Κριτική του Γιώργου Βέη για την ποιητική συλλογή «Πρώτο Φως»

του Γιώργου Βέη
Η Αυγή, 11.10.2009

Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του Άγη Μπράτσου. Ο οργίλος λόγος, άμεσα συνυφασμένος με τα δρώμενα στην ευρύτερη πολιτική σκηνή, δεν θέλει να αποκρύψει την απώτερη ουμανιστική καταγωγή του. Γειωμένος σταθερά στην πολιτική κοινωνική πραγματικότητα, ζητεί βεβαίως να τη βελτιώσει. Το παιχνίδι φαντασίας-ρεαλισμού αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς περιδιαβάζουμε τους αρτιότερους των στίχων. Συγκρατώ ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν επαίρεται, αλλά προσπαθεί συνειδητά να βρει τρόπους για να αρθρώσει έναν ουσιαστικότερο λόγο, χωρίς να προσκολλάται στις συμβάσεις του συρμού. Η ειδικότερη τάση των στίχων να αποβάλουν τα περιττά ή οχληρά στοιχεία λειτουργεί ευεργετικά. Ξεχωρίζω εν προκειμένω το εξής: «Τρομοκρατία είναι το πάθος/ να ζουν οι άλλοι όπως εμείς./ Μια επιβολή σε όλα/ τα μήκη και τα πλάτη γης/ θρυαλλίδα γίνεται στο χάος./ Κι εμείς εντός του κατοικούμε». Το εμφανώς αισθητικά ευαισθητοποιημένο εγώ έχει μάθει δηλαδή να παραχωρεί στον Άλλο ικανό χώρο και χρόνο για να αυτοπροσδιοριστεί και να συνομιλήσει. Αυτή η εγγενής φιλότητα των εκφάνσεων προσδίδει ενίοτε ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα. Τα υποκείμενα αποκαλύπτουν περαιτέρω ιδιότητες και χαρακτηριστικά εαυτών, ο χρόνος διαστέλλεται κατά το δοκούν, οι αφορισμοί διακρίνονται για την εννοιολογική αμεσότητά τους, ενώ τα πράγματα αφήνονται ελεύθερα να προβάλουν ορισμένες καίριες πτυχές τους. Η καλά ασκημένη παρατηρητικότητα συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόσφορη αποτύπωση του πρωτογενούς συγκινησιακού υλικού. Κοντολογίς, το επιλεγμένο ρήμα και τα παρεπόμενά του λειτουργούν αφαλκίδευτα. Παραθέτω αυτούσια την «Ευκαιρία»: «Καλοκαίρι ξανά και δεν αλλάζουμε θάλασσα./ Το νερό γυμνό σαν τη ζωή μας./ Θέλουμε πάνω του να βαδίσουμε./ Δεν αντέχουμε τον έρωτα χωρίς το θαύμα./ Είναι καιρός τώρα που με φιλήσυχα βήματα/ βαρύναμε το ένστικτο, τα αισθήματα./ Μια ευκαιρία ψάχνουμε να ζήσουμε αλλιώς./ Αν και τίποτα δε ζει δια παντός/ είναι η αστραφτερή λύση, η πονηρή μας ευκολία».

Ποιητικά κέλευθα

του Βασίλη Ζηλάκου
Οδός Πανός, τεύχος 144, Απρίλιος-Ιούνιος 2009

Μου τον σύστησε ο Γιώργος Χρονάς. Εκεί. Στην συναυλία που έδωσε το καλοκαίρι στην Αθήνα ο Leonard Cohen, σε ένα χώρο που τα βράδια θυμίζει έντονα το Mont Royal, το βουνό στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται το πατρικό του τραγουδοποιού, στο πάντα ζωηρό Montreal. Ήταν ο Άγης Μπράτσος. Τον ήξερα. Από την πρώτη συλλογή του, Prίmα Vista, από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Ύστερα από δύο εβδομάδες θα τον μάθαινα καλύτερα από την 7η ποιητική του συλλογή (Πρώτο φως, Εκδόσεις Κέδρος), όπου ο ποιητής καταπιάνεται με το πρόβλημα της ταυτότητας της ατομικής ύπαρξης ενώπιον μιας ολότητας αινιγματικής και σκληρής στο μεταμοντέρνο -εν πολλοίς φρενοειδές και σχιζοφρενές-  σύμπαν μας. Με ύφος άλλοτε φιλοσοφικό και αμερόληπτο και άλλοτε εμπλουτισμένο από μετριοπαθή εξομολογητικό νέο λυρισμό και την πάντα υποβόσκουσα μνήμη (ιδίως όταν μπαίνουν στο μικροσκόπιό του ο έρωτας, η μοναξιά, η γονική και συζυγική σχέση ή η πρόσφατη νεοελληνική ιστορία), τα 46 ποιήματα της όμορφης συλλογής συμμερίζονται μια δοκιμιακού τύπου ανάπτυξη -μορφοποιημένης θαρρείς σε μικρές εξπρεσιονιστικές ψηφίδες- με στόχο να υπαινιχθεί, ή καλύτερα να μορφωθεί στον αναγνώστη, το ασχημάτιστο σχήμα με και μέσα στο οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος κινείται και αυτοπροοδιορίζεται. Ο ποιητής δεν μοιάζει τόσο να ακολουθεί τα ποιήματά του όσο να καταγράφει τις εσωτερικές αλήθειες που αυτά κομίζουν συνδέοντας τα νοήματα που αυτά κομίζουν σε ένα σύνολο όπου διαβιούν τα αποσπάσματα ενός θρυμματισμένου κόσμου.

Για τον Μπράτσο η αναζήτηση του νοήματος δεν είναι μια εσωτερική και άκαμπτη νοητική διεργασία αλλά αποτέλεσμα της συνέπειας που επιδεικνύει η αυθεντική ύπαρξη που θέλει, αν μη τι άλλο, να βιώνει την πραγματικότητα όπως αυτή όντως είναι∙ στο σημείο τομής της αντικειμενικότητας και της υποκειμενικότητας, εκεί δηλαδή που επισυμβαίνει το γεγονός της πρωταρχικής αίσθησης των πραγμάτων και όπου τον βασικό λόγο μπορεί να έχει μόνον η ποίηση ως η πιο γνήσια, έλλογης μορφής, έκφραση του πρωτεϊκού. Του όντως αληθούς. Συνεπώς δεν είναι διόλου τυχαίο που ο Μπράτσος με το πρώτο του και το τελευταίο του ποίημα σηματοδοτεί το «αναπάντεχο» αυτής της μοιραίας συνάντησης στις λέξεις τρομοκρατία και τρομοκράτες, ωσάν αμφότερες να περιγράφουν με τον πλέον ευκρινή τρόπο και με μηδαμινή ρομαντική ένταση τον αποπροσανατολισμό μιας ολόκληρης εποχής αλλά και τον κόσμο στον οποίον ξυπνά και κοιμάται η συνείδηση προσπαθώντας να οδηγηθεί σε μια απόπειρα νηφάλιου στοχασμού.

Η οπτική που υιοθετεί ο Μπράτσος κατά μήκος της συλλογής του είναι συνεπώς τα απλά δεδομένα της συνείδησης των πλείστων εξ υμών, πράγμα που προσδίδει στο έργο ειλικρίνεια και ρεαλισμό: ο κόσμος πλάστηκε με ψέματα και με την ασίγαστη δίψα για περισσότερη εξουσία. Αυτός είναι ο κόσμος μας. Αυτός ήτανε πάντα ο κόσμος. Τρόμος. Όπου μέσα του ψυχορραγεί η επικοινωνία και θριαμβεύει το κενό, η διάψευση, το πέρασμα του χρόνου. Η ζωοδόχος «αδιαφορία» της φύσης και η απουσία της αγάπης. Η συλλογή Πρώτο Φως συναρπάζει με τον κυνισμό της, τον μειλίχιο καταγγελτικό της τόνο και την αποστασιοποιημένη -μα και κάποτε σκεπασμένη- ευαισθησία της, χαρακτηριστικά που όπως θέλω να πιστεύω προέρχονται από την διάθεση του ποιητή να απεικονίσει με αντικειμενική πιστότητα το χάος στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου (αλλά όχι μόνον αυτού) και να δημιουργήσει συναισθήματα. Κλείνοντας την συλλογή του Άγη Μπράτσου ένας αέρας αισιοδοξίας πνέει πάνω από τις σελίδες. Μήπως η αληθινή ελευθερία είναι η επίγνωση και η παραδοχή της ανελευθερίας; Με δειλία ανοίγω ξανά το βιβλίο. Τα μάτια μου πέφτουν στους παρακάτω στίχους:

Μα οι λέξεις δεν είναι παίξε γέλασε.
Κι ίσως ελευθερία δεν είναι η άνοδος στο φως
αλλά μια κάθοδος στο πιο κυτταρικό σκοτάδι.

