουμε το βιβλίο μέσα μας.

Συμπυκνωμένη σοφία, καθολικά τα μηνύματα. Χαϊκού που αξίζουν να διαβαστούν ξανά και ξανά.

.

Για το σώμα “κιχ”.

Πνευματικοί άνθρωποι

λεν και ξενοιάζουν.

.

Τότε πεθαίνεις.

Όταν το αδύνατο

αδύνατο λες.

.

Όλο ζητάμε

αλήθειες. Μα η ζωή

φλερτάρει μύθους.

.

Με λέξεις οικείες ανοίκειο το βλέμμα του ποιητή.

.

Πραγματικότης

Πεδίο διασάλευσης

για τις αισθήσεις.

.

Ουκ ολίγες φορές συνδιαλέγεται με τη Φύση και τα στοιχεία της:

.

Χιονοστρόβιλος.

Μια πλημμυρίδα χάους

χωρίς φανφάρες.

.

Ο ανθόκηπος

πλήρης νοήματος και

ασυγκίνητος.

.

Κι όμως το σύμπαν

κυρίως υποθάλπει

τόση έπαρση.

.

Κάποιες φορές “παίζει” με τις λέξεις, γίνεται κάπως ειρωνικός, ανάλαφρος και χιουμοριστικός, εναλλάσσοντας το ύφος του:

.

Με μύγες παχιές

σαν τί να θες Αύγουστε;

Καιρός να φεύγεις.

.

Πολύ εκτιμώ

στη λύπη τη διάρκεια.

Ποτέ δε λείπει.

.

Τι λες τζιτζίκι

η κάθε μέρα γιορτή;

Δεν θα ‘σαι καλά.

.

Κάποια χαϊκού είναι αυτοαναφορικά, αφού έχουν να κάνουν με την ποιητική τέχνη, τον ποιητή, το ποίημα. Είναι σαν μικρά ποιητικά δοκίμια-ορισμοί ή και αφορισμοί, πραγματικά κοσμήματα. Η ακρίβεια του Μπράτσου είναι εκπληκτική. Η οικονομία του επίσης. Τίποτα λάθος, τίποτα περιττό, τίποτα φλύαρο μέσα στα χαϊκού του. Όλα έχουν τη λειτουργική τους θέση. Αόρατες διακειμενικότητες, αποστάγματα ομορφιάς και φωτός:

.

Για τους ποιητές

σκότος, φως ίσον ρυθμός.

Ουδέν προφανές.

.

Με την ποίηση

διαστέλλεις τα όρια

του ασύλληπτου.

.

Με την ποίηση

κανένα πια νόημα

δεν είναι αρκετό.

.

Ποιητής είσαι

αν βρίσκεις σ’ ένα κελί

πηγή του φωτός.

.

Καμιά ποίηση

εάν το συναίσθημα

ακατέργαστο.

.

Τολμώντας να δανειστώ στίχους του Μπράτσου για να μιλήσω ακριβώς για τον ίδιο και την ποιητική του. “Κρυφές πνοές σαν φιλιά, μικρές ανάσες…” αυτά τα χαϊκού. Δυνατότητες, θα έλεγα, άπειρες δυνατότητες που όμως διαθέτουν και μουσικότητα. Έχω την αίσθηση ότι δίνεται η αλήθεια γυμνή, ότι γίνεται άμεση και ειλικρινής αναμέτρηση με τα πράγματα και αυτό με κερδίζει.

Κριτική του Γιώργου Βέη για την ποιητική συλλογή «Τόσα Λόγια»

του Γιώργου Βέη
Τα Ποιητικά, τριμηνιαίο περιοδικό ποίησης, τεύχος 10, Ιούνιος 2013

Έκτη συλλογή. Περιέχει εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού. Η γιαπωνέζικη εκφραστική απόκλιση συνιστά εδώ τον απόλυτο κανόνα έκφρασης. Οι συντμήσεις τείνουν προγραμματικά στην ανάδειξη του μείζονος νοήματος, στην εποπτεία του καθολικού, χωρίς όμως να αφυδατώνονται αισθητικά. Η Φύση παρίσταται κατ’ ανάγκην ως ο αποφασιστικός διάκοσμος του στοχασμού. Δύο παραδείγματα: « Ο ήλιος δύει./ Μας διδάσκει σαν αίγλη / τη συντομία» και «Η πανσέληνος / δωρεάν απόδοση / μεγαλοσύνης». Δεν απουσιάζουν οι διακειμενικές συναναστροφές. Ο Walace Stevens παρίσταται, φέρ’ ειπείν, παρά μαντεύεται αμυδρώς. Εξ ου και ο ενδεικτικός αφορισμός: «Πραγματικότης. / Το πρόσφορο έδαφος/ για φαντασία». Το ερωτικό παιχνίδι συναποτελεί θεματική επιλογή. Η αντίθεση και η μεταφορά τίθενται από την αρχή στην υπηρεσία της κειμενικής πράξης. Η λέξη κατευθύνεται προς το πράγμα χωρίς τη συνοδεία περιττών προσδιορισμών. Η εικόνα παράγει κατά συνέπεια δράμα. Έστω το εξής χαρακτηριστικό: «Βρώμικες λέξεις / στολίζουν το πάθος μας./ Και λάμπεις σώμα».