Ο Ρίτσος της φύσης

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στη Στοά του Βιβλίου, 18.5.2009

Ritsos_100_xronia inv_ritsos

Μαζεύω ήλιο και θάλασσα για το χειμώνα –ίσως και τίποτα αισθήσεις και εικόνες που κάποτε, στην ώρα τους, θάρθουν να μου ζητήσουν «να υπάρξουν», γιατί όσο υπάρχουν δε μου ζητάνε τίποτα– θα πρέπει να χαθούν για ν’ αρχίσουν ν’ αξιώνουν μια θέση στο στίχο. Κ’ εμείς: να τις σώσουμε για να σωθούμε.

Διάβασα απόσπασμα από γράμμα τού Γιάννη Ρίτσου στον Τάσο Λειβαδίτη που φέρει ημερομηνία 21/8/1973. Γράφτηκε στο Καρλόβασι Σάμου και δημοσιεύτηκε στη λέξη.

Εάν δεχτούμε ότι ισχύει απολύτως το νιτσεϊκό πρόταγμα «υγιής είναι όποιος έχει ξεχάσει», τότε η πολυπόθητη σωτηρία μας μοιάζει ανέφικτη. Βλέπεις, Σεβάσμιε φίλε –παράξενο, απευθύνομαι σ’ εσένα, ποιητή, όπως προσφωνούσε ο νεαρός Νεοπτόλεμος τον Φιλοκτήτη στο ομώνυμό σου ποίημα–, βλέπεις λοιπόν ότι πορευόμαστε σ’ έναν αρρωστημένο κόσμο. Όσο και αν αγωνιούμε να εξηγήσουμε τον εαυτό μας και να κατακτήσουμε ένα σύμπαν τελείως αμέτοχο στο ταξίδι μας, η φύση απλώς σκέπει τα πάθη μας στωικά. Είναι ένα κάτοπτρο που αντανακλά την εκστατική νοσταλγία για κρυπτικά νοήματα. Και τι σοφά έχεις γράψει: Κι ο καθρέφτης είναι ένα παράθυρο1. Στο βάθος του μαντεύουμε, όπως λες, εκείνη την ωραία, βαθύτατη αμεριμνησία τού σώματος2 καθώς προσπαθούμε να βρούμε και πάλι ή και να μιμηθούμε τη φυσικότητά μας3. Πράγματι, Σεβάσμιε φίλε, μιας και είμαστε εθισμένοι στο αναπάντεχο, ελπίζουμε αναίτια τα μέγιστα. Γι’ αυτό γράφουμε ποίηση και ολοένα ατενίζουμε κορυφώσεις.

1. Μαρτυρίες (Σειρά πρώτη), «Πρωί».
2. Ταναγραίες, «Κλαγγή».
3. Μαρτυρίες (Σειρά τρίτη), «Η παρακμή τού Νάρκισσου».

Και να, κάποτε, όπως γράφεις στο Αρχαίο φρούριο, τα βλέφαρα χαμηλώνουν με την απλή βεβαιότητα: ονειρεύομαι, είμαι, θα είμαι. Πόσα όνειρα, αλήθεια, στους στίχους σου. Πόση δικαιωμένη φύση. Ενδεικτικά διαβάζω από τις Χρωματικές λεπτομέρειες και την «Τέταρτη διάσταση». Δικαιωμένη φύση λοιπόν όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν να κοιτούν τον ουρανό, / μαθαίνουν να διαβάζουν ένα πράσινο φύλλο4. Μπορεί ο άνεμος να τρέχει αδιάφορος5, μα εσύ, ποιητή, μνημειώνεις βαθιά ποτάμια, το πλατύστερνο χιόνι6 αλλά και τα πελώρια κυπαρίσσια,/ αυστηρά, σκοτεινά και φιλέρημα7 γιατί παντού, παντού σκοτωμένοι. Σκοτωμένοι σε βουνά που σκαρφαλώνουν στο ύψος τους με γαλήνια βεβαιότητα. / Βουνά των ανταρτών. Βουνά υπερήφανα που η ελευθερία / τα διάβηκε με πόδια ματωμένα / ανάμεσα στις κάθετες δόξες των έλατων8. Ποιος έφταιξε; Και ποιο το λάθος;9

4. Χρωματικές λεπτομέρειες, «Εξέλιξη».
5. Χρωματικές λεπτομέρειες, «Παράξενη ένταση».
6. Χρωματικές λεπτομέρειες, «Εξέλιξη».
7. Φιλοκτήτης.
8. Χρωματικές λεπτομέρειες, «Πληρότητα».
9. Χρωματικές λεπτομέρειες, «Παράξενη ένταση».

Κάποια στιγμή θα μας φανερώσεις στην Ελένη τον απώτερο σκοπό: ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει / η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ’ η ομορφιά του ανθρώπου. Τα σκέφτομαι όλα αυτά, Σεβάσμιε φίλε, καθώς αγωνίζομαι να κρατηθώ από το αιχμηρό σήμερα. Κι έχω την αίσθηση ότι ακούω παντού την ηχώ σου: Σαν άγγιγμα τού ανέγγιχτου10, ψιθυρίζεις, ήταν οι παλιές μέρες. Κι όμως, παντοτινές οι μέρες ακεραιώνονται στους στίχους σου. Γράφεις για: ήσυχες λιακάδες11 και μιαν άσπρη πέτρα χιλιοσκάλιστη12 , ενώ το χαμομήλι / ξύνει με τα μικρά του νύχια το μεγάλο βράχο13 . Ξάφνου ένα καβούρι ανεβαίνει τρεκλίζοντας σ’ ένα χαλίκι / αργά, καχύποπτα, κι ωστόσο επίσημα, σα ν’ ανηφορίζει την αιωνιότητα14.

10. Μαρτυρίες (Σειρά δεύτερη), «Διαχυτικό».
11. Μαρτυρίες (Σειρά τρίτη), «Θάμβος».
12. Ταναγραίες, «Το άσπρο άλογο».
13. Αρχαίο φρούριο.
14. Μαρτυρίες (Σειρά δεύτερη), «Η μήνις».

Παραδίπλα –βλέπω ή διαβάζω; – τα μεγάλα πεύκα / όρθια απ’ τη θύμηση15. Και πουλιά που, όπως εκμυστηρεύεσαι, περνάνε από πάνω σ’ ένα βαθύ μενεξεδένιο, /κρεμούν δυο νότες πρόχειρες και χάνονται στο δείλι16. Ο καλπασμός των αλόγων σβήνει κατά μήκος της νύχτας17 κι η σελήνη εκεί, δε μας το κρύβεις: αδιάφορη μες στη διάρκειά της, / περήφανη μες στη σιωπή της18. Και στο βάθος, φυσικά, όλο υποσχέσεις, η θάλασσα με την ευπρόσδεκτη, όπως τονίζεις, αβεβαιότητα του απέραντου19. Η θάλασσα που χαράζει, το λες καθαρά, μια νυχιά βαθιά τής ομορφιάς, νυχιά ανεξήγητη20.

15. Αρχαίο φρούριο.
16. Μαρτυρίες (Σειρά πρώτη), «Ο σεμνός».
17. Φιλοκτήτης.
18. Δευτερόλεπτα, 51.
19. Αρχαίο φρούριο.
20. Μαρτυρίες (Σειρά τρίτη), «Εσαεί».

Καθώς κλείνω τα βιβλία σου, έχω την αλλόκοτη αίσθηση ότι το περιβάλλον πρόκειται κάποτε να μας κρίνει. Ας είναι τουλάχιστον τρυφερό μαζί μας. Σεβάσμιε φίλε, δεν αμφέβαλλα ποτέ για το ρόλο που παίζει η φύση στην ποίησή σου. Τη σκηνοθετείς σαν χορό αρχαίας τραγωδίας. Κι εκείνη με βαθιά αισθαντικότητα προδικάζει μέσα από το λόγο σου μυστικά νοήματα (πέρα από θεούς και μύθους, / πέρα από σύμβολα και ιδέες)21 . Η φύση σου δεν είναι σκηνικός διάκοσμος. Σαν άυλος πέπλος γνώσης και αισθημάτων κοσμεί όλα τα όντα. Ο Ιρλανδός ποιητής Michael Longley, ο οποίος σταθερά εμπνέεται από την Οδύσσεια και δεν παρέλειψε σε πρόσφατη συνέντευξή του να επισημάνει τη σημασία που έχει για τη νεοελληνική ποίηση το έργο σου, ο Longley, λοιπόν, σε ποίημά του που έχει τον τίτλο «Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα» μάς δίνει τον εξής στίχο: «Η θεμελιώδης αλληλοσύνδεση όλων των πραγμάτων». Πρόκειται για την ίδια ευεργετική κατάφαση που κι εσύ υμνείς. Πρόκειται, εντέλει, για μια φύση που μας αποκαλύπτει, σύμφωνα με τους στίχους σου: όλο το οικείο, το τρομερό, τ’ αναρίθμητο θαύμα –όπως λένε– του κόσμου22 . Μια φύση η οποία σχεδόν απαιτεί να γευτούμε το ύψος, κι όπως λες χαρακτηριστικά ν’ αλλάξουμε τη στάση των πραγμάτων, να γίνουμε τόσο μεγάλοι ώστε να χωράμε ολόκληροι / μες στη γροθιά μας / υψωμένη / κατάντικρυ στην αδικία23 .

21. Μαρτυρίες (Σειρά δεύτερη), «Οι άσημες λεπτομέρειες».
22. Φιλοκτήτης.
23. Χάρτινα (Σειρά δεύτερη).

Η φύση στην ποίησή σου μας προϊδεάζει προφητικά, το ξεδιαλύνεις άλλωστε στον Φιλοκτήτη, για το τεράστιο, μάταιο άλμα μέσα στο άγνωστο. Κι εμείς ακονίζουμε το μυαλό με συναίσθημα προτού καταλήξουμε στην ύστατη, όπως διαπιστώνεις, νίκη: τη γνώση αυτή τη μελιχρή και τρομερή: πως δεν υπάρχει καμμιά νίκη24. Από το φυσικό περιβάλλον σου αναβλύζει η σοφία να μη στεριώνουμε σε καμιά βεβαιότητα. Για τούτο το λόγο, με λέξεις ανασκάπτουμε διαρκώς τη δική μας εσώτερη φύση και ίσα που αγγίζουμε απρόσιτα μηνύματα και ακατανόητες αισθήσεις. Έκθαμβοι τότε απευθύνουμε στον φυσικό κόσμο το ίδιο μονότονο και κωμικοτραγικό ερώτημα: Γιατί δε με καταλαβαίνεις;. Αλλά επειδή μας εξυψώνει το παραμικρό, έστω και αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, μπορεί μ’ ένα ελάχιστο τριφύλλι / να ξεκλειδώσουμε τον κόσμο ή από μια μικρή περαστική πεταλούδα / να μάθουμε πάλι να διαβάζουμε το γαλάζιο25.

24. Φιλοκτήτης.
25. Δευτερόλεπτα, 63, 75.

Σεβάσμιε ποιητή, σε μια εποχή όπως η σημερινή, που η έξαλλη τεχνολογία στήνει τρόπαιο για τον Δυτικό άνθρωπο μια ζωή άνετη, αλλά στην προέκτασή της επώδυνη τόσο για το περιβάλλον όσο και για το ίδιο το ανθρώπινο είδος, πίστεψέ με, σε θυμάμαι παντοτινά. Θέλω να πω σε διαβάζω. Γιατί υπήρξες, όπως ομολογείς στο Γυμνό δέντρο, ερωτευμένος πάντα με τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα / και τους ανθρώπους26 .

26. Γυμνό δέντρο, «Αποκατάσταση».

Δεν έτυχε ποτέ να σε γνωρίσω προσωπικά. Κι όμως, σε βλέπω συχνά στο ίδιο όνειρο. Είμαστε, λέει, οι δυο μας, εκτεθειμένοι σε μιαν εκτυφλωτική αμμουδιά ομηρικής έμπνευσης. Παραμένουμε αμίλητοι την περισσότερη ώρα. Αίφνης, με καίει η επίγνωση. Αμέσως τη μοιράζομαι μαζί σου: Ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σου λέω, είναι να εκφραστεί. Το ακαριαίο σου σχόλιο με καθηλώνει: Έκφραση, μου επισημαίνεις, δε σημαίνει να πεις κάτι, / αλλά απλώς να μιλήσεις· και το να μιλήσεις / σημαίνει ν’ αποκαλυφθείς 27. Εκείνη τη στιγμή σού ζητώ να μου διηγηθείς μια ιστορία για τη φύση και τον άνθρωπο:

27. 12 ποιήματα για τον Καβάφη, «Καταφύγια».

ΙΣΤΟΡΙΑ
Τα σχέδια δε χρησίμευαν σε τίποτα – κάθε τόσο ανατρέπονταν, / όπως εκείνο το λεωφορείο στην εξοχή, – οι πιότεροι σκοτώθηκαν, / τους άλλους τους κουβάλησαν στο πιο κοντινό νοσοκομείο· ένας τροχός / κύλησε κάτου· τον βρήκε ένα παιδί· σκάρωσε πρόχειρα ένα χειραμάξι· / γυρίζει τώρα στο προάστιο· πουλάει πορτοκάλια· τα πορτοκάλια λάμπουν, / ένας σωρός ασήμαντοι ήλιοι. Τόσο απλά περνάμε. Τόσο απλά / μιλάμε, ξεχνάμε, συνηθίζουμε. Τόσο απλά μάς ξεχνάνε28.

28. Χειρονομίες.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο κάθε φορά το όνειρο ανατρέπεται. Έχω όμως την αίσθηση ότι το ίδιο το όνειρο είναι εκείνο που με αφυπνίζει, γιατί εμπιστεύεται τη φαντασία. Με άλλα λόγια, επαφίεται στη συνέχεια που τώρα μπορώ να δώσω. Αλήθεια, δεν αποκλείεται στο ίδιο όνειρο ν’ απομένουμε οι δυο μας, στην ομηρική αμμουδιά, ασάλευτοι, μέσα σε εύφορη σιωπή. Να μαζεύουμε ήλιο και θάλασσα, ίσως και τίποτα αισθήσεις. Κι ας μην τις σώσουμε. Κι ας μην υπάρχει περίπτωση καμιά να σωθούμε.

 

Εισαγωγή του Γ. Μπαμπινιώτη
Στο πλαίσιο τού Ποιητικού Βήματος, το οποίο διανύει την τριακοστή όγδοη συνάντηση, η Στοά τού Βιβλίου θέλησε με την εκδήλωση αυτή να μην απουσιάσει από την επετειακή προσφορά τιμής για τον Γιάννη Ρίτσο, που ξεκίνησε από το υπουργείο Πολιτισμού.

Εμείς εδώ, ένας χώρος βιβλίου, ένας χώρος παιδείας, ένας χώρος πνευματικός οργανώσαμε την αποψινή εκδήλωση, όπου έχουν προσκληθεί τέσσερεις άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με τον Ρίτσο να μας μιλήσουν. Ο κ. Βιστωνίτης, ο κ. Αποστόλου, η κ. Καλογήρου και ο κ. Μπράτσος. Μετά την τοποθέτηση, τη σύντομη ομιλία που θα γίνεται από τους ομιλητές, θα έρχονται στο βήμα να μας διαβάσουν ποίηση άνθρωποι που ασχολούνται, που γράφουν ποίηση ή που κινούνται γενικότερα στον χώρο τής λογοτεχνίας.

Ο ίδιος θα ήθελα να εκφράσω την ιδιαίτερη ευαισθησία μου σ’ αυτό τον ποιητή, για τη δική του ευαισθησία στη χρήση τής ελληνικής γλώσσας. Νομίζω ότι στα τόσα χρόνια –επειδή ο Ρίτσος, η ζωή του, όπως ξέρετε, είναι ταυτισμένη με την ποίηση– δεν ξέρω άλλον για τόσα πολλά χρόνια, περίπου εξήντα, να γράφει ποίηση. Μέσα από αυτή την ποίηση ανέδειξε την ελληνική γλώσσα –υπήρξαν μεγάλες στιγμές–, ανέδειξε την ελληνική γλώσσα και πέρασε την αξιοποίηση τής ελληνικής γλώσσας στο λαϊκό της στοιχείο, όχι στο λαϊκίστικο, στο λαϊκό της στοιχείο. Και είναι και η τοποθέτησή του αυτή –και ιδεολογική βεβαίως αλλά και στην πράξη.
Μερικά ποιήματά του θεωρώ ότι είναι από τις μεγάλες στιγμές τής ελληνικής ποίησης. Με την εκδήλωση αυτή έχω την αίσθηση –και τη μοιράζομαι μαζί σας– ότι ευλαβικά, ταπεινά, εναποθέτουμε λίγα λουλούδια στη μνήμη τού ποιητή. Αυτό που κυριαρχεί –και το θεωρώ σημαντικό– είναι ο λόγος. Ο λόγος με τη διττή του έννοια: οι σκέψεις των ομιλητών και ο λόγος ο ίδιος τού ποιητή, περασμένος μέσα από ανθρώπους με ευαισθησία. Πρόκειται για απόλαυση τής γνησιότητας τού λόγου τού ποιητή, με την ευαισθησία ποιητών.