Τρεις διακριτοί ποιητικοί τρόποι

του Βασίλη Αμανατίδη
Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21.04.13

Εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού, 5+7+5 συλλαβές που επιχειρούν να χωρέσουν το «μπονσάι» της ύπαρξης. Οι κοσμογονίες ίσως και να επιτυγχάνονται πληρέστερα με «τόσο λίγα λόγια». Ο Μπράτσος, στην έκτη πλέον συλλογή του, ασκημένος επί μία εικοσαετία στην αδρή λυρική εκφορά, όσο και στην πολιτική συνδήλωση, αυτοβιογραφείται μέσα από ένα ζευγαρωτό σχήμα (δύο χαϊκού ανά σελίδα) που αναδεικνύει τα ποιητικά οφέλη της απόλυτης σύμπτυξης. Μέσα από το εξελληνισμένο σχήμα του χαϊκού και τις σημαίνουσες, μετρημένες συλλαβές του, ο Μπράτσος ασκείται με επιτυχία στη σύζευξη των αντιθέτων και στην επιγραμματική συμπύκνωση του βίου. Η εξελληνισμένη φόρμα ενώνεται έτσι κατ’ ουσίαν με το επίγραμμα: με την εν ζωή απόφανση για τη ζωή. («Αυτός εν τέλει / ο αληθινός κόσμος. / Ό,τι φτιάχνουμε»). Ο Μπράτσος ανανεώνει το δεδομένο σχήμα με κρίσιμες λυρικές κορυφώσεις και χωμάτινες προσγειώσεις – απόδειξη μιας ωριμότητας που επιθυμεί και να δηλοί και να σημαίνει («Αυτό να μπορείς. / Με ταπεινά υλικά / σχεδόν να λάμπεις»). Ατομικός και κοινωνικός βίος, αισθητηριακή και νοητική πρόσληψη του έξω-μέσα κόσμου, καταλήγουν μάλλον σε μία κομψή αυτοπροσωπογραφία – κορύφωση του έως τώρα έργου του.

ΤΟΣΑ ΛΟΓΙΑ

της Ανθούλας Δανιήλ
diastixo.gr, 25.01.2013

Τα Τόσα λόγια φαίνονται πάρα πολλά, αν και ταξινομημένα σε εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού. Με αυτά τα δεκαεπτασύλλαβα ποιήματα ο Άγης Μπράτσος γέμισε το καλάθι του. Και κάθε συλλαβή και μια σταλαγματιά στον πίθο των Δαναΐδων. Όπου Δαναΐς και ποιητής. Τι σημαίνει αυτό; Στην ατελείωτη σειρά του ποιήματος ιν πρόγκρες, του χαϊκού ιν πρόγκρες, ο Μπράτσος προσθέτει σταγόνες φως, σταγόνες ουσίας, σταγόνες σκέψεις και σταγόνες αισθήματα.

Αυτό το μικρό είδος, το εξ ανάγκης πυκνό και απλό και λιτό, αλλά και ουσιαστικό, που τέτοιο το ανέδειξε ο μεγάλος δάσκαλος του είδους Ματσούο Μπασό, με την εξαιρετικά εκλεπτυσμένη του μορφή, μοιάζει με το γρήγορο πέρασμα της ζωής που κάτι αφήνει πίσω της σαν ελαφρύ αεράκι, σαν τον έρωτα που και αυτός φεύγει και χάνεται, σαν την ομορφιά και τη νιότη.

Πολλά από τα χαϊκού του Μπασό ήταν η αρχική στροφή ενός αλυσιδωτού ποιήματος. Αρχίζοντας από μια αντικειμενική μορφή της φύσης ή ένα ρητά διατυπωμένο συναίσθημα, προχώρησε στη συνέχεια σε πιο διευρυμένη θεματολογία, αλλά καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό του παρέμεινε το ότι εξέφρασε πολλά και υπέβαλε περισσότερα με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις. Οι δεκαεπτά συλλαβές του κανόνα συχνά παραβιάζεται.

Ο Μπράτσος τηρεί όλες τις ποικιλίες – και την αντικειμενική μορφή της φύσης, και το ρητά διατυπωμένο συναίσθημα, αλλά και υποβάλλει σκέψεις, διαθέσεις, στοχασμούς, συμπεράσματα, κατασταλάγματα εμπειρίας. Τυπολογία δεν μπορεί να γίνει. Αδρομερώς επιλέγουμε:

Ωραίοι θνητοί/ θα είμαστε μονάχα/ με την αγάπη.

Είμαστε; Υπάρχει και το μίσος.

Με εντυπώσεις που γεννά τυχαία το τοπίο:

Κάθε τοπίο/ χωρίς συντροφιά, γυμνό/ ανερμήνευτο.

Βροχή με ήλιο./ Το ουράνιο τόξο/ έξαφνα χάρη.

Ο ανθόκηπος/ πλήρης νοήματος/ ασυγκίνητος.

Με απόψεις:

Με τις αισθήσεις/ τρέφονται σώμα και νους./ Δυνάμωσέ τες.

Σαν καβαφικός ακούγεται ο στίχος, αλλά και γιατί όχι αριστοτελικός; Η εμπειρία είναι το πρώτο σκαλοπάτι, το σώμα είναι η αφορμή, ο νους θα χωνέψει το γεγονός.

Με στοχασμό:

Στο τέλος τέλος/ ο θάνατος μας ωθεί/ κάπως να ζούμε.

Με έκπληξη στη γλώσσα:

Ξημερώματα./ Σαν μια εξέγερση το/ μυριστικό φως.

Με πικρές διαπιστώσεις:

Άλυτο θέμα./ Οι εραστές γίνονται/ ξένοι ως ήταν.

Σαν πιστό σκυλί;/ Σαν όλους κι εσύ όλο/ μεγάλα λόγια.

Με τρυφερότητα:

Η πανσέληνος/ δωρεάν απόδοση/ μεγαλοσύνης.

Γελούν τα παιδιά./ Κι ο κόσμος απότομα/ σαν αναγκαίος.

Με απορία:

Μια εξίσωση/ ο έναστρος ουρανός/ ή θεώρημα;

Με διαπίστωση:

Στον ίδιο χρόνο/ συντονισμένοι όταν/ ερωτευμένοι.

Όταν πιστεύεις/ η ζωή σου τελικά/ σκέτο αίσθημα.

Και η αυτάρκεια:

Ας ερχότανε/ του γέλιου σου η άλως./ Κανένας άλλος.