Πιστεύω ότι για τέτοια μεγάλα αναστήματα τού πνευματικού χώρου, τής ποίησής μας, δεν είναι ανάγκη να περάσουν 100 χρόνια από τη γέννησή τους ή από τον θάνατο κ.λπ. για να τους αφιερώσουμε εκδηλώσεις. Αυτά τα αναστήματα –για μένα ανάστημα είναι κάθε ποιητική μορφή– πρέπει να είναι στη σκέψη μας, στη συνείδησή μας, στην ψυχή μας, στον λόγο μας, με κάθε ευκαιρία. Γιατί αυτές οι επέτειοι κάπου γίνονται μία τεχνητή υπόθεση, ενώ κατ’ εξοχήν η ποίηση και ο ποιητής που τιμάμε υπήρξε μία βίωση τού κόσμου, τού λόγου και τής ίδιας τής ποίησης.

Γεώργιος Μπαμπινιώτης
Πρόεδρος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

Κριτική του Βασίλη Καλαμαρά για την ποιητική συλλογή «Πρώτο Φως»

του Βασίλη Καλαμαρά
Ένθετο «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, τεύχος 552, Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

Η έβδομη ποιητική συλλογή του 46χρονου Άγη Μπράτσoυ υπόσχεται αισιοδοξία σε μια εποχή που όλα θέλουν, λες και από μαζοχισμό, να βυθίζονται στο σκοτάδι, Το γνωρίζει εντούτοις καλά το σκοτάδι, στο παρελθόν της πρόσφατης νεοελληνικής Ιστορίας, ως μνήμη, άσβεστο, στο απώτατο τού ηρακλείτειου στοχασμού, στο σχεδόν παροντικό, ως συνομιλία πατέρα και παιδιού∙ τέλος, δεν διστάζει να αποτίσει φόρο τιμής στους ποιητές που χρωστάει, στην τελευταία ενότητα, την οποία αφιερώνει στην Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Στο «Όλα γνωστά» είναι ο αξιωματικός της αντιδικτατορικής δράσης Τάσος Μήνης (1919-2006) που εμπνέει, ιδωμένως με τα μάτια ενός δεκάχρονου αγοριού. Τα «Άκεα» (=φάρμακα) είναι η μνήμη του σώματος, όταν  το σώμα θυμάται ως σκεπτόμενο όργανο αισθαντικότητας. Στην ίδια ενότητα ο τίτλος «Κι αίφνης, Ηράκλειτε» παραπέμπει ευκόλως στο θέμα. Έχουμε έναν διάλογο ποιητικώ τω τρόπω με τον προσωκρατικό φιλόσοφο της στιγμής, ως στιγμιαία αποκάλυψη ζωής: ζήσε το τώρα ως το άπαν του παροντικού χρόνου, χωρίς να αφήνεσαι σε μελλοντολογίες. Το «Πρώτο φως» -ο τίτλος της τρίτης ενότητας που τιτλοφορεί και την ποιητική συλλογή- είναι ο διάλογος πάνω στην απαντημένη αναπάντητη ερώτηση: «Πού ήσουν κρυμμένος, μπαμπά;». Αντιλαμβάνεσθε ότι το παιχνίδι είναι παρόν αυτοπροσώπως, ως κλείσιμο του ματιού στο παιδί που ήταν κάποτε και δεν το ξέχασε ο Άγης Μπράτσος. Η επαναφορά του νέου δεν είναι οι νέοι κανόνες, αλλά οι παλιοί, ούτε των κερδών ούτε των απωλειών. Τέλος, στη «Μουσική για την Emily» έχουμε το καλοκουρντισμένο αισθηματικό στέρνο μπροστά στη βία: της σύγχρονης Παλαιστίνης, του αδιέξοδου καθημερινού αλληλοσκοτωμού, της 6ης Αυγούστου, ημέρας που βούλιαξε η Χιροσίμα μέσα στο «μανιτάρι» της πυρηνικής βόμβας, των πρώτων ημερών της επτάχρονης δικτατορίας, της μοντέρνας βίας, της τρομοκρατίας, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

“Πρώτο Φως” – Άγης Μπράτσος

vakxikon.blogspot.gr

Κι όμως ο κόσμος είναι δίκαιος.
Γι’ αυτό δίχως τύψεις το σκοτώνω στο μαξιλάρι.
Ποιός αμφιβάλλει ότι κάθε κουνούπι είναι ένοχο;
Επιτέλους μόνος θα ψηλαφίσω τον ύπνο.

Πολιτικός, κοινωνικός στίχος που διατρέχει τις ημέρες τη χούντας κι εκείνες τις μαύρες αλλά επαναστατικές στιγμές του Πολυτεχνείου. Με διάθεση νοσταλγική και ύφος επιθετικό, αντιπαραβάλοντας τη σημερινή βαρβαρότητα συγκρινόμενη με το “ένδοξο” παρελθόν, ο νομικός Μπράτσος, στην έβδομη ποιητική συλλογή του αδιαμφισβήτητα θεωρείται από τις πιο μεστές φωνές των καιρών μας.

Ποιητική κινητικότητα

του Κώστα Καναβούρη
Διαβάζω, τεύχος 494, Μάρτιος 2009

Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη: «Όλα γνωστά», «Άκεα», «Πρώτο Φως», «Μουσική για την Emily». Ποίηση που δεν προέκυψε έτσι εύκολα. Παιδεμένη από διαβάσματα και διαβάσματα, ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται, αν και μερικές φορές φαίνεται να υποκύπτει  στον πειρασμό κάποιων φιλολογισμών. Δεν τους χρειάζεται γιατί υπάρχει γερή σκεύη, άσε που η ποίηση δεν αποζητά επίδειξη πληθώρας γνώσεων. Εφόσον υπάρχουν –και εδώ υπάρχουν- θα αναδυθούν. Άλλωστε ο Α.Μ. έχει ευρύτατο πεδίο κίνησης και συγκινητική ευρυχωρία θεμάτων που τον έχουν συνεπάρει, ώστε είναι άδικο για τον αναγνώστη να μην τον αφήνει πάντοτε να συνεπαρθεί και εκείνος. Δείγμα γραφής: «Καλή μου αιωνιότητα/δεν ήθελα να σε κάνω δική μου πάση θυσία/Κι αν είμαι γεμάτος απορία/ είναι που δε βρίσκω λύση/Γιατί να ζούμε σαν ξένες προς τη δική σου φύση/τόσες αμέτρητες στιγμές».

Παρουσιάζοντας 14 ποιητές και ποιήτριες

Μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ ότι θα μπορούσαμε κάλλιστα, με βάση τα ειωθότα στην πόλη μας, μετά την ολοκλήρωση του Ποιητικού Βήματος, να βγούμε στους δρόμους και να διαδηλώσουμε για ένα ακραίο αίτημα: Να διαδηλώσουμε τη χαρά μας επειδή δε χάσαμε τη χαρά μας, δηλαδή την τέχνη μας.

Πίσω από τη λέξη «χαρά» σαν υπόκρουση ο ΜΠΑΧ: όταν πέθανε η γυναίκα του και ένας από τους γιους του προσευχήθηκε και τα λόγια του ήταν:

«Θεέ μου, κάνε μόνο να μη χάσω τη χαρά μου».

Αλλά επειδή εμείς μάλλον δε θα κατακλύσουμε με ιαχές τους αθηναϊκούς δρόμους διαβάζω το ποίημά μου :

 ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Είσαι με το μέρος εκείνων που πέτρες πετούν
ή με όσους ασπίδες και ρόπαλα κραδαίνουν;
Απ’ την πλευρά στέκω της σκληρής ανάγκης
ιδανικά να θυσιάζομαι πιστεύοντας.
Σταθερά μπλεγμένος στην ουτοπία.