Τελικά τα εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού μοιάζουν με ποιητική δημιουργία σε αέναη εξέλιξη, διακεκομμένη, σαν σονάτα για βιολί, που δεν παίζει όμως το δοξάρι αλλά τα δάχτυλα –πιτσικάτο– για να κεντούν το πνεύμα και το συναίσθημα, αλλά και να παρέχουν ανάσες στον δημιουργό και σιωπές στον αναγνώστη για απόλαυση.

38 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ TOY 2012

του Βασίλη Αμανατίδη
Η Εφημερίδα των Συντακτών, 21.12.12

Ο ΑΓΗΣ ΜΠΡΑΤΣΟΣ στο «Τόσα Λόγια» (Κέδρος, σελ. 88), ασκημένος ήδη στην αδρή λυρική εκφορά όσο και στην πολιτική συνδήλωση, αυτοβιογραφείται μέσα από ένα ζευγαρωτό σχήμα (2 χαϊκού ανά σελίδα). Ατομικός και κοινωνικός βίος, αισθητηριακή και νοητική πρόσληψη του έξω-μέσα κόσμου καταλήγουν σε κομψή αυτοπροσωπογραφία-κορύφωση του έως τώρα έργου του.

Η πόλη της λύπης, η πόλη της χαράς, που πάντα ονειρεύομαι

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στον Ιανό στις 29.4.2011 για τη Λισαβόνα του Pessoa

Ianos_Pessoa_Lisbon

«Πλούσιος είμαι μ’ ένα ακριβό πούρο και τα μάτια κλειστά».
Συχνά τα βράδια μ’ επισκέπτεται αυτός ο αφορισμός του Fernando Pessoa . Ίσως γιατί τα πλέον πλούσια ταξίδια διαμορφώνονται σ’ ένα επίπεδο νοερό.
Είναι πολλές οι πόλεις που δεν πρόκειται να γνωρίσω ποτέ. Μα υπάρχουν ολοένα κάποιες που απρόσμενα προβάλλονται στη σκέψη μου μέσα από το βλέμμα του Άλλου. Φαίνεται πως για να συνδεθείς άμεσα μ’ έναν ξένο τόπο πρέπει να εμπιστευτείς –με σταθερά κλειστά τα μάτια- την αφήγηση κάποιου μόνιμου κάτοικου της περιοχής που προσεταιρίζεσαι. Αρκεί να θυμάσαι φυσικά πως οι λέξεις δεν χαρτογραφούν απλώς. Ενίοτε ανασυνθέτουν κάθε επικράτεια.

Το κρίσιμο ερώτημα τίθεται: Είσαι όσο απαιτείται αθώος, ώστε να πλανηθείς στην οπτική του Άλλου; Ο Αmos  Oz αφηγείται χαρακτηριστικά για τον παππού του στην Ιστορία αγάπης και σκότους: «Άρχισε πάλι να κλείνεται τις νύχτες στο δωμάτιό του και να γράφει πυρετώδη ποιήματα στα ρωσικά [… ]για τις μαγείες της Ιερουσαλήμ, όχι για εκείνη τη φτωχιά και τη σκονισμένη, την καυτερή και τη φανατική, αλλά για μια Ιερουσαλήμ με δρόμους μυρωμένους με σμύρνα και αλόη και πλατείες, όπου σε καθεμιά απ’ αυτές αιωρείται άγγελος Κυρίου. Όμως στο σημείο αυτό μπήκα κι εγώ στην εικόνα, στο ρόλο του τολμηρού μικρού παιδιού από το παραμύθι με τα καινούργια ρούχα του βασιλιά, και με ένα ρεαλιστικό παράπονο επέκρινα τον παππού για αυτά του τα ποιήματα : μα ζεις στην Ιερουσαλήμ τόσα χρόνια, και ξέρεις πολύ καλά με τι είναι στρωμένοι οι δρόμοι της […] γιατί γράφεις για πράγματα που δεν υπάρχουν καν; Γιατί δεν  γράφεις κάτι για την αληθινή Ιερουσαλήμ; Όταν άκουσε αυτά τα  θρασύτατα  λόγια, θύμωσε πολύ ο παππούς […] χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ούρλιαξε : “Aληθινή Ιερουσαλήμ; Τι ξέρει ένα πιτσιρίκι σαν εσένα για την αληθινή Ιερουσαλήμ; Μα η αληθινή Ιερουσαλήμ βρίσκεται ειδικά στα ποιήματά μου!” ».

Ώστε έτσι διανοίγονται οι πύλες μιας πόλης: Περισσότερο μέσα από φαντασιακούς μαιάνδρους και καθόλου στον πραγματικό λαβύρινθο των σκοτεινών της παρόδων. Πρόκειται για ένα μηχανισμό που καθιστά αυτομάτως  κάθε προορισμό προσιτό στο βηματισμό σου. Ο ίδιος ο  Pessoa συγκατανεύει και υποστηρίζει διά του ετερώνυμου Μπερνάρντο Σοάρες: «Ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει, αλλά σαν τον ηθοποιό στη σκηνή: βρίσκεται εκεί αλλά είναι κάτι άλλο». Πρόκειται για μια θέση  που προδιαγράφει την εισδοχή μας σε αυθεντικά ταξίδια.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο όμως τα τελευταία χρόνια πριν από κάθε μου ταξίδι σαν μακρινή ηχώ   ακούω  τον  αντίλογο του Λουίς  Μπουνιουέλ. Ο Ισπανός σκηνοθέτης είχε επιβάλει μια επιλεγμένη ρουτίνα στην καθημερινότητά του – ένα είδος τελετουργικών αφίξεων σε μπαρ, πάντα σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Έτσι κάποτε αντέτεινε σιβυλλικά σε κάποιον που του πρότεινε μια εξωτική απόδραση στην Καλκούτα: «Και τι θα κάνω στις  3 το μεσημέρι στην Καλκούτα;»

Έφτασε και για μένα λοιπόν η ώρα να εξομολογηθώ, καθώς ξεφυλλίζω τον ταξιδιωτικό οδηγό  Λισαβόνα του Pessoa, ότι ποτέ μέχρι τώρα δεν συμβουλεύτηκα  κανένα παρόμοιο βιβλίο. Ανέκαθεν αντιμετώπιζα με καχυποψία τα συναφή εγχειρίδια. Για την ακρίβεια, με εξουθενώνει η ιδέα και μόνο να φυλλομετρήσω τους σύγχρονους πολυτελείς τόμους, όπου σωρεύονται αρχαία  ερείπια  πασπαλισμένα με ξενοδοχειακές μονάδες, καθώς και χώρους εστίασης και αναψυχής κατά βαθμολογική κατάταξη. Με αποπροσανατολίζει οποιαδήποτε στιλπνή υπόσχεση ότι σ’ ένα συγκεκριμένο ταξίδι είναι βέβαιη η μετάβαση στο όνειρο. Λες και το όνειρο μπορεί ποτέ να είναι κάτι προδιαγεγραμμένο. Όμως το όνομα του ποιητή Pessoa στο εξώφυλλο της Λισαβόνας ήταν ικανό να αλώσει τα τείχη κάθε πάγιας επιφύλαξης.

Σ’ αυτό το βιβλίο μικρού σχήματος των 171 σελίδων o Pessoa αποδύεται σε μια εμβληματική σήμανση της γενέθλιας πόλης του «για λογαριασμό του επισκέπτη της Λισαβόνας του άλλοτε και του σήμερα». Από τις πρώτες σελίδες έως την τελευταία παράγραφο   παρελαύνουν μουσεία, αγάλματα, γλυπτά, θέατρα και βιβλιοθήκες, ναοί, δημόσιοι κήποι, κτίρια που οι προσόψεις τους, σύμφωνα με τον ίδιο,  «είναι μια αρχιτεκτονική περιέργεια που αξίζει τον κόπο». Δεν μπορούσαν να λείπουν όσα μνημεία τιμούν απελευθερωτικούς  πολέμους και πολιτειακές μεταβολές. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η λαχτάρα με την οποία καταδεικνύει και παρουσιάζει στις μελλοντικές τους διαστάσεις ακόμη και μνημεία που βρίσκονται στο στάδιο της ανέγερσης. Η μνεία αυτή μάς δίνει την ελευθερία να φανταστούμε  τι σημαίνει η Λισαβόνα για τον ποιητή. Για ποιο λόγο είναι, όπως γράφει, «η πόλη της λύπης, η πόλη της χαράς, που πάντα ονειρεύομαι».

Ο Pessoa αυτοσυστήνεται ως ξεναγός και προτείνει στον αναγνώστη να μπει μαζί του σ΄ ένα αυτοκίνητο για να διασχίσουν την πόλη και τα περίχωρά της. Λέει χαρακτηριστικά: «Θα κατευθυνθούμε αμέσως προς το κέντρο της πόλης, όπου, στη διαδρομή, θα δούμε ό,τι αξίζει να προσέξει κανείς». Η επιλογή να περιηγηθεί ο ταξιδιώτης στην πόλη επιβαίνοντας σ’ ένα αυτοκίνητο  συνιστά το πρόσφορο εύρημα για να μας μεταδώσει ο Pessoa την ακλόνητη αίσθηση μιας κινηματογραφικής  πρόσληψης του τοπίου.

Μας περιμένει όμως μια πρώτου μεγέθους έκπληξη καθώς διαβάζουμε τις λεπτομερείς περιγραφές. Μας αιφνιδιάζει η γλώσσα στην οποία διαρθρώνεται το κείμενο. Απουσιάζουν οι βαθύτερες προσωπικές αποτιμήσεις, που εύλογα θ’ ανέμενε κανείς, και η ποιητική μετουσίωση των εικόνων. Αντιθέτως, σε κάθε γραμμή κυριαρχούν η ξερή παράθεση των αξιοθέατων και ο υπομνηματισμός διαφωτιστικών στοιχείων ιστορικού ενδιαφέροντος.
Αν προσέξουμε τα επίθετα που χρησιμοποιεί ο ποιητής:
«Μαγική θέα, καλλιτεχνικό αριστούργημα, ανεκτίμητη συλλογή, μεγαλοπρεπής αίθουσα, θαυμάσια θέα, μεγαλοπρεπής εκκλησία, περίφημη εικόνα, υπέροχα δέντρα, ωραία πάρκα, ωραία σχεδιασμένη αίθουσα», καταλαβαίνουμε ότι επέλεξε να γράψει για τη Λισαβόνα με τον αυθορμητισμό, την έκπληξη και το δέος που θα εκδήλωνε ένα μικρό παιδί μπροστά στη θέα των καλλιτεχνημάτων και της φυσικής ομορφιάς της πορτογαλικής πρωτεύουσας.