Βράδυ Τετάρτης λοιπόν στην Αθήνα. Βγαίνω από τον υπόγειο σταθμό και λιγοστή η κίνηση. Σαν κακότεχνα αγάλματα άντρες των δυνάμεων καταστολής φρουρούν κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Πλησιάζω και τους λέω: «Εδώ λίγο πιο κάτω, στη Στοά του Βιβλίου, θα γίνει σε λίγο απαγγελία ποίησης. Προφυλαχτείτε».
Μερικοί υπομειδιούν. Κάποιοι κοιτάζουν έκπληκτοι. Φυσικά, είναι ανίδεοι. Κι όμως, θα μπορούσαν να είναι και αθώοι.
Διάτρητοι, δηλαδή, στην αίσθηση ότι Ποίηση είναι η μυστική δύναμη που υπονομεύει την κατεστημένη γλώσσα. Συνεπώς είναι μία πράξη επικίνδυνη για τους μακάριους θεσμούς.

Η Ποίηση: αυτή η ανατρεπτική ευωχία του λόγου δε θα λύσει ούτε απόψε το αίνιγμα της ύπαρξης. Δεν της ταίριαζε ποτέ η παραμυθία υπέρ αδυνάτων. Αντίθετα, με κάθε μοναδική και ανεκτίμητη λέξη θα μας ενδυναμώσει για να αναλογιστούμε ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε, κι ας μην ξέρουμε καλά καλά ποιοι ακριβώς είμαστε.

Με λέξεις ανθεκτικές η Ποίηση θα ανανεώσει την πραγματικότητα και για χάρη μας θα επιτρέψει, για μια ακόμη φορά, στο μυστήριο να παραμείνει μυστήριο.

36ο Ποιητικό Βήμα σ’ έναν αντιποιητικό, όπως γράφει η πρόσκληση, κόσμο. Ερμηνεύω τη φράση «αντιποιητικό κόσμο»: είναι ένα περιβάλλον όπου, ενώ καθετί ευτελές μπορεί να εξυψώνεται, η Ποίηση, ωστόσο, δεν έχει καμιά εμπορική αξία.

Κι αν η εποχή μας ήταν ποιητική; Ο Wallace Stevens μάς έχει προϊδεάσει για το τι θα συνέβαινε ακόμη και τότε:

«Kαι το ποίημα πηγάζει από τούτο: πως ζούμε σ’ έναν τόπο που δεν είναι δικός μας και, προπάντων, δεν είναι ο εαυτός μας».

Όπως κι αν είναι, λοιπόν, τα πράγματα, θα γράφουμε και θα διαβάζουμε ποιήματα για να εισχωρήσουμε στο ασύλληπτο, για να διαπεράσουμε μεταφυσικά ή υπερφυσικά γεγονότα – όπως είναι ο έρωτας, η φθορά, ο ίδιος ο θάνατος – και για να τα αποδώσουμε στις φυσικές τους διαστάσεις.

Για να είμαι όμως ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω το εξής: Σε μια μελλοντική ποιητική εποχή, όπου τα ποιήματα θα έχουν κι ένα εμπορικό βάρος, η προοπτική ότι κάποιοι ποιητές θα μπορούν να διάγουν βίο βαθύπλουτων rock star δε με αφήνει διόλου ασυγκίνητο. Εάν έλεγα ότι αδιαφορώ για την επιτυχία που καταλήγει στη χλιδή, θα ήμουν απάνθρωπος. Κι εμείς οι ποιητές μόνο απάνθρωποι δεν είμαστε.

36ο λοιπόν Ποιητικό Βήμα για 14 ποιήτριες και ποιητές. Οι βηματισμοί τους οδηγούν στη ζείδωρη επικράτεια του αγνώστου.

Εδώ ας σταθούμε. Κι ας αναρωτηθούμε λίγο διά στόματος Mark Doty:

Είναι εγωκεντρικό
ν’αγαπάς, όχι τον κόσμο,
αλλά τα ινδάλματά σου αυτού του κόσμου;

Αλήθεια, ως πότε θα

απαιτούμε για όλα εξηγήσεις
Δεν είναι πάντα ζητούμενο οι απαντήσεις.
Και η τροχιά μας σ’ ένα σχήμα εννοιών
όπου όλα τετραγωνισμένα
ακόμα και τα σύμβολα
γίνονται φαύλος κύκλος.
Κι όμως υπάρχουμε για να θέτουμε ερωτήματα.

Αυτό το αναγκαίο και απέραντο ταξίδι απηχεί το χαϊκού:

Ταξιδεμένες
σκέψεις, αισθήσεις, να ‘χεις.
Κι ας μένεις εδώ.

Αποτυπώνεται σ’ αυτό όχι μόνο η προέκταση ενός φυσικού τρόπου ζωής, αλλά και μια υπόμνηση για το πώς πρέπει να προσεγγίζει ο αναγνώστης τον ποιητικό λόγο.

Διαβάζοντας τα βιβλία των ποιητών που πρόκειται να απαγγείλουν σε λίγο ανακάλεσα το στίχο του Lawrence Ferlinghetti:

Poetry is thinking with your skin.

Είναι ένας στίχος που θροΐζει στο ομίλημα και των 14 και είστε ελεύθεροι να πιστέψετε ότι κοσμεί ως motto τις σελίδες κάθε ξεχωριστής συλλογής.

Έτσι κι αλλιώς πραγματικό είναι ό,τι αναζητούμε.

Οι ποιητές μας είναι κιόλας έτοιμοι να έρθουν αλφαβητικά στο βήμα.
Θα ξεκινήσουμε χωρίς σκηνοθετικά ή σκηνικά ευρήματα.
Δε χρειάζεται να χαμηλώσουμε τα φώτα για να έχουμε υποβλητική ατμόσφαιρα. Ούτε καν πρέπει να απενεργοποιήσετε τα κινητά σας.
Ενεργοποιήστε μονάχα τη φαντασία και τις αισθήσεις και θα σας αποκαλυφθούν όσα θεωρείτε πως είναι αδύνατο ν’ αποκαλυφθούν.
Ούτε περισσότερα, αλλά προσοχή: ούτε λιγότερα.

Μια βραδιά αφιερωμένη στον Μένη Κουμανταρέα

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στις 2.3.2007 για το σύνολο του έργου του

Ομιλητές οι ποιητές:

Άγης Μπράτσος (0.25 – 18.41)
Θανάσης Νιάρχος
Τίτος Πατρίκιος

 

Σας καλωσορίζω στον αφηγηματικό κόσμο του Μένη Κουμανταρέα.
Ποιος ξέρει, ίσως αν χιόνιζε σήμερα, όπως στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, θα γινόμασταν άσπροι κι εμείς σαν τον μπαρμπα-Γιαννιό (Η Γυναίκα που Πετάει, σ.35). Η άφιξή μας στο έργο κάθε λογοτέχνη δίνει ερεθίσματα να χαρτογραφήσουμε εσωτερικά τοπία, να διευθετήσουμε τη σχέση μας με το αδιανόητο. Αυτό το σημαδιακό ταξίδι, είτε χιονίζει είτε όχι, μπορεί να το επιχειρήσει κανείς με οποιοδήποτε βιβλίο του Κουμανταρέα, γιατί όλα τα έργα του διακρίνονται από συνεκτικότητα, τόσο υφολογική όσο και θεματική.
Στον πυρήνα της πεζογραφίας του βρίσκεται ο Άνθρωπος. Εκείνο το άγνωστο πρόσωπο που προσδίδει στα πράγματα και στη φύση μας μιαν ανώτερη υπόσταση, γιατί ντύνει τη ζωή με σκέψη και αίσθημα.

Ο Ίμρε Κέρτες πιστεύει ότι: «Το πραγματικό μέσο έκφρασης του ανθρώπου είναι η ζωή του». Αυτό φαίνεται έκδηλα και στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του Κουμανταρέα. Κυριαρχούν μεν σε αυτά βιωματικά γεγονότα και πρόσωπα που καθόρισαν τον συγγραφέα. Όμως εκείνος με αφορμή την ιδιωτική του σφαίρα δε γράφει, φυσικά, για τη ζωή του, αλλά, όπως σε όλα του τα γραπτά, μας μιλά ευρύτερα για την ύπαρξη. Αποκωδικοποιεί αρχέγονα αινίγματα. Αινίγματα όπως: η μετέωρη σχέση που μας συνδέει με τον Άλλο, οι αντιφάσεις που χρωματίζουν κάθε χαρακτήρα, η ακραία μας πορεία προς την ωριμότητα.

Ο Κουμανταρέας δε θα διαφωνούσε με την ομολογία του Fernando Pessoa ότι «η ουσία του κόσμου δεν είναι η πρωτοτυπία αλλά η ανανέωση». Έτσι, από τα Μηχανάκια κιόλας ο θεματικός άξονας των βιβλίων του παραμένει σταθερός και το ζητούμενο ένα: με χειρισμούς εξαίσιους να τον ανανεώνει κάθε φορά.
Σε όλα του τα κείμενα συναντάμε πρόσωπα που πιάνουν τον εαυτό τους λυπημένο και ένοχο, σαν κάτι να τους έλειψε από παλιά. Κάτι αναντικατάστατο(Το Κουρείο, σ.34). Όπως διαλύονται οι χίμαιρες, πέφτουν τα οράματά τους και σκοτώνονται (Το Κουρείο, σ.22). Τη μέρα κινούνται στο άπλετο φως της κοινωνίας και τη νύχτα βρίσκονται ξαφνικά στο σκοτεινό κατώγι των αισθήσεων (Νώε,σ.25). Είναι γι’ αυτούς ο χρόνος τέλεια καταστροφή, η χρυσή επιφάνεια με τους λαμπερούς ωροδείχτες, και μέσα τα γρανάζια σκουριασμένα (Το Αρμένισμα, σ.159). Πονάνε από μια φυσική και αναπότρεπτη αιτία, γιατί ζούνε με μεταχειρισμένα αγγίγματα (Το Αρμένισμα, σ.164).

Όπου και να στραφούν αντικρίζουν καθρέφτες που δυναμώνουν την απουσία. Οι καθρέφτες έχουν μια ιδιάζουσα λειτουργία στα μυθιστορήματα του Κουμανταρέα. Δε μεγαλώνουν το χώρο. Επάνω τους ανακλώνται συνειρμοί, επιθυμίες, κρυφές αμφιβολίες, το πέρασμα του χρόνου. Κι όταν κανείς αναρωτιέται τι ώρα είναι, το είδωλό του απαντά: Ό,τι ώρα ήταν δυστυχώς πάντα. Είτε πολύ αργά, είτε πολύ νωρίς (Νώε, σ.194). Πρόκειται για πρόσωπα που φοβούνται μη σε κάποιον απ’ όλους τους καθρέφτες μια μέρα χαθούν (Το Κουρείο,σ.61). Γι’ αυτό γελάνε στη στιλπνή επιφάνεια με την ελπίδα να τους κάνει ένα νόημα φιλικό (Το Αρμένισμα,σ.141). Καθρεφτίζονται σα να θέλουν να βεβαιωθούν για την αρτιμέλεια του κορμιού τους (Βιοτεχνία Υαλικών, σ.25).
Και ξαφνικά βλέπουν μέσα τους κακόφημους δρόμους. Μισοσκόταδο. Μια γυναίκα λιπόσαρκη, κιλοτάκι ξεχειλωμένο, πεσμένα στήθια. Κάθεται κι αυτή μπρος σ’ ένα ραγισμένο καθρέφτη δοκιμάζοντας ένα ψεύτικο κολιέ. Με την είσοδο των πελατών, αφήνει το κολιέ να της πέσει (Νώε, σ.78). Αλήθεια, βίωσαν ποτέ μια τέτοια σκηνή ή μήπως την έζησαν σ’ ένα μυθιστόρημα; Δεν μπορούν να θυμηθούν. Ίσως γι’ αυτό ζούνε με χάπια, κι οι φράσεις τους μυρίζουν νικοτίνη (Βιοτεχνία Υαλικών,σ.118). Καμιά φορά σκέφτονται να πάνε σ’ ένα ξενοδοχείο, να μείνουν εκεί με ψεύτικο όνομα (Νώε, σ.185), σαν να παίζουν σε ταινία του Antonioni. Είναι σημαδεμένοι από μια φράση που τους ψιθύρισαν κάποτε: «Η ευτυχία είναι μια λέξη που υπάρχει στα λεξικά».

Κατά βάθος τους αρέσει κάθε τι που δύει, που βουλιάζει (Το Αρμένισμα,σ.102). Ακόμα και η νύχτα είναι ένα πέλαγος που διασχίζουν με βυθισμένη τη συνείδηση (Ο Ωραίος Λοχαγός,σ.43). Ό,τι έχει απομείνει από τα παλιά και λησμονημένα, τις διαδηλώσεις περασμένων δεκαετιών, τα κλομπ που βαρούσαν στο ψαχνό, τα υπόγεια στην Ασφάλεια τις νύχτες (Βιοτεχνία Υαλικών, σ.170), τους έχει αφήσει μια γεύση σκουριάς, αυτήν που πιάνουν τα ύφαλα στα πλοία, οι στριφογυριστές σκάλες στα παλιά σπίτια (Βιοτεχνία Υαλικών,σ.170). Ακούνε από παντού συμβουλές ότι χρειάζεται υπομονή και χρόνος. Αλλά υπομονή και χρόνος είναι αυτά που τους σακάτεψαν τόσον καιρό (Βιοτεχνία Υαλικών,σ.114). Αν λυπούνται για κάτι, είναι γιατί δεν έμαθαν αυτό που θα ’πρεπε να ’ναι απ’ τα πρώτα μαθήματα στη ζωή: να διαλέγουν τους ανθρώπους που τους περιστοιχίζουν (Το Αρμένισμα, σ.123). Γιατί όλο προσπαθούν να νιώσουν κάτι που δεν το έχουν, όπως θα σχολίαζε και η Virginia Woolf.

Έτσι, ο Άλλος έχει πάντα κάτι από το άπιαστο, το φευγαλέο, που τα όνειρα και οι αυταπάτες συντηρούν (Το Κουρείο,σ.52). Δεμένοι κι εξαρτημένοι από οικογένειες πώς να είναι αυτάρκεις; (Το Κουρείο, σ.63). Είναι πρόσωπα που ξέρουν τι κάνουν, μόνο που δεν ξέρουν πώς να το κάνουν (Το Αρμένισμα, σ.121). Χαρακτήρες με μια έμφυτη εξάρτηση: τη νεότητα. Διότι οι άνθρωποι ζούνε μια φορά. Όταν είναι νέοι. Ή αρκετά νέοι. Έπειτα, όλα τ’ άλλα που έρχονται τους είναι ξένα (Η Μυρωδιά τους με Κάνει να Κλαίω, σ.198). Κι όλη η αγωνία είναι να γίνουν ώριμοι, χωρίς να χάσουν την πρώτη δροσιά. Θέλουν να γίνουν σοφοί, μαζί κι αθώοι. Γίνεται; (Η Συμμορία της Άρπας,σ.198). Κι όμως, υπήρξαν κάποτε ευτυχισμένοι. Μα η ευτυχία είναι μια κατάσταση που τη φτιάχνεις εκ των υστέρων στο μυαλό (Η Συμμορία της Άρπας, σ.184). Το πέρασμά τους από τη ζωή εξαγνίζεται, γίνεται λυτρωτικό για τον αναγνώστη (Η Γυναίκα που Πετάει,σ.237). Ο θαυμαστός τρόπος που οι λέξεις ξετυλίγονται μας λύνει από τα δεσμά με τα οποία η μοίρα έχει καθηλώσει κι εμάς τους ίδιους (Νώε,σ.151).

Ο Κουμανταρέας θέλγεται από καταστάσεις και πρόσωπα που έχουν φτάσει στα ύψη μιας θριαμβευτικής απελπισίας (Ο Ωραίος Λοχαγός,σ.184). Πιστεύει ότι κάθε πλάσμα στο σύμπαν δικαιούται μια περίοδο χάριτος, μια στιγμή αποκάλυψης, ένα διάστημα στη διάρκεια του οποίου τα πράγματα του φανερώνονται στην πρωτεϊκή τους μορφή (Νώε, σ.216). Ίσως γι’ αυτό ο θίασός του κι όταν σωπαίνει, είναι οι σιωπές του σαν τα παλιά βιολιά μέσα σε σκονισμένες θήκες (Βιοτεχνία Υαλικών,σ.154). Να μη μας διαφύγει: τα δομικά υλικά του Κουμανταρέα δεν είναι μόνο ο εσωτερικός ρυθμός των φράσεων, αλλά και η έμμεση επίδραση της κλασικής κυρίως μουσικής, που συχνά ενσωματώνει στα έργα του. Γράφει για να αναδείξει «το μουσικό χαρακτήρα της φύσης και της πραγματικότητας», όπως θα έλεγε και ο Γιώργος Χειμωνάς.