Ως ποιητής δεν έχει αυταπάτες. Γνωρίζει ότι η ασφαλέστερη οδός για την εγκαταβίωση σε μια πόλη είναι η αθωότητα. Για τούτο το λόγο μιλάει με τη φυσικότητα ενός μικρού παρατηρητή προς  τον συνεπιβάτη του στο πίσω κάθισμα του ευρηματικού αυτοκινήτου καθώς διατρέχουν τις λεωφόρους.
Διόλου τυχαία ο συνεπιβάτης αυτός είναι μόνος. Για να βλέπει και να στοχάζεται τα πάντα απερίσπαστος. Αίφνης σε μια στροφή ο ιδεώδης ξεναγός μνημονεύει το ποίημά του «Ξυπνάει η πόλη της Λισαβόνας, αργότερα απ’ τις άλλες». Αμέσως μετά πυροδοτεί το στίχο: «Ανήκω στα πάντα γιατί θέλω ν’ ανήκω ολοένα και περισσότερο στον εαυτό μου».
Κι ο μυημένος πια συνεπιβάτης, με τη ματιά καρφωμένη έξω απ’ το παράθυρο, αποφαίνεται σαν   alter ego του ποιητή: «Το  βλέπω θα είναι πάντα η καλύτερη μεταφορά του γνωρίζω».
Στον ίδιο πια βαθμό μυημένος κι εγώ φαντάζομαι για μια στιγμή πως κάθομαι  σ’ ένα υπαίθριο καφέ της Λισαβόνας. Είμαι φυσικά τελείως μόνος. Ή όπως εναργέστερα θα έλεγε ο Ελύτης, μια ζωή κυκλοφορώ  «ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία».
Το βλέμμα της νεαρής γυναίκας στο απέναντι τραπεζάκι θροίζει σαν το αυτάρεσκο μίνι της. Αναπάντεχα σηκώνεται, πλησιάζει και ζητά –τι άλλο;- φωτιά. Ξεφυσώντας ένα πέπλο μυστηρίου περισσότερο παρά καπνό με ρωτάει: « Σου αρέσουν τα πόδια μου;» Αντί άλλης απάντησης , επαναλαμβάνω υπνωτισμένος τα επίθετα που μου υπέβαλε η γραφή του Pessoa:
«Είναι καλλιτεχνικό αριστούργημα», της λέω, «μαγική θέα». Πάλι καλά που δεν της είπα ότι μοιάζουν με ανεκτίμητη συλλογή, ωραία σχεδιασμένη.
Μ’ ένα βραχνό χαμόγελο μου ψιθυρίζει:
«Μπορούν να γίνουν ακόμα πιο ωραία μ’ ένα καινούργιο ζευγάρι γόβες».
«Και πόσο στοιχίζουν;» μπαίνω ξαφνικά στο νόημα.
«Μονάχα 500 ευρώ», μου χαμογελά ξανά.
Είναι η σειρά μου ν’ ανταποδώσω το χαμόγελο και να της πω:  «Αυτό είναι το δυσάρεστο με την ομορφιά, το τίμημα που πρέπει διαρκώς να καταβάλλεις».
Κάνει ξαφνικά  ένα αόριστο νεύμα και απέρχεται.
Ήρθε κιόλας η σειρά μου να πάρω τους δρόμους. Σε λίγο στέκομαι σ’ ένα χαοτικό σταυροδρόμι. « Όταν  έχεις περάσει τα σαράντα και στρίβεις σε μια γωνία, υπάρχει ο κίνδυνος να δεις τον εαυτό σου να ’ρχεται από απέναντι». Δεν ξέρω για ποιο λόγο θυμάμαι αυτή τη φράση-νουάρ  από Τα Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα.
Ίσως επειδή προέρχομαι από μια χώρα κουρελιασμένη από τα βάρβαρα παίγνια των διεθνών αγορών και κινούμαι σε μιαν άλλη ευρωπαική πρωτεύουσα η οποία δεν φαίνεται  να ’χει καλύτερη μοίρα. Άραγε οι λαοί θ’ αφεθούν να μεταλλαχθούν ανεπαισθήτως σε ανδράποδα;
Μηχανικά ανατρέχω στην τελευταία παράγραφο του Pessoa για τη Λισαβόνα. Γράφει: «Τη βλέπουμε να εμφανίζεται άλλοτε τυλιγμένη σε ένα  πέπλο διάφανης ομίχλης, άλλοτε λουσμένη στο λαμπερό φως του ήλιου».
Πρόκειται για λέξεις που θα ταίριαζαν στην απεικόνιση μιας ανθρώπινης, όπως λέμε, πολιτείας.
Άλλωστε, όπου κι αν βρίσκεσαι, η αγάπη, η μέριμνα για τον Άλλο είναι ο έσχατος σταθμός.
Ξεκινώ προς αυτή την κατεύθυνση έτοιμος να πληρώσω  το τίμημα. Όποιο κι αν είναι.

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

«Είμαι Υπηρέτης δύο αφεντάδων».
Έτσι νομίζει και βλέπει τους συμπαίκτες
ανώτερους, όχι γυμνούς.
Ένα είδος θεραπείας και όχι τυραννίας.
Μπερδεύει τη ζωή με την τέχνη.
Μην ακούς.

Τελείως ατυχής ο τίτλος του Γκολντόνι.
Όσο κι αν δε φαίνεται ακόμη
ψυχόδραμα παίζεται εδώ.
Με υπηρέτη το μυαλό, ποιο σώμα.

Παρουσιάζοντας την ποίηση στο κοινό

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στη Στοά του Βιβλίου, 9.2.2010. Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό κουκούτσι, τεύχος 3, Χειμώνας- Άνοιξη 2011.

Σε μια παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία είμαι γύρω στα δέκα και στέκομαι -τυχαία;- σε στάση προσοχής.
Στο φόντο η επιγραφή «Μαυσωλείον Σολωμού και Κάλβου».

Μίαν ιστορία,
Που την αισθάνονται
Τα σωθικά.

Ξεκινώ με Διονύσιο Σολωμό και γράφω τη δική μου ιστορία εν πλω. Την εποχή της υπέρτατης μυθοπλασίας το motto σου ήταν: Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι πιο διαυγείς πτυχές για τον άνθρωπο. Ωραία λόγια. Όμως η ανίατη λαχτάρα για έρωτα και η αρρωστημένη επίγνωση πως όλα κάποτε θα χαθούν είναι κατεξοχήν σκηνικό. Αλλά η πραγματική ζωή χρειάζεται σκηνοθεσία, και όχι μόνο σκηνογραφία.

Θυμάσαι το πρώτο μας σκασιαρχείο στα δεκαεφτά; Άφραγκοι σχεδόν φτάσαμε στην εξοχή. Ένιωθα άτρωτος απέναντι στη φύση και αυτό μ’ έκανε να ξεσπώ σε κραυγές. Τότε ακόμη φαινόταν αδιανόητος ο στίχος του Wallace Stevens: «Είναι ένας ήχος σαν όλους τους άλλους. Θα σταματήσει».