Όσο για τις ίδιες τις λέξεις, πηγάζουν αβίαστα από ένα λόγο που ανάγεται τόσο στον Ευριπίδη –όπως η φράση «αποφώλιον τέρας»– όσο και σε κουβέντες που μαθαίνει κανείς στο δρόμο. Και ο Κουμανταρέας αγαπάει πολύ τις κουβέντες αυτές. Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο που μας έχει δώσει την πιο απροσδόκητη προέκταση του ρήματος «καυλώνω». Γράφει για τους θαμώνες ενός οίκου ανοχής: Έμπαιναν καυλωμένοι κι έβγαιναν μαγεμένοι.

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: γνωρίζουμε από τον Wallace Stevens ότι:«Ο άνθρωπος είναι η φαντασία ή μάλλον η φαντασία είναι ο άνθρωπος». Η αφηγηματική ανάπτυξη αυτής της θέσης, όπου φαντασία και πραγματικότητα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, αποτυπώνεται πλήρως στα τελευταία κείμενα του Κουμανταρέα. Αναφέρομαι στο μυθιστόρημα Νώε και στο εκτενές διήγημα «Κουαρτέτο». Όλα τα έργα του αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η κοσμοαντίληψη που διατρέχει τα Μηχανάκια αναπτύσσεται σαν σπόρος για να καρποφορήσει στα μελλοντικά του μυθιστορήματα. Γράφει στα Μηχανάκια: Φτάνει να κάνεις κάτι όχι απλά και μόνο για να λες πως το ’κανες, αλλά γιατί μέσα σου θα το θέλεις και ο ίδιος. Και είναι αδύνατο να μη θέλει κανείς κάτι σ’ αυτή τη ζωή (Τα Μηχανάκια, σ.204). Και επανέρχεται στον Νώε, στο ίδιο μοτίβο: Πρέπει να είναι κανείς ταγμένος κάπου. Σ’ ένα θεό. Κι αν δεν υπάρχει; Τότε, τον δημιουργείς μόνος σου. (Νώε, σ.235).

Σε όλα τα αφηγήματά του η σκηνογραφία είναι αθηνοκεντρική.
Αλλά ο ήλιος που στη δεκαετία του ’60 αντανακλούσε στις προσόψεις των κτιρίων, στερώντας τις κολόνες από κάθε βάρος, κάνοντας τις στέγες χάρτινες σαν σκηνικό (Ο Ωραίος Λοχαγός, σ.169) γίνεται στη Φανέλα με το Εννιά το ίδιο απέραντο μυστήριο που έχει γίνει και η Αθήνα (Η Φανέλα με το Εννιά, σ.209). Μυστήριο που ο Κουμανταρέας θέλει να ξεδιαλύνει στο τελευταίο του διήγημα «Παντός Ελεήμονος». Εκεί μας οδηγεί πίσω από το σκηνικό της πόλης. Είναι μια πρόσοψη που δεν κρύβει, όπως άλλοτε, την αποξένωση αλλά μια πιο διαβρωτική αλήθεια: τον αποκλεισμό του άλλου μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικός από εμάς.

Ήρθε η ώρα τώρα να αποχαιρετήσουμε τα μέλη του θιάσου του. Δεν είναι πρόσωπα απαισιόδοξα. Νιώθουν πανέτοιμα για κάθε γόνιμη χαρά, κι ας βρίσκεται αυτή στο στιγμιαίο και στο εφήμερο. Γι’ αυτό εάν τα ρωτούσαμε τι θα ’θελαν πιο πολύ, θα μας απαντούσαν με μια φωνή: Θα ’θελα να ’ταν χτες. (Αρμένισμα, σ.90).
Νομίζω ότι υπάρχει ένα motto που διαχέεται στην ατμόσφαιρα του Κουμανταρέα. Το δανείζομαι από τον Raymond Carver: «Τα πράγματα αλλάζουν. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Όμως, αλλάζουν, χωρίς εσύ να το καταλαβαίνεις ή να το θέλεις.» Είναι γνωστό ότι ο επιμελητής του Raymond Carver ισχυριζόταν ότι ήταν αποφασιστική η συμβολή του στα πρώτα διηγήματα του Αμερικανού συγγραφέα, φτάνοντας ως την ακρότητα να διεκδικεί και ένα μέρος της πατρότητάς τους. Αλήθεια, τα σχόλια, οι διαγραφές ολόκληρων σελίδων και οι προσθήκες στα δοκίμια ενός κειμένου τι μπορεί να υποκρύπτουν;

Ως επιμελητής αρκετών βιβλίων του Κουμανταρέα θα πω επιγραμματικά: Είναι αδύνατον να εμφυσήσεις πνοή, ρυθμό και ύφος σε οποιοδήποτε άτεχνο γραπτό. Του προσίδεις μονάχα αναγνωσιμότητα για εμπορική χρήση. Κανείς δεν είναι σε θέση να καθοδηγήσει έναν συγγραφέα στη θεμελίωση του έργου του. Ο Γιώργος Χειμωνάς γράφει πως «ό,τι γυμνότερο έχει ο άνθρωπος είναι ο λόγος». Εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να χειριστεί αυτή τη γύμνια, κανένας επιμελητής δε θα τον διασώσει. Ο επιμελητής παίζει το ρόλο που διαδραματίζουν οι σύμβουλοι ενός ηγέτη. Όσο καίριος κι αν είναι αυτός ο ρόλος, δε γίνεται ποτέ αποφασιστικός. Θεωρώ μάλιστα ότι η πεμπτουσία των παρεμβάσεων σε ένα αφήγημα είναι ευθέως ανάλογη με την αξία του κειμένου. Δηλαδή, όσο περισσότερες προοπτικές διανοίγονται στον επιμελητή καθώς το διαβάζει, τόσο περισσότερες ιδέες συλλαμβάνει που θα βοηθήσουν τον συγγραφέα στην οριστική επεξεργασία του λόγου του. Κι ο συγγραφέας χρειάζεται αυτή τη βοήθεια, γιατί όπως έχει πει και ο Κινέζος ποιητής Λου Τσι:

Μόνο γράφοντας και μετά διορθώνοντας
και διορθώνοντας
μπορεί κανείς να κερδίσει την απαραίτητη
ενόραση.

Από τη συνεργασία μου με τον Κουμανταρέα συγκράτησα την πρωτοφανή του ευχέρεια να προτείνει πολλαπλές και ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις, όποτε του επεσήμανα ότι κάποια πρόταση χρειαζόταν επαναδιατύπωση. Και κάτι ακόμη: στην ποίηση ο τελευταίος στίχος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι σηματοδοτεί την έξοδο προς το φως. Ας μην ξεχνάμε ότι τα διηγήματα έχουν μια φυσική κλίση προς τα ποιήματα. Κι αυτό διαφαίνεται στην τελευταία τους παράγραφο, που έχει μια ανάλογη βαρύτητα. Ο Κουμανταρέας, ο οποίο δεν παραλείπει να εγκιβωτίζει στα περισσότερα έργα του στίχους ποιητών – της Σαπφούς, του Κάλβου, του Καβάφη, του Rilke -, καταφέρνει ώστε η τελευταία παράγραφος στα διηγήματά του να είναι όπως ακριβώς και η ποίηση: μια ενδοφλέβια ένεση.

Θυμάμαι επίσης κάτι χαρακτηριστικό από την εποχή που διορθώναμε τη νέα έκδοση της Βιοτεχνίας Υαλικών. Υπήρχε μια παρομοίωση που δε μου άρεσε: Ο ήλιος χαμήλωνε, έπαιρνε χρώματα βαθυκόκκινα, σα να είχαν πετάξει κανένα σφαχτάρι μέσα. Του είπα: «Μένη, γιατί δεν το αλλάζεις; Τι το θέλεις αυτό το σφαχτάρι;». Αυθόρμητα ξεσπάσαμε και οι δυο σε γέλια. Στο τέλος μού είπε: «Άγη, δεν πειράζει, άσ’ το όπως είναι». Ήξερα από τον Wallace Stevens ότι η ποίηση, η λογοτεχνία είναι μια θεραπεία του μυαλού. Κι ίσως το γέλιο μας σήμαινε ότι αυτή η θεραπεία δε χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.

Κύριε Κουμανταρέα, σας ευχαριστούμε γι’ αυτό που κάνετε.
Γιατί ό,τι κάνετε κάνει καλύτερο ό,τι έχετε κάνει.
Αυτό δεν είναι κολακεία.
Είναι στίχος του Σαίξπηρ.