Τα βλέπω όλα ζωντανά!  Ήταν άνοιξη του 1981, μια εποχή πρώιμη για το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου.
Παράξενο, θα ορκιζόμουν ότι ο ίδιος ο Ελύτης «φορώντας την προσωπίδα του  Ήλιου» φανέρωνε πως «από κοντά» ήσουν «απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο».
Φανέρωνε πως ήταν αίνιγμα η ομορφιά. Το μόνο που ήθελα ήταν να λύσεις τα μαλλιά σου. Ν’ ακούσω πως είμαι το ηλιοβασίλεμά σου.
Τι σοκ ήταν αυτό όταν, αντί  για χρώματα συναισθηματικά, σε είδα να κραδαίνεις ένα βιβλίο και ν’ απαγγέλλεις Καβάφη:

Είν όλ’ αυτά τα πράγματα πολύ παληά-
το σκίτσο, και το πλοίο, και το απόγευμα.

Τι αιματηρός στίχος και για τον δικό μου ναρκισσισμό  και για το τέλος της σχέσης μας  που ερχόταν ολοταχώς.
Θ’ αναρωτιέται κανείς: Εκείνη τη μυθική εποχή που ο κόσμος ήταν συνώνυμος μ’ εσένα κι εμένα τι χρειαζόταν η Ποίηση ανάμεσά μας ;
Τα κατάστερα σ’ αγαπώ δεν αρκούσαν ;
Ποτέ! Βλέπεις, εγκατοικούμε  στο φως  μονάχα όταν οι λέξεις γίνονται αίφνης απρόσιτες στη φθορά. Με την Ποίηση.
Μοιάζει φυσικό πια να μη θυμάμαι τη γεύση και την αφή σου.
Αφύσικο θα ήταν να ξεχάσω την απαγγελία: «Είν’ όλ’  αυτά τα πράγματα πολύ  παληά-». Σαν απάντηση ακούω τη φωνή του Καρυωτάκη να διαπερνά το χρόνο:

…όλα έπρεπε  νά ’ρθουν καθώς ήρθαν!

Και τα λόγια του είναι ίδια μ’ εκείνα τα παλιά που έγραψε πρώτος ο Αισχύλος:

καιρόν χρην τάδ’ ως επράξαμεν.

Με την Ποίηση υπάρχουμε παντοτινά.
«Ωραίο motto βρήκες», χαμογελούσε ο Γρηγόρης. Θα θυμάσαι ότι όλη κι όλη η επαφή που είχε ο φίλος μου με τον ποιητικό λόγο περιοριζόταν στα σχολικά αναγνώσματα. Τι μοίρα τον περίμενε να γίνουμε αχώριστοι και να πρέπει να εξηγήσει στον εαυτό του τι σημαίνει Ποίηση.
Όταν κάποτε του χάρισα τη συλλογή Ελένη του Γιάννη Ρίτσου,  θυμάμαι ότι πρόσθεσα θριαμβευτικά: «Πρέπει να γίνουν διάφανες οι λέξεις για να διασχίσουμε το αόρατο. Αυτό είναι το έργο της Ποίησης».
Δεκαπέντε  χρόνια μετά το χωρισμό μας βρίσκομαι μαζί του στο Hilton σε μια έκθεση αυτοκινήτων. Με αναστατώνει μια κόκκινη Maserati, κι ας μην έχει «αναμμένους τους φανούς σαν δόξα», όπως θα έγραφε ο Εμπειρίκος.
Είμαι έτοιμος να μοιραστώ αυτή την αίσθηση με το alter ego μου, αλλά την ίδια στιγμή μάς πλησιάζει μια γυναίκα σαν μοιραία πρωταγωνίστρια. Απροκάλυπτα της λέει : «Πρόκειται για έργο τέχνης, όχι για αυτοκίνητο. Και πόσο σου πηγαίνει! Το φόρεμά σου είναι κι αυτό κόκκινο, το στιλ σου εξίσου αριστοκρατικό».
Το αυθόρμητο ποιητικό ξέσπασμα του φίλου μου δε με ξαφνιάζει. Συναισθανόταν ότι δε γινόταν να εκδηλωθεί διαφορετικά.

Η Ποίηση είναι μια γλώσσα ενστικτώδης.
Κι ενστικτωδώς μιλάμε για να αντέξουμε το θάμβος.
Να το αντέξουμε γιατί η ομορφιά είναι κεντρί για βίωμα.
Ώστε αυτό είναι η Ποίηση: Η ενστικτώδης, απώτατη γλωσσική επικράτεια .Εκείνος ο αιφνιδιαστικός τόπος στον οποίο οι λέξεις δεν είναι ποτέ μονάχα όσα μαθαίνει κανείς ή όχι. Αλλά κάτι που μακάρι να το νιώσει. Η Ποίηση εγκαινιάζει διαρκώς μιαν άλλη οπτική. Όποια θέαση κι αν διαλέξουμε, θ’ απελευθερωθούμε. Μην ξεχνάς όμως ότι τα ποιήματα δεν είναι αθώα, γιατί σκοτώνουν το πάθος να ζουν οι άλλοι όπως εσύ.

Κι έρχεται τότε η ώρα να μιλήσεις μια γλώσσα που φαινόταν αποξενωμένη.
Φαντάσου πανωλεθρία.
Όπως εκείνη που έζησαν οι νεαροί Λακεδαιμόνιοι στη ναυμαχία κοντά στην Κύζικο, το Μάρτιο του 410. Η νίκη των Αθηναίων ήταν φαντασμαγορική. Στη Σπάρτη έφτασε το μήνυμα: «Τα πλοία καταστράφηκαν. Ο Μίνδαρος νεκρός. Πεινούν οι άντρες. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε».
Μπροστά στο θάνατο οι Σπαρτιάτες μίλησαν ενστικτωδώς, μ’ έναν τρόπο που θύμιζε στίχους του Αθηναίου Σοφοκλή. Δεν είναι καθόλου παράδοξο. Πάντα στο τέλος, νικητές και ηττημένοι, διψούν για ωδές.
Σε μια αναδίπλωση του χρόνου, ο Κάλβος, μετά τη ναυμαχία, στέκεται πάνω στα κύματα και αποθεώνει κάθε νεκρό σώμα ξεχωριστά:

Χθες τον ουράνιον έτρεχε
δρόμον ο ήλιος·  χύνων
τας πλέον λαμπράς ακτίνας
το μέτωπόν σου αντέστραπτεν
ως αθανάτου.

Δεν ξέρω αν σ’ αγγίζουν οι στίχοι του με την ίδια ορμή που με αναφλέγει. Άλλωστε, μονίμως αυτό συμβαίνει. Το ποίημα που γράφει ο ποιητής γίνεται διαφορετικό στη ματιά του Άλλου. Ακόμα και όταν συμπίπτουν δύο αναγνώσεις, αποκλίνουν οι ρυθμικές εντάσεις, οι κραδασμοί που προκαλεί η Ποίηση. Το ποίημα που σ’ εμένα δίνει τη δύναμη να φέρω τον κατακλυσμό σε μια αφυδατωμένη πραγματικότητα γίνεται για τον αναγνώστη μου το σπάνιο όχημα μετάβασης σε μιαν άλλη διάσταση.

Το μόνο που με σώνει είναι η δύναμη να πληκτρολογώ ξανά και ξανά:

Είν όλ’ αυτά τα πράγματα πολύ παληά-
το σκίτσο, και το πλοίο, και το απόγευμα.

Σβήνω απότομα την οθόνη. Πλησιάζουμε στη Ραφήνα. Έχω μια αναπάντητη κλήση στο κινητό μου από τον Γιώργο Χρονά. Ακαριαία ταξιδεύω στο ποίημά του «Ο Παζολίνι στη Ραφήνα»:

Εμείς γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, μου είχες πει.
Δεν είναι λόγια από όπερα
αλλά από κάποιο έργο του Ευριπίδη.
Θέλω το ευτελέστερο πρόσωπο
για να το υπηρετήσω
Για να εξευτελιστώ, Μαρία.
Γιατί, Πιέρ Πάολο;

Σαν μουσική φτάνει στη φαντασία μου αυτό το «γιατί». Αποβιβάζομαι με γυμνά χέρια. Μοναδικές αποσκευές δηλώνω την Ποίηση, αυτή τη μυστηριώδη κυτταρική περιπλάνηση. Για τις ενοχές μου δε λέω κουβέντα. Ενοχές γιατί δεν μπορώ να σ’ έχω όπως θέλω, μια και ποτέ δε σ’ έκανα ποίημα.
Σε άφησα, τελείως σ’ άφησα, να μείνεις ανάμνηση.

Ένα εικοσιτετράωρο με το ποίημα του Σταύρου Σταυρόπουλου

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στις 8.1.2010 για την ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου «Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις». Η ομιλία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 153.

inv_stavropoylos

«There must be a better world somewhere»

stavros-stavropoulos
Σταύρος Σταυρόπουλος
Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις
Μεταίχμιο, 2009

Ξημέρωμα: Ο Νίτσε με μυαλό σαλεμένο έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο ανοιχτό παράθυρο. Ατενίζει άραγε τον άστεγο κόσμο; Το κενό; Παράμερα η αδερφή του τον βλέπει παραδομένο στην άνοια και ξεσπάει σε λυγμούς. Εκείνος τότε ξαφνιασμένος στρέφεται και της λέει:  «Μα γιατί κλαις; Δεν είμαστε ευτυχισμένοι;».

Με το λυκόφως των θνητών μια νεαρή γυναίκα που ζει στις φαβέλες περιφέρεται άσκοπα. Λες και πρόκειται, τόσα χρόνια μετά, να απαντήσει  εκείνη στο σαρωτικό ερώτημα του Γερμανού φιλοσόφου, ψιθυρίζει με αξιοπρέπεια: «Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει γιατί υπάρχει αυτή η ζωή».

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα στη Νέα Υόρκη – αυτόν το λογάριθμο άλλων πόλεων, όπως καίρια την περιγράφει ο John Ashbery.  Σε μια σοφή καμπή του δρόμου περιμένει τον περαστικό ολοκάθαρο το γεγονός. (Οι ανυποψίαστοι ας το χαρακτηρίσουν και ως έμπνευση.) Ένας αιώνιος κουρελής ανασκαλεύει σ’ έναν κάδο τα ευλαβικά σκουπίδια. Θαρρείς και είναι αιλουροειδές, έχει μπει σχεδόν μέσα του. Ακριβώς από πάνω του καραδοκεί σαν πέλεκυς το διαφημιστικό πλαίσιο. Η σαγηνευτική γιγαντοαφίσα εκπέμπει το πολιτικό μήνυμα: «Ο κόσμος σού ανήκει». Ένα μήνυμα που αίφνης, με την παρουσία του ρακένδυτου άστεγου, γίνεται ξεκάθαρο σε όλες του τις διαστάσεις.

«Θα μπορούσαμε βέβαια», όπως μας προϊδεάζει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, «αντί να αλλάζαμε τον κόσμο / μόνο να αλλάζαμε κόσμο». Πράγματι, ό,τι μας ανήκει βασανιστικά είναι η δύναμη να κοιτάζουμε κατάματα την ομορφιά αλλά και τη θλίψη. Η αντοχή να χαράζουμε λέξεις στην εύθραυστη επιφάνεια της ομορφιάς. Λέξεις οι οποίες απηχούν το αναπάντεχο βάθος μιας προαιώνιας θλίψης.

Έτσι, δεν αποκλείεται να αναφανεί ένα νόημα συμβατό με την ευαισθησία μας. Κι ακόμη, μας ανήκει η χάρις ν’ αντιστεκόμαστε σε όλα εκείνα που απειλούν να μετατρέψουν το καθετί σε υπερθέαμα. Κι είναι, τέλος, εξολοκλήρου δική μας η ανάγκη να ψάχνουμε για συνενόχους. Ή να βρίσκουμε συνενόχους. Ή να τους εφευρίσκουμε.