Οι σελίδες που αναφέρονται αντιστοιχούν στην 1η έκδοση των βιβλίων.

koumantareas-bratsos
Στο Ξυλόκαστρο, 1997

Κριτική στο περιοδικό Ευθύνη για την ποιητική συλλογή «Σκληρή Αφή»

Με μια εύστοχη ποιητική ανάπλαση της καθημερινότητας πλάθει το νέο του βιβλίο «Σκληρή αφή» (εκδ. Κέδρος) ο Άγης Μπράτσος, κι όμως, από ποίημα σε ποίημα ακροπατεί μια έντονη μελαγχολία, καθώς ο ποιητής αναζητεί αδιάκοπα, με στίχους δραστικούς, το πρόσωπό του.

Γιώργος Βέης

Ομιλία του Άγη Μπράτσου στη Στοά του Βιβλίου στις 24.5.2006 για τα Υστερόγραφα Γης, του Γιώργου Βέη, τα οποία περιελήφθησαν στο Βραχύ κατάλογο των οκτώ βιβλίων που έφτασαν στην τελική λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2005

ysterografa_ghs
Γιώργος Βέης
Υστερόγραφα Γης
ύψιλον, 2004

Ο σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ θεωρούσε προκλητική την ιδέα να σταθεί μπροστά σε μια περιστρεφόμενη υδρόγειο σφαίρα και με τα μάτια ερμητικά κλειστά να τη σταματήσει με το δάχτυλό του, για να βρει έναν τυχαίο προορισμό.

Ο Γιώργος Βέης στα Υστερόγραφα Γης του, συνεπής στο παιχνίδι του χρόνου όσο ένα παιδί (σ.14), συγκατανεύει σε αυτό το παίγνιο και γράφει: Κάτω από τα μάτια μας γεννιέται πάντα η αλκή (σ.12). Τα ποιήματά του μας υποβάλλουν έναν τόπο όπου η ειλικρίνεια των στοχασμών είναι επιτέλους άνοιξη (σ.61-62).

Άνοιξη, μια εποχή που είσαι έτοιμος να ζήσεις μέσα στο πάντα/από δω και πέρα (σ.64). Η ποίησή του στοχεύει σ’ έναν κόσμο διάφανο που σχεδόν δεν υπάρχει (σ.12). Γι’ αυτό είμαστε ήδη αναμνήσεις (σ.12), μια πρωτοφανής λάμψη του εφήμερου / για να διαβάσουμε ως στοίχημα τον κόσμο / για να επαληθευθούμε μέσα του (σ.11).

Ποιο εσπευσμένο μήνυμα απηχούν τα Υστερόγραφα Γης;
Γη σημαίνει χάρτης, που είναι όμως ποια μοίρα;
Υστερόγραφα είναι μήπως τα σινιάλα μιας αξεπέραστης δύναμης για όνειρα; (σ.45).

Εάν η αλήθεια είναι επινόηση θαυμάτων (σ.43), τότε το ταξίδι –ο χάρτης με τα υστερόγραφα– είναι το διακύβευμα του ποιητή: να ερμηνεύσει το φαίνεσθαι, να ξεμάθει κώδικες κι επιθυμία (σ.62), να ανιχνεύσει σκιές, ψιθύρους (σ.63), σωτήριες ασάφειες.
Ο Γιώργος Βέης γνωρίζει ότι ο κόσμος δεν είναι καρτ ποστάλ.
Παντού στη Γη του η εξαίσια δύση θέλει εμάς για να ζήσει (σ.55).

Και ο Άλλος; Έρχεσαι / χωρίς κάποιο αίτιο να σε αναγκάζει, / όπως ακριβώς η ενοχή κι η τύψη ύστερα από ένα / τηλεφώνημα, / έρχεσαι ξαφνικά να γίνεις ένα με τη λάσπη μου (σ.62). Εκεί θα συναντηθούμε ξανά (σ.57): Μακάο, Ξενοδοχείο των Μανδαρίνων, Έξω από το σπίτι του Λόρκα, αλλά και στις πυρπολημένες γειτονιές του Χάρλεμ (σ.58). Πριν προλάβει ο κόσμος να ξαναμπεί μες στην αλήθεια του (σ.61), θ’ ακουστεί καθαρά ο ύμνος των κυττάρων (σ.61), με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ (σ.69). Άραγε, αν μου διαβάσεις πάλι όλες τις Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο, θα δικαιώσεις τα γράμματα, που έδειχναν ουρανό / κι εσύ νόμιζες πως ήταν ποιήματα; (σ.59).

Ο Γουάλας Στίβενς στις Σημειώσεις του αναθέτει στον ποιητή το ρόλο να προσοικειωθεί τα λατινικά της φαντασίας. Συνειρμικά φτάνω σ’ έναν κοινό τόπο. Ονομάζεται terra ingognita. Φτάνω, δηλαδή, στην περιοχή του ανεξερεύνητου εαυτού μας. Γιατί αυτή είναι η αθέατη πλευρά των Υστερόγραφων Γης. Κι εμείς που περιπλανιόμαστε σε πόλεις έναστρες (σ.18), μα σύνορα δεν αντέχουμε (σ.65), απόψε αγρυπνούμε. Δε φταίει η απειλή της νύχτας στην άκρη του κόσμου (σ.72) ούτε το γεγονός ότι δεν ξέρουμε τι μας περιμένει το πρωί (σ.53). Απλώς, τώρα είμαστε έτοιμοι / για την αίγλη σωμάτων που δεν ξέρουν να λένε όχι και ξοδεύοντας όλη τη δύναμη κι όλη τη χάρη / στην άκρη του νου θα μάθουμε τ’ αληθινά φιλιά / επιτέλους αθώοι (σ.49).

Είναι γνωστό από τον Σοπενχάουερ ότι ο χρόνος φοράει τη μάσκα του τόπου, αλλά διαβάζοντας τα Υστερόγραφα συνειδητοποιούμε για ποιο λόγο απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος (σ.31). Ειδικά στην εποχή μας, που, όπως γράφει και ο Γιόαχιμ Σαρτόριους1, σήμερα, όσο κι αν δε θέλουμε «να το πιστέψουμε, τα πάντα στη γη έγιναν άνω κάτω, η σκηνή του κόσμου μίκρυνε, η Λίνδος είναι προάστιο του Χονγκ Κονγκ, η Αλεξάνδρεια σκουπίδι της Νέας Υόρκης».

Τα Υστερόγραφα Γης είναι ένα πεδίο πρόσφορο για εκείνους που ο ουρανός είναι το καβούκι τους (σ.28). Ο Γιώργος Βέης με τις λέξεις-ψηφίδες του συγκροτεί μια επικράτεια φαντασμαγοριών. Νιώθει ότι ο κόσμος είναι ένα βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού (σ.29) και αναγνωρίζει ως εξαίσιο τοπίο τον ψίθυρο του δάσους πριν να καεί για πάντα (σ.40).

Με την ποίησή του το ανοιχτό τραύμα της ύπαρξης μυείται στην αθανασία μιας στιγμής (σ.48). Οι συνδηλώσεις της Γης του μας οδηγούν στη νομοτέλεια πως οι λέξεις είναι χρυσάφι (σ.43). Είναι δηλαδή ένα δώρο αρχετυπικό. Βεβαίως, όπως μας έχει προϊδεάσει ο Βιτγκενστάιν, αυτό που θεωρεί κανείς ως δώρο δεν είναι παρά ένα πρόβλημα που πρέπει να το λύσει. Κι ο Γιώργος Βέης επιτυγχάνει ακριβώς τούτο: τη συνδιαλλαγή με τη δομή ενός άλλου ανθρώπου / που αφαιρεί τον κόσμο από τις αλήθειες του / για να τον κάνει προσιτό στη φαντασία των πουλιών (σ.55).

Έτσι, όταν έρημος ή χιόνι κατεβαίνει πάνω μας / να σβήσει οριστικά όλα τα ίχνη (σ.18) στη Γη του θα βρούμε τη δύναμη να πατήσουμε το κουμπί ν’ αλλάξουμε μέρα (σ.73). Κι αυτή η πράξη παρέχει εντέλει το ευεργέτημα να μας θυμούνται οι άλλοι όχι σαν αίνιγμα αλλά σαν δικαίωση (σ.33).

1. Joachim Sartorius, «Πηγαίνοντας για τον τάφο του Κλεόβουλου», μετ. Σπύρος Μοσκόβου