Τότε αυτομάτως διαπλάθεται η πραγματικότητά μας, με άλλα λόγια η ίδια μας η καταδίκη. Και η ποίηση δεν προϋποθέτει, παρά την απόλυτη συνενοχή. Συνενοχή γιατί στο ποίημα κάθε ρήμα ενδέχεται να σπάσει κωδικούς και ν’ απογυμνώσει θηριώδεις προκαταλήψεις και δήθεν ακλόνητες αλήθειες. Κάθε επίθετο είναι πιθανό να αποδομήσει φανταχτερές πεποιθήσεις. Κάθε ουσιαστικό ίσως μας πλοηγήσει σε οδυνηρές σημασίες.

Ενδέχεται, είναι πιθανό, ίσως. Τίποτα δεν εμφανίζεται ως βέβαιο. Όλα ενδεχόμενα. Και μοναδική σιγουριά η συνενοχή. Γιατί στην ποίηση δεν ταιριάζουν τα δεδομένα.

Ποίηση είναι η διαρκής μετουσίωση των δομικών υλικών του κόσμου. Είναι η ασίγαστη προαίρεση να διαμορφώνουμε το άγνωστο σε γνωστό, αλλά και ό,τι μας είναι οικείο σε αναπάντεχο.

Και η συνενοχή που οδηγεί στο ποιητικό επίτευγμα μας υπαγορεύει την αίσθηση ότι  απόψε ο ποιητικός λόγος του Σ.Σ. θα προβάλει διαφανή τα αισθήματα μαζί με τις σκέψεις που τα συντροφεύουν. Εννοώ αισθήματα και σκέψεις ολότελα δικές μας, χωρίς καν να υποπτευόμαστε πως εντός μας υπήρχαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν.

Διαβάζω το ποίημα «Μάθημα για αρχάριους» από τη συλλογή του Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις, μια συλλογή που ο ίδιος ο τίτλος της με παρακινεί να την προτείνω σαν διαβρωτικό κοκτέιλ. Το  συνιστώ  μάλιστα ιδιαίτερα σε όσους νομίζουν ότι  η ζωή είναι γλυκιά σαν σαχλό ηδύποτο.

Τελικά γράφεις
Αυτό που δε γίνεται
Να ζήσεις

Λέξεις που πνίγονται
Μέσα σε φλιτζάνια καφέ

Μετράς γουλιές
Και ζεις
Περιμένοντας να γράψεις
Ότι δεν έζησες

Κι εσύ μετά μου λες

Πως η ζωή

Δεν είναι βιβλίο.

Εκ νέου στην ποίηση του Σταυρόπουλου οι στίχοι του συνυφαίνονται με τη μουσική. Ο δεσμός του ποιήματος με τη μουσική είναι απτός, σαρκικός. Πρόκειται για μια σχέση όπου οι λέξεις διεισδύουν στην αθέατη όψη της μουσικής κλίμακας και όπου η απόκρυφη πλευρά της αρμονίας αναδίδει λέξεις.

Εδώ ας αναλογιστούμε τι γράφει ο βάρδος του Στράτφορντ στον Έμπορο της Βενετίας το 1596 – ογδόντα εννέα δηλαδή χρόνια πριν από τη γέννηση του Μπαχ: «Ο άνθρωπος που εντός του δεν έχει μουσική και αρμονία είναι πλασμένος για προδοσίες, δόλους και απιστίες. Οι σκέψεις του είναι θολές σαν νύχτα, τα αισθήματά του μαύρα σαν το Έρεβος. Σε τέτοιους ανθρώπους μη δίνεις ποτέ σου πίστη. Άκου τη μουσική!».
Έχει κανείς την εντύπωση ότι ο Σαίξπηρ φιλοτεχνεί ιδεατά το προφίλ του ανθρώπου που δεν μπορεί να γίνει ποιητής ή να ζήσει ποιητικά, γιατί οι προδοσίες, οι δόλοι και οι απιστίες είναι, ή θα έπρεπε να είναι, ξένες προς την ποιητική φύση, ξένες προς τη μουσική.

Δεν έχω επίσης  την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Σ.Σ. συνυπογράφει την πρόσφατη δήλωση του Bob Dylan ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου μας κατακλύζουν ήχοι παρασιτικοί. Νομίζω ότι δεν θα παραποιούσαμε αυτή τη θέση του χαρισματικού Αμερικανού εάν προσθέταμε: Μας κατακλύζουν και παρασιτικά λόγια.
Δεν έχω, τέλος, την παραμικρή δυσκολία να φανταστώ ποιες  ήταν οι κινήσεις του Σταυρόπουλου καθώς προετοιμαζόταν για την αποψινή βραδιά. Τον βλέπω ν’ αποδέχεται την πρόσκληση ενός άλλου rock ποιητή, όπως είναι κι ο ίδιος, μια πρόσκληση από τον Lou Reed, και να βάζει σ’ ένα παλιό πικάπ το αποκαλυπτικό βινίλιο. Διαλέγει ένα τραγούδι για να διαπεράσει την απατηλή πρόσοψη τοπίων και προσώπων, ώστε ν’ αντηχήσει ξανά και ξανά η πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι: εξαγριωμένη.
Μια πραγματικότητα όμως εν τη γενέσει της εξαρτημένη από τη βιωμένη φαντασία. Μια φαντασία ικανή να κάνει κάποτε ποίημα όλα όσα μας περιβάλλουν.
Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να μην επιβιώνουμε απλώς. Δεν έχουμε άλλο τρόπο για να ζήσουμε.

Είναι τελικά η ποίηση ευεργεσία. Μας δίνει το πλεονέκτημα μιας άλλης, πλήρως ενεστώσας, ζωής.